Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΕΙΝΑΙ ΖΗΤΗΜΑ ΧΡΟΝΟΥ – ΜΠΕΡΤΟΛ ΜΠΡΕΧΤ

bertolt-brecht

«Tον τελευταίο καιρό, σκέφτηκα πολλές φορές κάτι πού μού είχες πει πριν αρκετά χρόνια: πώς υπάρχουν άνθρωποι «χρήσιμοι» και άλλοι «λιγότερο χρήσιμοι», και πώς οι πρώτοι έχουν δικαίωμα να παίρνουν ινσουλίνη όταν είναι άρρωστοι, ενώ οι δεύτεροι δεν έχουν. Κι εγώ, η ανόητη, συμφωνούσα μαζί σου!  Τώρα, φτιάξανε κι ά λ λ ε ς κατηγορίες τέτοιου είδους, κι εγώ ανήκω στην κατηγορία των αχρήστων. Καλά να πάθω!

Ναι, φτιάχνω τις βαλίτσες μου. Μην κάνεις πώς δεν κατάλαβες τίποτα, όλες αυτές τις μέρες… Φεύγω βιαστικά επειδή δε θέλω να μου πεις εσύ, μια μέρα, να φύγω. Γιατί αυτό θα γίνει, αργά η γρήγορα. Είναι ζήτημα χρόνου. Ο χαρακτήρας είναι ζήτημα χρόνου. Αντέχει περισσότερο ή λιγότερο, όπως και τα γάντια. Τα καλά κρατάνε πολύ, αλλά όχι για πάντα…»

Απόσπασμα από την «Εβραία» του Μπέρτολ Μπρεχτ.

 

Τις τελευταίες μέρες επηρεασμένη από την κόρη μου που μπήκε δυναμικά στην εφηβεία, έκλεισε τα 12 τα Χριστούγεννα, άρχισα να ψάχνω τι διάβαζα εγώ στην εφηβεία μου, αν όχι στα 12 λίγο πιο μεγάλη, εκεί μετά τα 14 με 15 και έκπληκτη διαπίστωσα ότι ο κύριος όγκος των βιβλίων μου τότε ήταν θεατρικά έργα. Ίσως να έχω διαβάσει περισσότερα θεατρικά από όσα έχω δει στο θέατρο. Δύο όμως ηρωίδες  με  έχουν κυριολεκτικά σημαδέψει: η μία είναι «η Εβραία», την άλλη ίσως να την αποκαλύψω μια άλλη φορά. Το μονόπρακτο είναι ο μονόλογος μιας αστής παντρεμένης Εβραίας με Γερμανό γιατρό, που λόγω του καθεστώτος αναγκάζεται  να εγκαταλείψει τον άντρα της, μονολογεί και του λέει τις σκέψεις της, του μιλάει για την αγάπη της προς αυτόν αλλά και για τον πόνο της και τον θυμό της, όλα όσα δεν τολμάει να του πει κατά πρόσωπο. Στο τέλος φεύγει με την πρόφαση ότι πάει διακοπές και θα ξαναγυρίσει ενώ και οι δύο γνωρίζουν την αλήθεια, ότι δηλαδή δεν θα ξανασυναντηθούν ποτέ.

Προσπαθώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου εκείνη την πρώτη ανάγνωση αυτού του μονόπρακτου. Η ηλικία μου και η απειρία μου δεν νομίζω ότι βοηθούσαν να καταλάβω πολλά, θυμάμαι όμως καλά τον παιδιάστικο θυμό μου προς τον συγγραφέα για το δραματικό φινάλε. Γιατί η Εβραία δεν του τα λέει κατά πρόσωπο;  Ίσως να μην την άφηνε μόνη, ίσως να την ακολουθούσε. Ήθελα ένα πιο αισιόδοξο τέλος. Δεν καταλάβαινα…

Δύο χρόνια αργότερα όταν έδινα εξετάσεις για να περάσω στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης θυμάμαι με βοηθούσε εθελοντικά  η Κάτια Γέρου. Επέμενα ο ένας μονόλογος για τις εξετάσεις να είναι «Η Εβραία», μάταια προσπαθούσε η Κάτια να με πείσει ότι ο ρόλος είναι κόντρα και στην ηλικία μου και στο φυσίκ μου… Πήγα με Εβραία, δεν είπα και πολλά, από το τρακ ξέχασα σχεδόν τον μισό μονόλογο! 

Μέσα στα χρόνια όμως ο μονόλογος ερχόταν και ξαναρχόταν στο μυαλό μου. Η Εβραία ζούσε μέσα μου. Όταν ήμουν στεναχωρημένη, αγχωμένη, θυμωμένη, κλεινόμουν σε ένα δωμάτιο και έπαιζα μόνη μου τον μονόλογο της Εβραίας. Αυτό ήταν η εκτόνωση μου. Θυμάμαι μια φορά μπήκε ανυποψίαστος ο άντρας μου μέσα στο σπίτι, τρόμαξε νόμιζε ότι τρελάθηκα, για μέρες μετά με κοίταζε σαν αξιοπερίεργο ον, πρέπει να ήταν μεγάλο σοκ!

Πάντα όμως με χαλούσε το τέλος, το τόσο θλιβερό και γεμάτο υποκρισία τέλος.  Έπρεπε να διανύσω πολλά χιλιόμετρα σε αυτό το ταξίδι που λέγεται ζωή για να καταλάβω, με το μέτριο μυαλό μου, το νόημα του έργου αλλά και τον λόγο που δεν υπήρχε ένα αισιόδοξο τέλος. Νομίζω ότι ο Μπρεχτ ήθελε να πει ότι οι αληθινοί άνθρωποι δεν έχουν σχέση με τους ήρωες της λογοτεχνίας. Δεν υπάρχει έρωτας τόσο δυνατός όσο του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας ούτε σαν του Χίθκλιφ και της Κάθυ.

Οι άνθρωποι πάμε με το ρεύμα, δεν πάμε κόντρα στο ρεύμα, προτιμάμε να είμαστε αποδεκτοί από τους πολλούς παρά να μείνουμε σταθεροί στα πιστεύω μας. Και βαφτίζουμε την κάθε μας υποχώρηση αλλαγή… και νιώθουμε περήφανοι. Και ξεχνάμε τόσο γρήγορα και εύκολα, ξεχνάμε τους ανθρώπους που μας αγάπησαν, που μας συμπαραστάθηκαν, που πόνεσαν μαζί μας. Η Λήθη, το δυνατότερο αντικαταθλιπτικό! Η απάντηση γιατί το έργο δεν είχε Happy end ήταν όλα αυτά τα χρόνια κάτω από τη μύτη μου, κρυμμένη σε αυτές τις δύο προτάσεις: «Ο χαρακτήρας είναι ζήτημα χρόνου. Αντέχει περισσότερο ή λιγότερο, όπως και τα γάντια, τα καλά κρατάνε πολύ αλλά όχι για πάντα…».

Έλενα Κολυβοδιάκου

 εβραία 1