ΛΟΥΪΣ ΘΕΡΝΟΥΔΑ: ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑ

cernuda

Πως αλλιώς να σε γεμίσω, μοναξιά

Παρά με σένανε την ίδια.

 

Από παιδί ανάμεσα στις φτωχικές φωλιές της γης

Ήσυχος σε σκοτεινή γωνιά

Έψαχνα σε σένα, φλεγόμενη γιρλάνδα,

Τα μελλοντικά χαράματα και τα λαθραία νυκτερινά μου

Και μέσα σου τα διέκρινα

Φυσικά και ακριβή, ελεύθερα και πιστά συνάμα

Καθ’ ομοίωσίν μου,

Καθ’ ομοίωσίν σου, αιώνια μοναξιά.

 

Χάθηκα έπειτα στην άδικη τη γη,

Όπως αυτός που φίλους ψάχνει ή αγνοούμενους εραστές

Αταίριαστος με τον κόσμο

Έγινα φως γαλήνιο και μαράζι αχαλίνωτο,

Και μέσα στη μουντή βροχή ή στον πασίδηλο ήλιο

Ήθελα κάποια αλήθεια που εσένα να προδώσει

Ξεχνώντας στον καημό μου

Πως τα φτερά της διαφυγής το ίδιο τους το σύννεφο δημιουργούν.

 

Και πίσω απ’ το πέπλο του στα μάτια μου

Με σύννεφα πάνω από σύννεφα ενός εκτραχυλισμένου φθινοπώρου

Το φως των ημερών εκείνων μέσα σε σένα αχνοειδωμένων

Σε αρνήθηκα για τόσο δα·

Για ελαφρούς έρωτες μήτε πλαστούς μήτε συγκεκριμένους,

Για αθόρυβες φιλίες ύφους και πολυθρόνας,

Για κάποιο όνομα κολοβό σ’ έναν κόσμο φάντασμα.

Για τις παλιές απαγορευμένες ηδονές,

Σαν τις επιτρεπόμενες που φέρνουν αναγούλα

Χρήσιμες μοναχά για το κομψό γεμάτο σούσουρο σαλόνι

Σε στόματα ψεμάτων και λέξεις από πάγο.

 

Για σένα ανταμώνω τώρα την ηχώ του αρχέγονου προσώπου

Που ήμουν

Που εγώ ο ίδιος λέρωσα με κείνες τις νεανικές μου απιστίες·

Για σένα ανταμώνω τώρα, αστροφόρα ευρήματα,

Καθαρά από κάθε άλλο πόθο,

Τον ήλιο, θεό μου, τη νύχτα την ψιθυριστή,

Τη βροχή, οικειότητα παντοτινή,

Το δάσος και την παγανιστική του την πνοή,

Τη θάλασσα, τη θάλασσα ωραία σαν τ’ όνομα της·

Και πάνω απ’ όλα

Κορμί σκουρόχρωμο και λυγερό

Ανταμώνω εσένα, εσύ, μοναξιά τόσο δικιά μου,

Κι εσύ μου δίνεις δύναμη κι αδυναμία

Όπως του κουρασμένου του πουλιού η αγκαλιά της πέτρας.

 

Ακουμπισμένος στον εξώστη κοιτώ αχόρταγα το κύμα

Ακούω τις σκοτεινές κατάρες του

Ατενίζω τα λευκά του χάδια·

Κι ανυψωμένος από λίκνο άγρυπνο

Είμαι στη νύχτα διαμάντι που στριφογυρνά ειδοποιώντας τους ανθρώπους

Γι’ αυτούς που ζω, ακόμη κι όταν δεν τους βλέπω·

Κι έτσι, μακριά από κείνους,

Λησμονημένα πλέον τα ονόματα τους, τους αγαπάω κατά πλήθη

Βραχνά και βίαια όπως η θάλασσα, το σπιτικό μου,

Αγνά μπρος στην αναμονή μιας φλογισμένης επανάστασης

Ή παραδομένα και πειθήνια, όπως η θάλασσα να είναι ξέρει

Όταν σημάνει η ώρα της ανάπαυσης που την ορμή της κατακτά.

 

Εσύ, μοναχική αλήθεια,

Πάθος διαφανές, παντοτινή μου μοναξιά,

Είσαι αγκαλιά πελώρια·

Ο ήλιος, η θάλασσα,

Η σκοτεινιά, η στέπα,

Ο άνθρωπος κι ο πόθος του,

Η ερεθιστική πληθώρα,

Τι άλλο είναι άραγε παρά εσύ η ίδια;

 

Για σένα, μοναξιά μου, τα γύρεψα μια μέρα·

Σε σένα, μοναξιά μου, τα αγαπάω τώρα.

 

 

 SOLILOQUIO DEL FARERO                                

 

Cómo llenarte, soledad,

Sino contigo misma.

 

De niño, entre las pobres guaridas de la tierra,

Quieto en ángulo oscuro,

Buscaba en ti, encendida guirnalda,

Mis auroras futuras y furtivos nocturnos,

Y en ti los vislumbraba,

Naturales y exactos, también libres y fieles,

A semejanza mía,

A semejanza tuya, eterna soledad.

 

Me perdí luego por la tierra injusta

Como quien busca amigos o ignorados amantes;

Diverso con el mundo,

Fuí luz serena y anhelo desbocado,

Y en la lluvia sombría o en el sol evidente

Quería una verdad que a ti te traicionase,

Olvidando en mi afán

Cómo las alas fugitivas su propia nube crean.

 

Y al velarse a mis ojos

Con nubes sobre nubes de otoño desbordado

La luz de aquellos dias en ti misma entrevistos,

Te negué por bien poco;

Por menudos amores ni ciertos ni fingidos,

Por quietas amistades de sillón y de gesto,

Por un nombre de reducida cola en un mundo fantasma,

Por los permitidos nauseabundos,

Útiles solamente para el elegante salón susurrado,

En bocas de mentira y palabras de hielo.

 

Por ti me encuentro ahora el eco de la antigua persona

Que yo fuí,

Que yo mismo manché con aquellas juveniles traiciones;

Por ti me encuentro ahora, constelados hallazgos,

Limpios de otro deseo,

El sol, mi dios, la noche rumorasa,

La lluvia, intimidad de siempre,

El bosque y su alentar pagano,

El mar, el mar como su nombre hermoso;

Y sobre todos ellos,

Cuerpo oscuro y esbelto,

Te encuentro a ti, tú, soledad tan mia,

Y tú me das fuerza y debilidad

Como al ave cansada los brazos de la piedra.

 

Acodado al balcón miro insaciable el oleaje,

Oigo sus oscuras imprecaciones,

Contemplo sus blancas caricias;

Y erguido desde cuna vigilante

Soy en la noche un diamante que gira advirtiendo a los hombres,

Por quienes vivo, aún cuando no los vea;

Y asi, lejos de ellos,

Ya olvidados sus nombres, los amo en muchedumbres,

Roncas y violentas como el mar, mi morada,

Puras ante la espera de una revolución ardiente

O rendidas y dóciles, como el mar sabe serlo

Cuando toca la hora de reposo que su fuerza conquista.

 

Tú, verdad solitaria,

Transparente pasión, mi soledad de siempre,

Eres inmenso abrazo;

El sol, el mar,

La oscuridad, la estepa,

El hombre y su deseo,

La airada muchedumbre,

¿Qué son sino tú misma?

 

Por ti, mi soledad, los busqué un dia;

En ti, mi soledad, los amo ahora.

* * * 

 

Από την ποιητική συλλογή:

«Invocaciones a las Gracias del Mundo» 1934-35 «Επικλήσεις στις Χάρες του Κόσμου».

Μεταφρασμένο από τον Αντώνη Κουτσουραδή πάνω στο μουσικό δρόμο του φλαμένκο Soleá.