ΜΠΛΑΝΣ ΝΤΥΜΠΟΥΑ

Streetcar 4 Blanche

H δεύτερη αγαπημένη ηρωίδα των πρώτων εφηβικών μου χρόνων δεν είναι άλλη από την Μπλανς Ντυμπουά από το έργο «Λεωφορείο ο Πόθος» του Τενεσσή Ουίλλιαμς.  

Την Μπλανς τη γνώρισα σε ηλικία 13, το πολύ 14, χρονών· βρήκα το βιβλίο τυχαία σ’ ένα διάλειμμα στη βιβλιοθήκη του σχολείου μου. Το σχολείο που φοιτούσα είχε και έχει μια ονειρεμένη βιβλιοθήκη. Δεν θυμάμαι τι με τράβηξε πιο πολύ στην επιλογή του συγκεκριμένου βιβλίου-θεατρικού έργου. Ήταν ο τίτλος του; «Λεωφορείο ο Πόθος» που φάνταζε «κάπως» στα μάτια μου και κατόρθωνε να εξάπτει την ήδη καλπάζουσα φαντασία μου; Ή ήταν το περίεργο όνομα της μεταφράστριας, Κωστούλα Μητροπούλου; Πω πω! σκεφτόμουν πώς είναι να είσαι κορίτσι και να σε λένε Κωστούλα; Ανόητο, ίσως σκεφτεί κάποιος σήμερα, αλλά για μένα τότε πολύ σημαντικό, ακόμα και το όνομα των εκδόσεων παράξενο «εκδόσεις Γκοβόστη».

Το έργο  με συγκλόνισε, δεν ξέρω τι καταλάβαινα αλλά δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου.  Το άνοιγα κρυφά στο μάθημα για να διαβάσω λίγες σελίδες.

Αν πω ότι το έχω διαβάσει και 20 φορές, μπορεί να είναι και λίγες.

ΜΠΛΑΝΣ: Αγαπούσα κι εγώ κάποιον. Και τον έχασα.

ΜΙΤΣ : Πέθανε; (Η Μπλανς πάει στο παράθυρο και στέκει. Βάζει κι άλλο ποτό). Άντρας;

ΜΠΛΑΝΣ:  Ένα παιδί – ένα νέο αγόρι, τότε που ήμουνα κι εγώ κοριτσάκι. Τότε που ήμουνα κι εγώ δεκαέξι χρονών και αποκαλύφθηκε στα μάτια μου ο έρωτας με όλη του τη δόξα – και τόσο πολύ, τόσο πολύ ξαφνικά. Όπως όταν, με μιας, χωρίς προειδοποίηση, ένα πελώριο φως πέφτει σ’ ένα πράγμα που μέχρι τότε κειτόταν στη σκιά. Μου άλλαξε η όψη του κόσμου. Μόνο, δεν είχα τύχη – με γελάσανε.
Το νέο αγόρι κάτι είχε. Το τύλιγε μια σκιά: μια νευρικότητα, κάτι –μαλακό πολύ– που δεν ταίριαζε σε άντρα. Δηλαδή το παρουσιαστικό του ήταν καθαρά αντρικό. Κι όμως αυτή η σκιά, αυτό το άλλο πράγμα που τον τριγύριζε, δεν τον άφηνε – το μυριζόσουνα γύρω του.

Διάλεξε εμένα να τον βοηθήσω. Κι εγώ δεν το κατάλαβα αυτό. Δεν το κατάλαβα. Ούτε όταν παντρευτήκαμε, ούτε μετά, που χωρίζαμε και ξαναγυρίζαμε ο ένας στον άλλον – και το μόνο που καταλάβαινα ήταν πως δεν στάθηκα εκείνο που γύρευε. Ήταν χαμένος μέσα σε ομίχλη, και ‘γω δεν ήμουνα ικανή να του δώσω τη βοήθεια που ντρεπόταν να μου ζητήσει με λόγια. Ντρεπόταν να μου τη ζητήσει με λόγια. Δεν μου το ‘λεγε και ‘γω δεν καταλάβαινα. Τον είχε αρπάξει μια δίνη και βούλιαζε, βούλιαζε – και αρπαζόταν από μένα – αλλά εγώ δεν μπορούσα να τον γλιτώσω, γλιστρούσα κι εγώ μέσα στη δίνη, κοντά του! Και δεν το’ ξερα! Δεν ήξερα τίποτα παρά πως τον αγαπούσα όσο δεν μπορεί ν’ αντέξει άνθρωπος.  Αλλά ήμουνα ανήμπορη να τον βοηθήσω – ούτε εκείνον, ούτε εμένα.
Και τότε κατάλαβα: με τον πιο σκληρό, τον πιο άδικο τρόπο: Κατάλαβα, όταν μια μέρα μπήκα ξαφνικά σ’ ένα δωμάτιο που νόμιζα πως ήταν άδειο – αλλά δεν ήταν άδειο. Ήταν δυο άντρες μέσα, ο άντρας μου, κι ένας άλλος, μεγαλύτερος, φίλος του από χρόνια.

Ύστερα, κάναμε σαν να μην είχαμε δει κανείς μας τίποτα. Μάλιστα. Και μετά, πήραμε το αυτοκίνητο και πήγαμε στο Καζίνο, στη λίμνη, βαριά μεθυσμένοι και οι τρεις μας – είχαμε πάει και οι τρεις μας – βαριά μεθυσμένοι και γελώντας σ’ όλο το δρόμο.

Χορεύαμε πόλκα – τη Βαρσουβιάνα! Ξαφνικά, στη μέση του χορού το αγόρι που είχα παντρευτεί ξέφυγε από κοντά μου κι έτρεξε έξω. Δυο στιγμές μετά – η μπιστολιά!

Έτρεξα έξω – κι όλοι έτρεξαν έξω. Έτρεξαν όλοι κι έκαναν κύκλο ολόγυρα στο φοβερό πράγμα που κειτόταν στην όχθη. Εγώ δεν μπορούσα να πλησιάσω πιο πολύ – πολύς ο κόσμος. Ύστερα, κάποιος με τράβηξε από το χέρι. «Μην πάτε κοντά! Γυρίστε πίσω! Δεν κάνει να δείτε!» Να δω; Να δω τι; Και τότε άκουσα κουβέντες γύρω μου : Άλλαν! Άλλαν! Ο Άλλαν Γκρέη! Κόλλησε το περίστροφο στο στόμα και τράβηξε – το κρανίο του είχε ξεκολλήσει, κομμάτια στο χώμα.
Επειδή εκεί που χορεύαμε – δεν μπορούσα να κρατηθώ – είπα ξαφνικά: «Το είδα! Ξέρω! Με αηδιάζεις – μου φέρνεις εμετό»…

Κι από τότε, το πελώριο φως που άναψε και μου φώτισε τον κόσμο έσβησε – και ποτέ πια, ούτε για μια στιγμή – δεν άναψε για μένα φως δυνατό – πιο δυνατό από τούτη τη λάμπα της κουζίνας.

Τεννεσή Ουίλλιαμς : Λεωφορείο ο Πόθος κι έξι μονόπρακτα (Γκοβόστης)

 

Η Μπλανς  Ντυμπουά!

 Αχ! Αυτή η Μπλανς που είχε στοιχειώσει τα όνειρα μου. Το μονόλογο τον είχα μάθει απ’ έξω και για κάποια χρόνια τον έπαιζα και αυτόν μόνη μου. Μετά όμως τον άφησα αλλά δεν τον ξέχασα. Καμιά φορά σκέφτομαι αν οι τοίχοι του δωματίου μου είχαν φωνή, τι θα έλεγαν άραγε; Τόσες απαγγελίες μονολόγων, ποιημάτων, δικών μου φανταστικών διαλόγων.

Όλες αυτές τις μέρες ψάχνω να βρω κάτι που θα μπορούσε τότε αλλά ακόμα και σήμερα να με συνδέει με την Μπλανς. Εννοώ να με συνδέει και να με γοητεύει τόσο που να με κάνει να την ξεχωρίσω από τόσες άλλες ηρωίδες της παγκόσμιας δραματουργίας. Ήταν άραγε η τραγικότητα της ζωής της; Το εύθραυστο του χαρακτήρα της; Το πάθος της; Μάλλον όχι, αυτά τα χαρακτηριστικά τα είχαν λίγο ως πολύ αρκετές αγαπημένες ηρωίδες. Μέρες τώρα, με βασάνιζε το ερώτημα γιατί η Μπλανς; Και όπως γίνεται συνήθως η απάντηση σ’αυτή την απορία μου ήρθε εντελώς απρόσμενα ένα βράδυ, έτσι ξαφνικά, βρήκα τι ήταν αυτό που με γοήτευε τόσο στη Μπλανς Ντυμπουά.

Η Μπλανς ήταν δύο εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες, και αυτό ήταν ο εφιάλτης της. Μεταμφιεζόταν στη γυναίκα που απαιτούσε η κοινωνία, ενώ μέσα της φώναζε μια άλλη. Έχω την αίσθηση ότι η Μπλανς πάλευε ανάμεσα σε αυτό που έκρυβε και σ’ αυτό που έπρεπε να είναι για τον έξω κόσμο. Πάλευε με τα «θέλω» της και τα «πρέπει» του κόσμου. Ήθελε να γίνει κάποια άλλη, αλλά όσο και να πάλευε δεν μπορούσε. Αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό είναι που ακόμα και σήμερα με τραβάει σαν μαγνήτης στους ανθρώπους. Γιατί, κατά τη γνώμη μου, οι έξυπνοι άνθρωποι είναι αυτοί που δεν μπορούν να πουν ψέματα στον εαυτό τους, εκείνοι που δεν φτιάχνουν δικαιολογίες. Είναι οι «μοναχικοί» ήρωες που για να τους γνωρίσεις πρέπει να σκύψεις πάνω τους, να δεις πίσω από το «φαίνεσθαι», να νιώσεις τη «μάχη» τους. Η Μπλανς, όπως αποκάλυψε αργότερα ο δημιουργός της, είχε πολλά στοιχεία από τον Τενεσσή Ουίλλιαμς, έναν άντρα στο ρόλο μιας γυναίκας.

Δεν έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους στην πραγματική ζωή να παλεύουν έτσι έντονα με το «πρέπει» και το «θέλω», τώρα που το σκέφτομαι ίσως έναν κάποτε. Για την ακρίβεια μία κοπέλα, ήταν έντονη, έξυπνη, ανταγωνιστική, εγωίστρια, ευαίσθητη, τελειομανής, πνιγμένη μέσα σε δεκάδες «πρέπει»  πάλευε να σκοτώσει την άλλη γυναίκα που φώναζε μέσα της. Κι εγώ εκεί κοντά της να την παρακολουθώ, να τη θαυμάζω βουβός θεατής της ζωής της. Θυμάμαι ήμασταν ερωτευμένες με το ίδιο αγόρι· βέβαια δεν το παραδέχτηκε ποτέ η μία στην άλλη, τόσο την αγαπούσα που δεν μπορούσα να νιώσω ζήλια ή ανταγωνισμό. Με τα χρόνια χαθήκαμε, οι ζωές μας πήραν άλλο δρόμο, κι όμως τι και αν  χαθήκαμε, εκείνη είναι πάντα μέσα στη δική μου καρδιά ακριβώς σαν την Μπλανς. Ξέρω ότι μάλλον δεν θα διαβάσει ποτέ αυτό το κείμενο κι ας απευθύνεται κυρίως σε αυτήν!

Αντίθετα, βαριέμαι απίστευτα τους ανθρώπους που ξέρουν τι είναι ή που έχουν υιοθετήσει έναν ρόλο που τους αρέσει για τον εαυτό τους, «σκοτώνουν» τα υπόλοιπα κομμάτια τους και ζουν. Με άλλα λόγια, αυτούς που την έχουν δει «κάπως». Βαριέμαι τους ανθρώπους «βδέλλες» που κολλάνε επάνω σου για να επιβεβαιωθούν, τις αυλές και τους κόλακες.

Δεν ξέρω πώς να κλείσω επιτυχημένα αυτές τις σκέψεις, πάντα είχα ένα πρόβλημα με το τέλος, είτε είναι στην αλληλογραφία μου είτε εδώ, είτε ακόμα και στις σχέσεις μου με τους ανθρώπους. Μισώ τους επιλόγους γενικά. Αφήνω λοιπόν ανοιχτό αυτό το κείμενο, έτσι απλά ανοιχτό. Που ξέρεις, ίσως κάποια στιγμή επιστρέψω για να προσθέσω κάτι ακόμα, για την «αινιγματική» Μπλανς της εφηβείας μου ή για εκείνη την φίλη της νεότητας μου…

Έλενα Κολυβοδιάκου

pegasus_LARGE_t_1581_396855_type12364