Ο ΠΕΖΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Αnagnostakis, Manolis - colour

Με αφορμή την ημέρα γέννησής του πριν από λίγες μέρες, θέλησα να κάνω μια αναδρομική ανάγνωση του έργου του  Μανόλη Αναγνωστάκη – ήταν άλλωστε τόσο ολιγογράφος ποιητής που μπορεί κανείς ανά πάσα στιγμή να τον «διαβάσει» στο σύνολό του. Στάθηκα όμως τελικά μόνο στο «Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά» (Πατάκης, 2011 με πρόλογο του Παντελή Μπουκάλα και, επιμέλεια κι επίμετρο του Μισέλ Φάις)

Το ολιγοσέλιδο αυτό κείμενο είναι η απομαγνητοφώνηση της συνομιλίας του ποιητή με τον Μισέλ Φάις, δημοσιογράφο κι εκκολαπτόμενο τότε ποιητή, και ενδεχομένως πρόκειται για τον τελευταίο δημόσιο λόγο του. Ήταν τον Νοέμβριο του 1992, στο σπίτι του στην Πεύκη. Ο Αναγνωστάκης ήταν ήδη άρρωστος όμως διατηρεί την σαφήνεια και τις λεπτές διακυμάνσεις στις αποχρώσεις του λόγου του δίχως καμία παραχώρηση στην ώριμη, ανεπαίσθητα μπεκετικά πικραμένη του μνήμη. Παίρνει τα πράγματα από την αρχή: από τη γέννησή του στην πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη του ’25, την ανατροφή και τα πρώτα διαβάσματά του. Κατόπιν έρχονται η «αλητεία» της εφηβείας και οι μικρές επαναστάσεις του. Η ένταξή του στην ΕΠΟΝ, στο ΕΑΜ και η μετέπειτα διαγραφή του από το κόμμα το 1946 που έφερε την κρίση μέχρι αυτοκτονίας. Στο ενδιάμεσο τα πρώτα ποιήματά του, η Κατοχή και η πείνα, το πανεπιστήμιο, οι φίλοι. Μετά ο εμφύλιος και η σύλληψή του το ’48, η καταδίκη του σε θάνατο και η τρίχρονη φυλάκισή του. Η κάθοδος στην Αθήνα, ο γάμος του και οι σπουδές του στην Βιέννη. Η δικτατορία. Οι υποψηφιότητες για την Ευρωβουλή, η απογοήτευση από την πολιτική και η ποιητική σιωπή. 

Στον μονόλογό του τούτο ο Μανόλης (με «ο» όπως το έγραφε ο ίδιος) Αναγνωστάκης λέει για την προτίμησή του στον «ασύλληπτο» Κάλβο και τον Καβάφη «που κολακεύει τον κόσμο», τους Γάλλους ποιητές αλλά και για τον Ουίτμαν. Μας βάζει στο εργαστήρι της γραφής του και ομολογεί με υπονομευτικό χιούμορ την «αναπηρία» του – «υπήρξα ένας αριστερός manqué. Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά. Όλα τα κάνω με το αριστερό χέρι. Εκτός από το γράψιμο, γιατί φαίνεται, μικρός όταν ήμουν, μου επέβαλαν να γράφω με το δεξί.» Χωρίς να περιαυτολογεί, καταθέτει τη γνώμη του για τα λογοτεχνικά περιοδικά, την ποιητική και πεζογραφική μας παράδοση, την περιρρέουσα -ναι, υπήρχε και τότε- γλωσσική κατάπτωση και ένδεια των νέων, τη μετάφραση της ποίησης, την ελληνική απουσία  στο λογοτεχνικό προσκήνιο του εξωτερικού.  Μιλά αντιμετωπίζοντας τη γλώσσα (και συνεπώς τη λογοτεχνία) ως ζώντα οργανισμό της κοινωνίας και ο λόγος του ξαφνιάζει με την τόση συνάφεια που παρουσιάζει με το παρόν.  Και μεταξύ μας, προκαλεί και θλίψη όταν διαπιστώνεις πως κάποια πράγματα, τόσα χρόνια μετά, έχουν αλλάξει ελάχιστα.

Εκείνο που με γοήτευσε στην αφήγησή του είναι η ανάδυση μιας ολόκληρης, ιστορικής πλέον, περιόδου της χώρας, οι κοινωνικές συνθήκες της, τα πολιτικά πεπραγμένα και η αυθεντική αριστερά της εποχής καθώς και ο τρόπος με τον οποίο ο Αναγνωστάκης συνυφαίνει την πολιτική με την επαγγελματική και τη λογοτεχνική/ποιητική του δραστηριότητα, κάτι που διαψεύδει στην πράξη την ιδιότητα του «ποιητή της ήττας» που του απέδωσαν. Ο ίδιος δεν το δέχτηκε. Εκείνο που οι άλλοι ονόμασαν «ήττα» εκείνος το ορίζει ως «αγωνία για την εποχή, ένα άγχος για την εποχή». Και όταν τελείωσε η εποχή, τελειώνει κι η ποίηση. Το γράφει και στον Επίλογο (από την συλλογή του Στόχος) «Κι ὄχι αὐταπάτες προπαντός». Και σαν να συνεχίζει τον στίχο του διευκρινίζει στη συνομιλία του με τον Φάις: «Δεν ξέρω, μου φαίνεται δύσκολο να γράψει ποίηση ένας άνθρωπος σε μεγάλη ηλικία, όταν περνάνε από το φίλτρο του μυαλού του η εμπειρία, όλες οι σκέψεις του, όλα αυτά όταν περνάνε, δεν μπορεί. Θέλει αυθορμητισμό, θέλει κάτι έξω από τον εαυτό σου η ποίηση, και το λέω εγώ που από νέος έγραφα ποιήματα αυτοστοχαζόμενα και ποιήματα εγκεφαλικά. [..] όταν έρχονται οι ρυτίδες, η φλέβα, η ποιητική φλέβα στομώνει, στεγνώνει».  

Άλλωστε, ένα κύριο χαρακτηριστικό των ηττημένων είναι πως παραιτούνται γενικώς από κάθε δραστηριότητα, ενώ ο Αναγνωστάκης, αν και από άλλο μετερίζι, παραμένει δραστήριος. Έχει το γνώθι σαυτόν και είναι ξεκάθαρος:  «Το ’71 ουσιαστικά σταματάει η ποιητική μου παραγωγή. Δεν γράφω καθόλου ποιήματα. Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να γράφω ποιήματα, καθόλου. Συνεχίζω όμως εντατικά την πνευματική μου προσφορά με δοκίμια, με άρθρα, με ορισμένες μελέτες, με πολιτική δράση – αυτό που εγώ θεωρώ δημόσια παρέμβαση».

Για ποιητής, είναι πραγματικά αξιοσημείωτο το πόσο γειωμένος παραμένει ο Αναγνωστάκης. Σωματικό ποιητή πολιτικής πράξης τον αποκαλεί ο Μισέλ Φάις ενώ στο επίμετρο της καλαίσθητης τούτης μικρής έκδοσης σημειώνει πως «Η επίμονη αίσθησή μου και τότε και τώρα (έξι χρόνια από τον θάνατό του και δεκαεννέα από την αποτύπωσή της φωνής του) είναι ότι στον άνθρωπο που είχα απέναντί μου το γεγονός (όσο τραυματισμένο και κακοφορμισμένο κι αν είναι) έχει ένα προβάδισμα, ένα αίσθημα υπεροχής από την ανάκλησή του, από την ανάμνηση». Τούτο το προβάδισμα του γεγονότος, του Πράττω έναντι του Είμαι, με έκανε να θαυμάσω ακόμη περισσότερο τη μετέπειτα σιωπή του Αναγνωστάκη κι αυτό γιατί γνωρίζω πως η σιωπή δεν είναι εύκολη υπόθεση για έναν άνθρωπο της δράσης και σίγουρα δεν είναι ήττα. Είναι αναστοχασμός και παρατήρηση, σχεδιασμός και προετοιμασία ίσως της επόμενης κίνησης, της επόμενης πράξης, της επόμενης  γραμμής, ποιητικής ή όχι.

Σε μια εποχή που όλοι μπορούν να μιλήσουν για όλα, είναι πραγματικά ευεργετικό να διαβάζεις για εκείνους τους ελάχιστους που τους απασχολούσαν οι λεπτομέρειες του τί θα πεις και πότε είναι η κατάλληλη στιγμή για να το πεις. Ή ακόμη όπως λέει και ο ίδιος ο ποιητής: «Γιατί υποχρεωτικά να μιλήσω;»

 

Σημείωση: η εικόνα είναι από την αφίσα του 55 Φεστιβάλ Φιλίππων & Θάσου όπου ο μονόλογος τούτος ανέβηκε σε θεατρική παράσταση με τη δραματουργική επεξεργασία του Μισέλ Φάις και σκηνοθεσία της ηθοποιού Αλεξίας Καλτσίκη, το καλοκαίρι του 2012.

Bookworm-Sue

Anagnostakis, Manolis - a monologue