W.G. SEBALD – ΚΥΝΗΓΟΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ

wgsebald

Δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για τον Sebald. Τον έχουν χαρακτηρίσει κυνηγό φαντασμάτων  – και ήταν, σε βαθμό που έγινε και ο ίδιος φάντασμα και τώρα οι αναγνώστες του τον αναζητούμε στα βιβλία που άφησε πίσω του.

1. Γεννημένος το 1944, προς το τέλος του πολέμου, σε ένα χωριό της Βαυαρίας, μεγάλωσε αποκλεισμένος από το τι συνέβαινε τόσο στην υπόλοιπη Γερμανία όσο και στην Ευρώπη. Γνώρισε τον πατέρα του, όταν αυτός επέστρεψε το 1947 από ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου στη Γαλλία, μιας και ήταν αξιωματικός της Βέρμαχτ. Δεν μίλησε ποτέ για τις εμπειρίες του στον πόλεμο, ούτε και ήταν θέμα προς συζήτηση με τη μητέρα του ή μέσα στην οικογένεια.

Η «συνομωσία της σιωπής» που σκέπαζε ο,τιδήποτε είχε να κάνει με τον πόλεμο χαρακτήρισε τόσο τα παιδικά όσο και τα φοιτητικά του χρόνια.  Σπούδασε στο Φράιμπουργκ και αργότερα έκανε το διδακτορικό του στο Μάντσεστερ, ενώ ταυτόχρονα δίδασκε και γερμανικά. Ύστερα από μια σύντομη παράκαμψη στην Ελβετία, επέστρεψε στην Αγγλία όπου και έζησε για πάνω από 30 χρόνια. Δίδασκε στο University of East Anglia, ενώ το 1989 ίδρυσε το British Centre for Literary Translation και ήταν πρόεδρος του τμήματος Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας.

2. Ο Sebald άρχισε να γράφει σε ηλικία 47 ετών – και μέχρι τον θάνατό του, δέκα χρόνια μετά, είχε καταφέρει να αφήσει πίσω του ένα σύνολο έργου που σημάδεψε τη σύγχρονη ευρωπαϊκή και γερμανόφωνη λογοτεχνία: Αίσθημα Ιλίγγου, Οι Ξεριζωμένοι, Οι Δακτύλιοι του Κρόνου, Αούστερλιτς, Για τη Φυσική Ιστορία της Καταστροφής (κυκλοφορούν στα ελληνικά), Campo Santo, Unrecounted (κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του). Κοινό χαρακτηριστικό όλων: το αίσθημα αποπροσανατολισμού και εκρίζωσης, σε έναν κόσμο που φαίνεται να έχει χτιστεί πάνω σε ερείπια και καταστροφή. Οι χαρακτήρες των βιβλίων του, ιδανικοί flâneurs, περιπλανιώνται στην Ευρώπη και τον κόσμο: είτε γιατί το θέλησαν είτε γιατί αναγκάστηκαν, πάντα αναζητούν έναν τόπο που να μπορεί να τους δεχτεί.

3. Ο Sebald ασχολείται με τους παραγνωρισμένους: αυτούς που παράπεσαν, θα έλεγε κανείς, στις σχισμές της Ιστορίας. Ζούσε σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, δεν είχε φίλους συγγραφείς ούτε και εμπλοκή με κανενός είδους «συγγραφικό κατεστημένο».

Μπορείς να δημιουργήσεις μια παρουσία σε μια άλλη ζωή μέσω της συναισθηματικής ταύτισης. Δεν έχει σημασία πόσο πίσω στο χρόνο θα γίνει αυτό. Η γραφή του μιλά για την απώλεια της αθωότητας, της ζωής, της φύσης, της ανθρωπιάς, του χρόνου, της καταγωγής, της ρίζας, του νοήματος – βασανίζει τους ήρωές του, αλλά και τον αφηγητή στα βιβλία του, που δεν πρέπει να μπερδεύουμε με τον ίδιο τον Sebald (παρά τις όποιες ομοιότητες). Σαν τον Άγγελο της Ιστορίας του Μπένγιαμιν, βλέπει μπροστά του ερείπια αλλά η καταιγίδα της προόδου τον σπρώχνει προς το μέλλον.

4. Στιβαρές προτάσεις, με σχεδόν παλιακή εμμονή στη σύνταξη, λόγος χωρίς εξάρσεις, σχεδόν επίπεδος, πυκνότητα θεματικών, ακατάτακτος σε λογοτεχνικό είδος (αυτοβιογραφία, ταξιδιωτικό, ιστορία, καθαρή μυθοπλασία). Είναι ένας ακούραστος συλλέκτης αναμνήσεων, ιστοριών, αντικειμένων, εικόνων, αισθήσεων, αλλά και καταστροφών: η ανθρώπινη ιστορία ανά τους αιώνες μοιάζει να βασίζεται σε ερείπια και σκόνη – σκόνη, όμως, που σε διαβεβαιώνει για την ύπαρξη ζωής, σε ανακουφίζει για τη μη τελειότητα.

Καθώς γερνάς, υπό μία έννοια, τόσο περισσότερο ξεχνάς. Αυτό ισχύει σίγουρα. […] Αυτό που παραμένει, όμως, στο μυαλό σου, αποκτά σημαντική βαρύτητα, ένα συγκεκριμένο ειδικό βάρος.

Ο Sebald θυμάται και αυτά που δεν έχει ζήσει. Τα πάντα είναι μια μαντλέν, γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να αποτινάξει το βάρος των αναμνήσεών του και κάποιοι λυγίζουν κάτω από αυτό (όπως ο Άμπροζ Άλντεβαρτ στους Ξεριζωμένους ή ο Ζαν Αμερύ). Τα υποκείμενα στο έργο του καθορίζονται από την πράξη της αφήγησης (ο Αούστερλιτς).

Το υποκείμενο στον Sebald είναι αρχειοθέτης: κάθε είδους σημαντική και ασήμαντη πληροφορία καταγράφεται και αποθηκεύεται, ημερομηνίες, κάρτες, φωτογραφίες, οτιδήποτε μπορεί να βοηθήσει στην αναζήτηση και στη διατήρηση της μνήμης. Πρόκειται όμως για μια προσθετική μνήμη, ένα σύστημα που γίνεται εν τέλει αυτοαναφορικό.

austerlitz3 

5. Διάσπαρτες στα βιβλία του Sebald, παλιές φωτογραφίες, που δεν λειτουργούν όμως ως εικονογράφηση, αλλά αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της αφήγησης. Οι περισσότερες είναι αληθινές αλλά όχι απαραίτητα σε πλήρη αντιστοιχία με την ιστορία στην οποία βρίσκονται. Ο Sebald συνήθιζε να αγοράζει και να ψάχνει σε παζάρια και αγορές, ενώ μερικά αποκόμματα εισιτηρίων ή αποσπάσματα ημερολογίων, είναι πλαστογραφημένα και από τον ίδιο. Ο ίδιος λέει πως ο,τιδήποτε έχει «παραποιηθεί με κάποιο τρόπο» έχει γίνει για να στρογγυλευτεί μια ιστορία, να της δοθεί μια «βοήθεια» ώστε να ταιριάξει με αυτό που έχει στο μυαλό του, χωρίς ταυτόχρονα να προσβάλλει ή να ενοχλεί τον πραγματικό ήρωα της ιστορίας, όπως παραδείγματος χάρη στους Ξεριζωμένους.

Ως αναγνώστες, λέει ο ίδιος, τείνουμε να πιστεύουμε περισσότερο μια φωτογραφία παρά μια αφήγηση, άρα η χρήση τεκμηρίων τέτοιου τύπου για τον Sebald συμβάλλει στην επίταση της αληθοφάνειας των όσων λέει – η φωτογραφία μαρτυρά για κάποιου είδους αντικειμενικότητα, μαρτυρά και επιζεί εκείνων που απεικονίζει. Καθώς στεκόμαστε να τις μελετήσουμε, ο χρόνος, αφηγηματικός και πραγματικός, κυλάει από πάνω μας και για μια στιγμή, τη στιγμή της ενατένισης, παρελθόν και μέλλον συναντώνται στο παρόν.

6. Οι ήρωες του Sebald είναι φάσματα: ένας συνδυασμός υπαρκτών προσώπων, βιογραφιών, τυχαίων ειδήσεων ή περιστατικών (που σημειώνει και προσέχει με μανία γιατί δίνει ιδιαίτερη σημασία στις συμπτώσεις) που έρχονται να συνταιριάξουν με την ιστορία που έχει ήδη πλάσει στο μυαλό του. Σιγά σιγά τα φάσματα αποκτούν κάποιου είδους υπόσταση μέσα στις σελίδες, παραμένουν όμως φαντάσματα, καθώς μοιάζουν να περιπλανιούνται χωρίς να βρίσκουν ησυχία: ο Μαξ Φέρμπερ, ο Πάουλ Μπεράιτερ, ο Ζακ Αούστερλιτς, ο ίδιος ο αφηγητής που περιπλανιέται στις ακτές της Αγγλίας ή ανά την Ευρώπη, συναντώντας τους συνομιλητές του, χωρίς ποτέ να ξέρουμε γιατί ταξιδεύει έτσι κι αλλιώς. Η ζωή τους και η ζωή του αφηγητή μοιάζει παραδομένη στην τύχη, σε μια δίνη συμβάντων που τους παρασύρει και αυτοί προσπαθούν να σταθούν όρθιοι.

7. Ο Sebald δημιουργεί έναν κόσμο που βρίσκεται στο μεταίχμιο πραγματικού και μυθοπλαστικού: κάποια από αυτά που περιγράφει ή αναφέρει, μπορεί και να είναι αλήθεια. Μπορεί και όχι. Έχει σημασία τελικά και πόσο αυτό μπορεί να επηρεάσει έναν αναγνώστη; Καθόλου: ελάχιστη σημασία έχει αν είναι αλήθεια ή ψέματα η ιστορία του Άμπροζ Άλντεβαρτ και του Κόσμο, τα ταξίδια τους και η αναμφίβολα ιδιαίτερη σχέση τους. Σημασία έχει η επιθυμία του Άμπροζ να διαγράψει από το μυαλό του κάθε ψήγμα ανάμνησης, η ανάγκη του να διαχειριστεί αυτό το δυσανάλογο βάρος της μνήμης – και φτάνει στα άκρα για αυτό. Είναι σημαντικό για εκείνον να διατηρείται αυτή η ένταση, η αβεβαιότητα, ακόμα και ως προς τον αφηγητή.

8. Πως μπορεί να μιλήσει κανείς για το Ολοκαύτωμα μετά το Ολοκαύτωμα; Ο Sebald λέει πως ο καλύτερος τρόπος είναι να μιλήσεις πλαγίως: να αφήσεις να εννοηθεί ότι είναι αυτό που σε απασχολεί, χωρίς να μιλήσεις ποτέ ευθέως για την αγριότητα. Η υπονόηση είναι εξίσου αποτελεσματική, ίσως και περισσότερο για εκείνον. Δεν είναι εύκολο να είσαι Γερμανός και να δίνεις φωνή στα θύματα της καταστροφής που προκάλεσε η χώρα σου –ο ίδιος ο Sebald θα μιλήσει για τη λεγόμενη «ανικανότητα του πένθους» που χαρακτήρισε τη Γερμανία μετά τον πόλεμο, αλλά και για την ισοπέδωση των γερμανικών πόλεων από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς. Τον έχουν κατηγορήσει για αισθητικοποίηση της Ιστορίας. Ο Sebald, όμως, ανήκει επίσης σε μια γενιά ηττημένων: δεν έμαθε ποτέ τι συνέβη, όσο μεγάλωνε, έζησε όμως όλες τις συνέπειες. Και ο ίδιος έζησε μέσα στα ερείπια και μόνο φεύγοντας από τη χώρα του, μπόρεσε να κατανοήσει πλήρως το μέγεθος της καταστροφής –όπως και οι περισσότεροι από τους χαρακτήρες του. Ο μόνος τρόπος να κρατήσει ζωντανή τη Γερμανία που ήξερε –αλλά ίσως πλέον δεν άντεχε– ήταν να γράφει στη μητρική του γλώσσα.

9. Η ενασχόληση με το παρόν περιλαμβάνει αναπόφευκτα την καταβρόχθιση του παρελθόντος. Αυτό επιτυγχάνεται με την αφηγηματοποίηση του παρελθόντος, με μια γραφή που πηγαίνει πέρα από την περιγραφή του ιστορικού συμβάντος και συνιστά η ίδια ένα συμβάν, έναν λογοτεχνικό χρόνο. Μέσο του Sebald είναι «η πρόζα, όχι το μυθιστόρημα», όπως λέει και ο ίδιος. Και πράγματι, καταβροχθίζει το παρελθόν. Μόνο που η τέχνη μπορεί εκτός από το να διατηρήσει τη μνήμη και να την καταστρέψει: αυτό είναι ένα ρίσκο του Sebald καθώς αναζητά τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα ξεριζωμού στις ιστορίες του. Όπως ο Αούστερλιτς, που κατέρρευσε από την ανικανότητά του να θυμηθεί το παρελθόν του και προσπαθεί εναγωνίως να το ανασύρει από τις αναμνήσεις κυρίως άλλων (της νταντάς του στην Πράγα), έτσι και ο Sebald αναζητά να δημιουργήσει το παρελθόν που δεν έζησε και δεν θυμάται, μέσω ιστοριών άλλων, ως ετεροπαθή ανάμνηση, ώστε να ολοκληρωθεί η ιστορία της ζωής του.

10. O Sebald ενδιαφέρεται για τη ζωή μετά την καταστροφή: πως μπορεί κανείς να συνεχίσει με αυτή την προσδοκία ή την ελπίδα ότι θα μπορέσει να πάει παρακάτω. Η μελαγχολία του δεν έχει να κάνει με καμία επιθυμία προς θάνατον –είναι περισσότερο ένας τρόπος να αντιδράσει. Εφόσον μπορούμε να μιλήσουμε για όλα αυτά, ίσως μπορούμε και να τα ξεπεράσουμε.

«This preoccupation with making something out of nothing, which is, after all, what writing is about».

Βιβλιογραφία

–      W. G. Sebald, Image-Archive-Modernity του J. J. Long

–      Against the Power of Time: The Poetics of Suspension in W. G. Sebald’s «Austerlitz» του Amir Eshel (New German Critique
No. 88, Contemporary German Literature (Winter, 2003)

–      The Emergence of Memory: Conversations with W. G. Sebald (edited by Lynne Sharon Schwartz) [από όπου και τα παράθεματα σε πλάγια γράμματα, σε μετάφραση δική μου]

Αρχοντή Κόρκα

WG-Sebald