ΠΑΝΤΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΕΣΕΝΑ

ASSOULINE Pierre

«Με το χαμόγελό της και μόνο οι προσκεκλημένοι άκουγαν ήδη τη φράση που δεν θα λεγόταν ποτέ. Τα πάντα δήλωναν «Καλώς ήλθατε στο θέατρό μου!» κι αυτό δεν τους άφηνε την παραμικρή αμφιβολία πως ήταν ηθοποιοί της μιας βραδιάς. Άλλωστε δεν ήταν μεταμφιεσμένοι; Τους έλειπε μόνο η μάσκα, εκτός κι αν θεωρήσουμε πως το πρόσωπό τους ήταν ήδη, από μόνο του, μια μάσκα: μέικ-απ, γενειάδα, λίφτινγκ, μουστάκι, γυαλιά, σαν πολεμιστές που βάφουν το πρόσωπό τους με τα χρώματα του πολέμου…

Ένα δείπνο στο Παρίσι είναι καθαυτό μια γαλλική κωμωδία.»

 

Ένα δείπνο σε ένα μεγαλοαστικό διαμέρισμα του Παρισιού είναι το σκηνικό στο οποίο εκτυλίσσεται το έξοχο μυθιστόρημα του πολύ καλού Γάλλου συγγραφέα, δημοσιογράφου (και παρεμβατικού blogger), Pierre Assouline (Καζαμπλάνκα, 1953), «ΟΙ ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΙ» («Les Invites»), (Εκδ. Πόλις, μτφ. Ρ. Κολαΐτη, σελ.196). Με ατμόσφαιρα που θυμίζει μέρες της αριστοκρατίας πριν τη Γαλλική επανάσταση του 18ου αιώνα, και γραφή που θυμίζει τις κινήσεις μιας κάμερας καθώς στέκεται από πρόσωπο σε πρόσωπο, τονίζοντας τις λεπτομέρειες και τις λεπτές αποχρώσεις των συναισθημάτων, ο συγγραφέας «κεντάει» ψιλοβελονιά παραδίδοντας ένα μυθιστόρημα-έργο τέχνης που αν παραδοθείς στη γοητεία του θα μαγευτείς.

Οι προσεκτικά επιλεγμένοι καλεσμένοι του ζεύγους Ντυ Βιβιέ εγγυώντο για μια βραδιά που θα κυλούσε ανέφελα, εξάλλου η Σόφι ή κυρία Ντυ όπως επέβαλλε στο προσωπικό της να την αποκαλεί, θεωρούσε τον εαυτό της μάστορα του art de la table, έχοντας οργανώσει δεκάδες παρόμοια δείπνα. Το σημερινό είχε ως σκοπό να περιποιηθεί ο σύζυγος έναν Καναδό μεγαλοεπιχειρηματία, τον Τζορτζ Μπάνον, καθώς μια λίαν συμφέρουσα εμπορική συμφωνία ήταν εν όψει.

Την ώρα όμως που οι προσκεκλημένοι ετοιμάζονται να καθίσουν στο τραπέζι, μία εξ αυτών διαπιστώνει ότι υπάρχουν 13 σερβίτσια και αρνείται να συμμετάσχει στο δείπνο θεωρώντας τον αριθμό γρουσούζικο. Μπροστά στην επικείμενη «καταστροφή», η οικοδέσποινα προτείνει στην ωραιότατη αραβόφωνη καμαριέρα, την Σόνια, να καθίσει μαζί τους στο τραπέζι για να γίνουν 14, πράγμα που τελικά γίνεται.

Η Σόνια όμως έχει άποψη και γνώμη. Μορφωμένη κοπέλα, που εργάζεται για να μπορέσει να συνεχίσει τις σπουδές της στην Ιστορία της Τέχνης στη Σορβόνη (που κάποιες από τις αριστοκρατικές κυρίες δεν ήξεραν πού ακριβώς βρίσκεται), γίνεται γρήγορα το αντικείμενο του ενδιαφέροντος του εξέχοντος προσκεκλημένου Καναδού. Οι εκλεκτοί ομοτράπεζοι, που αντιπροσωπεύουν ένα ευρύτατο μεγαλοαστικό φάσμα, ξεπεσμένοι αριστοκράτες που έχουν παντρευτεί πλούσιες νύφες, διπλωμάτες καριέρας, χρηματιστές, οικονομικοί παράγοντες μυρίζονται «φρέσκο αίμα» και στρέφουν την κουβέντα προς τη Σόνια που αλλιώς τη φανταζόντουσαν ή την είχαν στο μυαλό τους και αλλιώς τους βγαίνει.

Η κουβέντα κυλάει με φαρμακερές αιχμές για το ποιο είναι το original όνομά της, περί του αν θεωρεί τον εαυτό της Γαλλίδα –και όταν τους απαντάει ότι είναι Γαλλίδα και δεν θεωρεί τον εαυτό της τίποτε άλλο αφού γεννήθηκε στη Μασσαλία, σοκάρονται–, τη ρωτάνε για την κλειτοριδεκτομή, για τους στίχους αραβικών τραγουδιών, γενικώς προσπαθούν να τη μειώσουν με ειρωνείες και μικροκακίες, όσο δε βλέπουν το έντονο ενδιαφέρον του Καναδού (ίσως του πιο φυσιολογικού από τους καλεσμένους), και την ψυχραιμία της Σόνιας τόσο λυσσάνε περισσότερο.

Με την κουβέντα οι μάσκες πέφτουν και φαίνεται όλη η επίφαση και η προσποίηση των επιφανών προσκεκλημένων, σνομπισμός και ειρωνεία, κενότητα και αμάθεια, ρατσισμός και πόζα άνευ περιεχομένου και ουσίας. Τα στερεότυπα και οι εμμονές βγαίνουν στην επιφάνεια, ενώ πράγματα που «κρύβονται επιμελώς κάτω από το χαλί» αποκαλύπτονται, ομοφυλοφιλικές τάσεις, ναρκωτικά, αλκοολισμός, φόβος για τα γηρατειά και τη μοναξιά.

Κάποιες στιγμές νομίζεις ότι δεν διαβάζεις μυθιστόρημα αλλά παρακολουθείς ένα κινηματογραφικό έργο – η γραφή θυμίζει κάμερα που κάνει γκρο-πλαν σε πρόσωπα και στέκεται πάνω τους για ώρα. Το πολυφωνικό και πολυεπίπεδο μυθιστόρημα του Ασουλίν πιο πολύ λειτουργεί ως κοινωνικό σχόλιο-στοχασμός και θα μπορούσε κάποιος να πει ότι φέρνει στο νου περισσότερο την ταινία του (μεγάλου) Λ. Μπουνιουέλ «Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας» ή ακόμα και το «Ιδιωτικά βίτσια, δημόσιες αρετές» του Μ. Γιάντσο, παρά μυθιστορήματα με κεντρικό τους άξονα ένα δείπνο.

Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας

Ο Ασουλίν με ακρίβεια εντομολόγου περνάει από μικροσκόπιο, ενέργειες, κινήσεις, συμπεριφορές, ψιλοκουβέντες, τυχαίες ή καθόλου τυχαίες φράσεις.

Ο συγγραφέας (Γάλλος γεννημένος στο Μαρόκο), με λεπτό χιούμορ (χαρακτηριστικό όλων των βιβλίων του άλλωστε) αναδεικνύει εξαιρετικά την υποκρισία και τον καλά κρυμμένο κάτω από την επίφαση της δημοκρατικότητας (στην οποία όλοι ορκίζονται) ρατσισμό που μπορεί και να παραμονεύει πίσω από μια δήθεν αθώα διαπίστωση, «Γάλλος είναι μόνον ο Χριστιανός» (όπου το «Γάλλος» μπορεί να αντικατασταθεί από οποιαδήποτε Δυτικοευρωπαϊκή υπηκοότητα). Η Σόνια βιώνει το διχασμό, νιώθει «προσκεκλημένη», στο σπίτι της υποστηρίζει οτιδήποτε Γαλλικό, νιώθει πρέσβειρα της Γαλλικής κουλτούρας και εδώ αναγκάζεται να υποστηρίξει τους δικούς της ανθρώπους που λοιδορούνται παντού και συνεχώς. Είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο-μάθημα ύφους και στυλ, στο έπακρο σαγηνευτικό, το οποίο με τον υπνωτιστικό του ρυθμό σε παγιδεύει μέσα του.

«Δεν ήταν από εκείνους που είναι απλώς περαστικοί. Έπρεπε να την αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο όπως τους Πολωνούς και τους Ιταλούς, τους Ισπανούς και τους Πορτογάλους, που κι αυτοί είχαν δημιουργήσει τη Γαλλία, με το να γίνουν πέρα για πέρα Γάλλοι. Πηγαίνοντας στην εκκλησία την Κυριακή, είναι αλήθεια. Μα το ουσιαστικό δεν ήταν αυτό. Το ουσιαστικό βρισκόταν σε κάτι που δεν ειπώθηκε και δεν θα λεγόταν. Γιατί αν είχε τολμήσει η Σόνια θα του είχε εκμυστηρευτεί ότι κατά τη γνώμη της οι Εβραίοι ετούτης της χώρας είχαν πίσω τους ένα τέτοιο παρελθόν αποκλεισμού, διώξεων και νομαδισμού που θα έπρεπε να φοβούνται, περισσότερο κι από την ίδια, μήπως τους καλούσαν να φύγουν. Άλλωστε, πολλοί από αυτούς δεν προετοιμάζονταν κιόλας γι’ αυτό, στου μυαλό τους αν όχι και στην πράξη, με ένα σπίτι στην Γαλλία, ένα άλλο στο Ισραήλ ή στην Αμερική; Θρησκευτική ή κοσμική, η προσήλωση στην επιβίωσή τους ως Εβραίων ήταν τόσο ισχυρή, η αντίθεση του κόσμου απέναντί τους τόσο παλιά και το όλο ζήτημα τόσο βαθιά ριζωμένο στη συνείδηση της ανθρωπότητας, που δεν θα μπορούσαν να είναι τόσο διαφορετικά.

Παρά τα φαινόμενα, αυτοί ήταν διαρκώς προσκεκλημένοι. Πάντα υπάρχει κάποιος περισσότερο προσκεκλημένος από εσένα. Μόνο αυτή η σκέψη την παρηγόρησε.»

Librofilo 

Οι προσκεκλημένοι