«ΤΑ ΟΡΦΑΝΑ» ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΚΟΡΤΩ

Corteau

Η Κασσάνδρα είναι Καρκίνος. Επάρατη νόσος. Κατακλύζει το σώμα που γέννησε. Το γέννημα είναι Αιγόκερως. Δίχως τα κέρατα – ήταν τα πρώτα που έπεσαν εξαιτίας της νόσου. Και έχουν σχέση καρμική. Που θα πει σχέση εξάρτησης. Που θα πει ότι μόνη σωτηρία είναι ο θάνατος. Κάποιος θάνατος.

Όταν είχα τελειώσει το βιβλίο της Μαργαρίτας Καραπάνου, Η Κασσάνδρα και ο Λύκος, ένιωθα πως ήταν από αυτά που ήθελα να είχε λίγο ακόμη. Καιρό μετά νιώθω σαν να βρίσκω ξαφνικά κάποιες χαμένες σελίδες που κάπου είχαν παραπέσει της Μαργαρίτας. Και της είχαν παραπέσει στα Ορφανά του Αύγουστου Κορτώ. 

Το αφήγημα κινείται στο ίδιο «παράλογο» κλίμα με την Κασσάνδρα και τον Λύκο, μόνο που εδώ ο Αύγουστος Κορτώ σαν να ανακάθεται συχνά στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι, σαν ενίοτε να βηματίζει μέχρι την πολυθρόνα, συγχέοντας τους ρόλους,  και να μας δείχνει τις σημειώσεις του. Λανθάνουν κραυγάζοντας με τρόπο τρυφερό, γλυκύ και οπωσδήποτε σπαραξικάρδιο οι εξηγήσεις.

Η Κασσάνδρα είναι ένα πολύ μικρό κορίτσι. Που γεννάει ένα εξίσου μικρό αγόρι. Και τότε, ξαφνικά, γίνεται μεγάλη. Γιατί έτσι πρέπει. Συχνά, βέβαια, το είναι της, το διχασμένο, δεν συγκρατείται και αποκαλύπτεται. Η συναισθηματική ανωριμότητα λυγίζει τα γόνατα, χαμηλώνει, κάθεται στο χαλί και παίζει με τα παιδικά παιχνίδια, θυμώνει παράλογα, ζηλεύει παράλογα και κυρίως εξαρτάται, με τρόπο ζωτικό.

Η σχέση που αναπτύσσει η Κασσάνδρα με το σπλάχνο της είναι μια σχέση που πατάει σε ψυχοπαθολογικό υπόβαθρο. Όλοι οι ρόλοι της, οι πολλαπλές ταυτότητες που φέρει ως άνθρωπος, εξαντλούνται στη σχέση της με τον γιο της, τον Πέτρο. Όπως εξαντλούνταν πριν, άλλωστε, στη σχέση της με εκείνον τον άλλο Πέτρο, την «νταντά» της (στο βιβλίο της Καραπάνου), που ήταν ταυτόχρονα και μάνα και πατέρας και φίλος και αντικείμενο κάποιας ιδιότυπης σεξουαλικής έκφρασης.

Τα τσιγάρα που μοιράζεται η μάνα με τον γιο, το δάγκωμα της σάρκας της καθηγήτριας που τον μαλώνει, το χαϊδολόγημα των γεννητικών του οργάνων… όλες είναι εικόνες που στην πραγματικότητα μας σοκάρουν μόνο και μόνο ακριβώς γιατί δεν μας αποκαλύπτουν την προβληματική ψυχολογία ενός άλλου, παρά αναδεικνύουν εικόνες του δικού μας υποσυνειδήτου. Στιγμές ντροπής και τρόμου που διαχειριστήκαμε, στιγμές ανοίκειες που τους αφεθήκαμε, στιγμές άβολες που όλες εκείνες οι ψυχαναλυτικές “αηδίες” δεν μας επέτρεπαν να τις απορρίπτουμε πια.

Στην Κασσάνδρα βρίσκουμε στοιχεία από τον ψυχαναλυτικά αποδομημένο εαυτό μας. Δεν ανάβουμε μήπως στα χείλη ενός παιδιού το τσιγάρο όταν παραπονιόμαστε, ας πούμε, για “τα καμώματα του πατέρα του”;  Έτσι που να γίνεται το παιδί ο φίλος και ο προστάτης μας, εκείνος που θα διεκδικήσει το δίκιο μας, ή που, άλλες φορές, θα ενδυθεί χίλια ψέματα, για να μας προστατέψει κάνοντας πως δεν καταλαβαίνει. Γιατί κι ο Πέτρος, εδώ στα Ορφανά, ξέρει ότι η μαμά πίνει. Ξέρει ακόμα ότι η μαμά δεν έχει κανέναν για να βγει. Και προσποιείται πως δεν ξέρει. Την προστατεύει. Προστατεύει την Κασσάνδρα από τη συντριπτική απογοήτευση της αποτυχίας. Γιατί έτσι κάνουν τα παιδιά, προστατεύουν μπαίνοντας πρόθυμα στο «θεατρικό» που τους στήνουμε. Και ας νομίζουμε συνήθως πως τα χειριζόμαστε, πως εμείς είμαστε που τα προστατεύουμε με κατασκευές από μια σκληρή πραγματικότητα. Έτσι, τους φορτώνουμε ρόλους που δεν τους ανήκουν, που δεν τους αρμόζουν, ρόλους βαρείς κι ασήκωτους.

Το να διαβάζεις όμως την Κασσάνδρα και τον Λύκο της Καραπάνου ή τα Ορφανά του Κορτώ, αν και σου αφήνει ένα σημάδι σαν εκείνο από το ματοβαμμένο δήγμα της Κασσάνδρας, χωρίς τύψεις ομολογώ πως είναι ευχάριστο. Γιατί, πραγματικά, η γραφή και των δύο είναι απολαυστική, ασχέτως του περιεχομένου. Έχει μια αλλόκοτη υφέρπουσα σπιρτάδα, λίγη απ’ την τρυφερότητα και την οξύνοια των δημιουργών.

Η δεύτερη πρόζα του βιβλίου είναι κι αυτή καταθλιπτική. Όχι ασήκωτη όμως – ο συγγραφέας, ασχέτως των συνθηκών της συγγραφής, δε μας μεταδίδει το βάρος του. Και είναι σαφές ότι εκκινεί, ως σύλληψη, από τη Σονάτα του Ρίτσου. Το καταλαβαίνεις ακόμα και αν δεν έχεις διαβάσει την Εισαγωγή του βιβλίου. Ομολογώ όμως ότι δεν με κέρδισε το ίδιο όσο το πρώτο «ορφανό» κείμενο. Ίσως γιατί η Σονάτα τα έχει πει όλα. Γιατί δεν άφησε περιθώρια για παρακάτω. Ίσως, πάλι, γιατί εγώ δεν ήμουν έτοιμη γι’ αυτό.

Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς για τα κείμενα αυτά, ιδίως το πρώτο. Όμως συνηθίζω να γράφω μοναχά εντυπώσεις. Ό,τι μου άφησε το βιβλίο συνολικά, δίχως να χρειαστεί να το ξανανοίξω. Και τη χάρηκα τη συνάντηση με τα Ορφανά του Αύγουστου Κορτώ.

Γεωργία Μανάφη

295289_10150689157489952_1083070311_n