ΚΡΙΣΤΟΦΕΡ ΧΙΤΣΕΝΣ, ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

hitchens

«Μα γιατί εγώ;»

«Γιατί όχι;»

Μια από τις πιο παλιές φίλες μου -και από τις λιγοστές θρησκευόμενες- χαρακτήρισε το «Ο Θεός δεν είναι μεγάλος» ίσως το πιο εκνευριστικό βιβλίο που διάβασε ποτέ. Παραδέχτηκε ωστόσο πως το στοιχείο που την εκνεύρισε ήταν η απόλυτη έλλειψη σεβασμού για τη θρησκεία που έδειχνε ο συγγραφέας, συνηθισμένη μέχρι τότε στη σιωπή και την υποχωρητικότητα των άθεων προς τη συγκίνηση που προκαλούσε η πίστη και τα τελετουργικά της. Υπήρχε όμως και κάτι που την ανησύχησε. Αυτό ήταν η διεκδίκηση του ίδιου σεβασμού για τη μάχη με στόχο τη δημιουργία ενός νέου ανθρωπιστικού πολιτισμού, ενός ανανεωμένου διαφωτισμού, ο οποίος, σε αντίθεση με τους προηγούμενους, δεν ήταν απαραίτητο να εξαρτάται από τις ηρωικές επαναστάσεις λίγων και χαρισματικών ανθρώπων. Η πένα του συγγραφέα, τόνισε, έμοιαζε να κινείται με απερίγραπτη σιγουριά αλλά και ξιπασιά, προς ακλόνητες αλήθειες και συνήθειες, σε τέτοιο βαθμό, που θα μπορούσε να ξεσηκώσει ακόμη και τον πιο ήπιο αγνωστικιστή, ώστε να στήσει ομηρικούς καυγάδες πάνω από χριστουγεννιάτικα και πασχαλινά τραπέζια ή, ακόμη χειρότερα, κόντρα στον πένθιμο ήχο της καμπάνας τη μεγάλη Παρασκευή.

Όταν έμαθε πως ο «εχθρός» της αρρώστησε βαριά δεν χάρηκε φυσικά, γιατί δεν είναι χαιρέκακος άνθρωπος, ούτε περίμενε να μετατοπιστεί από τις θέσεις του, αποκηρύσσοντας τον αθεϊσμό του. Δεν έπαιρνε και πολύ στα σοβαρά φράσεις όπως «δεν υπάρχουν άθεοι στα χαρακώματα» και η μάχη με τον καρκίνο μοιάζει με μάχη στα χαρακώματα.

Ο Χίτσενς, πράγματι, σήμερα το ξέρουμε, έμεινε ο ίδιος μέχρι το τέλος. Μάλιστα, ένα από τα πολλά που μπορεί να κάνει σε έναν άνθρωπο μια βαριά ασθένεια, ανακάλυψε, είναι το ότι τον αναγκάζει να επανεξετάσει δεδομένες αρχές και φαινομενικά αξιόπιστα αποφθέγματα. Όπως αποκαλύπτει, σταμάτησε να ξεφουρνίζει με την ίδια συχνότητα τη ρήση «ό,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό» και αναρωτήθηκε γιατί κάποτε την είχε θεωρήσει βαθυστόχαστη. Παραδέχτηκε μάλιστα πως η επαφή με τη φρίκη, όταν βρέθηκε ως ξένος ανταποκριτής σε εμπόλεμες ζώνες, τον είχε κάνει «πιο σκληροτράχηλο», αλλά ο ασθενής Χίτσενς κατάλαβε πως η αίσθηση αυτή ήταν «μια αίσθηση βλακώδης, καθώς δεν απέχει πολύ από το να πεις “χωρίς τη θεία χάρη θα ήμουν κι εγώ εκεί”, πράγμα που με τη σειρά του δεν απέχει πολύ από το να πεις “η χάρη του Θεού ευτυχώς με προφύλαξε, ενώ αγνόησε τον κακότυχο άλλο”». Όπως και ο Νίτσε, στον οποίο αποδίδεται η φράση (αν και ο Χίτσενς πίστευε πως μάλλον τη δανείστηκε από έναν αρχαιότερό του, πιθανώς από τον Γκαίτε), είχε την κακοτυχία να διαπιστώσει πως «στον κτηνώδη φυσικό κόσμο και σε εκείνον που διαλαμβάνει η ιατρική υπάρχουν πολλά πράγματα που, ενώ μπορούν να σε σκοτώσουν, δεν σε σκοτώνουν κι ύστερα σ’ αφήνουν πολύ πιο αδύναμο».

christopher2

Στον τόμο με τίτλο «Πριν το τέλος» (μτφ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Μεταίχμιο) ο διανοούμενος και δημοσιογράφος με τον αντισυμβατικό λόγο, που απέκτησε όσο ζούσε φίλους και εχθρούς διατυπώνοντας απόψεις που ενοχλούσαν και συχνά εξόργιζαν, λέει το δικό του «αντίο» χωρίς να κρύψει την αδυναμία του σώματός του, χωρίς να υποδυθεί υψηλό φρόνημα.

Η αρρώστια τον βρήκε σε καλή στιγμή, έγραψε, καθώς είχαν σταθεροποιηθεί στη ζωή του αρκετά πράγματα. Στάθηκε όμως διπλά άτυχος: «δύο περιουσιακά στοιχεία είχα, την πένα και τη φωνή μου –κι ήταν ανάγκη να εμφανιστεί στον οισοφάγο». Περιέγραψε τον όγκο του «ως τυφλό και ασυγκίνητο ξένο, κάπως θρασύ, που χρειάζεται έναν ζωντανό οργανισμό για να υπάρξει, που όμως δεν θα μπορέσει να γίνει ποτέ ζωντανός οργανισμός». Αρχικά δεν είχε σκοπό να μιλήσει για την αρρώστια. Δεν ήθελε να ταυτιστεί με την ασθένεια, δεν ήθελε να της χαριστεί, να αφανίσει στο πέρασμά της τα πάντα. Τα στάδια της άρνησης, της οργής, της διαπραγμάτευσης και της αποδοχής, δεν είχαν στην περίπτωσή του εφαρμογή. Οργίστηκε μαζί της σαφώς, αλλά μάλλον δεν έμεινε για καιρό οργισμένος καθώς δεν κλαψούρισε για τη μεγάλη αδικία που του έκανε η ζωή. Ο Χίτσενς έβρισκε ηλίθια την ερώτηση «Γιατί εγώ;». Ο κόσμος πίστευε πως ούτε θα έμπαινε στον κόπο να απαντήσει «Και γιατί όχι;». Σκέφτηκε κάποια στιγμή πως το στάδιο της διαπραγμάτευσης ίσως αποδεικνυόταν περισσότερο χρήσιμο. Θα μπορούσε ίσως να δώσει κανείς στην ασθένεια αυτά που χρειάζεται, όπως τις επώδυνες θεραπείες με αντάλλαγμα μερικά ακόμη χρόνια, που μπορούσαν να αποδειχτούν κι αυτά χρήσιμα. Όμως, όσο και αν τον γοήτευε η εικόνα ενός ανθρώπου σε μάχη, σε μάχη με τον καρκίνο στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είχε πρόβλημα να παραδεχτεί πως το ηθικό του στρατιώτη «έλιωνε σαν κύβος ζάχαρης στο νερό» κάθε φορά που η θεραπεία άδειαζε σταγόνα σταγόνα στον οργανισμό του το δηλητήριό της».

Από την άλλη, διαβάζοντας κανείς τα «αποχαιρετιστήρια» αυτά κείμενα δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει μέσα σε αυτά τον Χίτσενς, τον Χιτς, με το μαχητικό πνεύμα και το ασύγκριτο χιούμορ. Κατά κάποιο τρόπο στις λέξεις του παρελαύνουν, ακριβώς με τους ίδιους όρους, όλα εκείνα που τον απασχόλησαν κατά τη διάρκεια της ζωής του. Η μάχη του με τον Θεό και τη θρησκεία, το πάθος του για την επιστήμη και τη γνώση, η αγάπη του για τη ζωή, χρησιμοποιώντας συχνά το δηκτικό εκείνο ύφος για το οποίο από άλλους αγαπήθηκε και από άλλους όχι και τόσο.

Ο Χιτς έγραψε πως δεν στάθηκε γενναίος. «Γενναίος; Χα! Κράτα τον χαρακτηρισμό για καμιά μάχη από την οποία δεν μπορείς να το σκάσεις». Μίλησε όμως με γενναιότητα για την «κοινοτοπία του καρκίνου». Το επίμετρο του βιβλίου, γραμμένο από τη γυναίκα του Κάρολ Μπλου, είναι διαφωτιστικό. «Το χάρισμα του Κρίστοφερ δεν τον εγκατέλειψε ποτέ και πουθενά: ούτε στον δημόσιο χώρο, ούτε στον ιδιωτικό, ούτε καν στο νοσοκομείο. Μετέτρεψε τη νοσηλεία σε πάρτι, μεταμορφώνοντας τον αποστειρωμένο, παγερό, φωτισμένο με νέον θάλαμο, που αδιάκοπα βόμβιζε, τρεμόλαμπε και παλλόταν, σε σπουδαστήριο και σαλόνι. Οι ευφυείς, περίτεχνες συζητήσεις του δεν έπαψαν ποτέ».

Όχι πως περιμέναμε κάτι διαφορετικό.

Εύη Καρκίτη

Christopher.jpg book