Η ΣΟΝΙΑ ΤΟΥ ΤΣΕΧΩΦ

theios-Vanias-tetragwni-IMG_0020-425x425

Από την λίστα των κορυφαίων και πολυαγαπημένων μου θεατρικών δημιουργών, δεν θα μπορούσε να λείπει ο Αντον Τσέχωφ.  Αγαπημένη ηρωίδα αλλά και έργο από αυτόν τον συγγραφέα δεν είναι άλλο από το «Θείο Βάνια» και την ηρωίδα του, τη Σόνια.

Σήμερα, ακόμα και τώρα που γράφω αυτές τις σκέψεις, αναρωτιέμαι γιατί αγάπησα τόσο πολύ τη Σόνια και όχι τη Μάσα από τις «Τρεις Αδελφές» ή τη Νίνα από το  «Γλάρο» του ίδιου συγγραφέα. Ηρωίδες πιο δραματικές, πιο έντονες, πιο παθιασμένες, πιο ερωτεύσιμες.

Με παίδεψε η Σόνια πολύ, τόσο που ήθελα να σταματήσω, να την προσπεράσω και να πάω σε άλλη ηρωίδα. Και θα το είχα κάνει, αν την στιγμή ακριβώς που ετοιμαζόμουν να τη διαγράψω από το μυαλό μου, δεν ερχόταν μπροστά μου με τα παγωμένα της μάτια να με καρφώνει και να με ρωτάει, γιατί;

Δεν ξέρω αν μόνο εγώ ζω δύο ζωές –μία μέσα στο κεφάλι μου και μία, την πραγματική ζωή– ή αν όλοι οι άνθρωποι, άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο, ζουν έτσι. Εκεί, στη ζωή μέσα στο κεφάλι μου, ζουν οι συγγραφείς που διαβάζω, εκεί οι ήρωες τους αποκτούν υπόσταση, μου μιλάνε και τους μιλάω, εκεί οι άνθρωποι που έχω αγαπήσει και έχουν φύγει πια από τη ζωή μου έρχονται και τους εξομολογούμαι τον πόνο μου, τις χαρές μας. Εκεί έχει επιστρέψει τώρα και η Σόνια – πιο ζωντανή από τους ζωντανούς!

Η Σόνια που δεν ήταν όμορφη, δεν ήταν ιδιαίτερα έξυπνη, δεν ήταν αυτό που λέμε «ταπεραμεντόζα», δεν είχε αυτοπεποίθηση, και αν έμπαινε σε έναν χώρο με κόσμο θα περνούσε μάλλον τελείως απαρατήρητη, δεν είχε κανένα από τα προσόντα που σήμερα θεωρούμε σημαντικά.

Περνούσαν οι μέρες και καμία έμπνευση. Το απόλυτο τίποτα.

Έψαχνα, έψαχνα, μέχρι που θυμήθηκα γιατί λάτρεψα τόσο πολύ μια ηρωίδα, που δεν έχει κανένα απολύτως στοιχείο ήρωα. Όλα ξεδιάλυναν μέσα μου, όταν θυμήθηκα την χρονική περίοδο που διάβασα το έργο. Ήταν τότε που εκτός από τον «νταλκά μου» με το ηθοποιηλίκι –όπως πολύ χαριτωμένα μου είπε ένας φίλος – ήμουν κατηχήτρια και μανιώδης αναγνώστρια θεολογικών βιβλίων, κυρίως  μεγάλων Ρώσων Στάρετς*. Αυτό με βοήθησε να ξεχωρίσω, να καταλάβω και να εμβαθύνω πιο πολύ στην προσωπικότητα της Σόνιας.

Σε έναν κόσμο που όλοι φωνάζουμε, αλλά δεν ακούμε, σε έναν κόσμο που όλοι με αγωνία προσπαθούμε να ξεχωρίσουμε, που όλοι πασχίζουμε να αποδείξουμε στους άλλους πόσο έξυπνοι, όμορφοι, πετυχημένοι ή μορφωμένοι είμαστε, που κόβουμε και ράβουμε το δίκιο και το ηθικό πάντα στα μέτρα μας και απενοχοποιημένοι από όλα χαζοχαρούμενα τριγυρνάμε επιζητώντας διαρκώς να επιβεβαιωνόμαστε μέσα από τα μάτια των άλλων, αποφεύγοντας τη δική μας εσωτερική ματιά, σε αυτόν τον κόσμο η Σόνια είναι ένα τίποτα.

Στον δικό μου όμως νεανικό κόσμο, πριν με πάρει και μένα το ρεύμα μαζί του και ξεχαστώ, η Σόνια είχε όλα εκείνα τα στοιχεία που ονειρευόμουν να αποκτήσω μεγαλώνοντας και κάπου στην πορεία τα έχασα. Η Σόνια ήταν ταπεινή αλλά όχι μίζερη, δούλευε για να ευημερούν οι άλλοι, δεν «δούλευε» τους άλλους, πονούσε, αλλά πονούσε σιωπηλά, αγαπούσε, αλλά αγαπούσε αληθινά, με αυτοθυσία.

Αυτή ήταν η Σόνια που αγάπησα, η Σόνια που ήρθε να μου θυμίσει ότι τελικά η μαγκιά είναι να αντέχεις να είσαι «τίποτα». H Σόνια του Τσέχωφ που εύκολα οικειοποιήθηκα και μετά πολύ γρήγορα εγκατέλειψα…

Αυτοθυσία – Σιωπή – Ταπείνωση. Λέξεις που σήμερα νιώθω ότι πρέπει να ξανανοίξω το λεξικό για να δω τι σημαίνουν. Στάση ζωής που ίσως χρειάζεται να επαναπροσδιορίσω…

Ελπίζω εσείς που μπήκατε στον κόπο να διαβάστε αυτό το κείμενο να μην έχετε ξεχάσει τα αθώα παιδικά σας όνειρα και να γίνατε οι άνθρωποι που ονειρευτήκατε κάποτε να  γίνετε. Αυτό το κείμενο αποφάσισα να μην το κλείσω εγώ, θα το κλείσει ο Αντον Τσέχωφ και η Σόνια από τον «Θείο Βάνια».

«Τι να κάνουμε όμως, πρέπει να ζήσουμε!

Παύση

Θείε Βάνια, θα ζήσουμε. Θα περάσουμε μέρες και μέρες αμέτρητες, τη μια μετά την άλλη, μεγάλα ατελείωτα βράδια. Θα υποφέρουμε καρτερικά τις δοκιμασίες που θα μας στείλει η μοίρα. Θα δουλεύουμε για τους άλλους και τώρα και στα γεράματα μας χωρίς ανάσα, κι όταν έρθει η ώρα μας, θα πεθάνουμε αγόγγυστα, κι εκεί, από τον τάφο μας, θα πούμε πως υποφέραμε, κλάψαμε, πικραθήκαμε, κι ο Θεός θα μας λυπηθεί, κι εμείς θείε, αγαπημένε μου θείε, θα δούμε μια ζωή ολοφώτεινη, υπέροχη, αρμονική, θα χαρούμε με τις σημερινές μας δυστυχίες και θα τις δούμε τότε με συγκίνηση, με χαμόγελο – και θα αναπαυτούμε. Το πιστεύω, θείε, το πιστεύω με θέρμη, με πάθος… Θα αναπαυτούμε»

«Ο Θείος Βάνιας» Α. Τσέχωφ, εκδόσεις: Νέα Σκηνή, μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη (με τη συνεργασία Δ. Σπάθη και Λ.Βογιατζή)

*Στάρετς: Είναι κατά την ελληνική ορθόδοξη παράδοση ο Γέροντας ή, κατά τον λατρεμένο μου F. Dostoevsky, «είν’ αυτός που παίρνει την ψυχή σου, τη θέλησή σου μέσα στη δική του ψυχή και θέληση».

Τσέχωφ

Υστερόγραφο: Επί χρόνια με ταλαιπωρούσε ο εξής εφιάλτης, έβλεπα ότι ήμουν σε ένα θέατρο και μου ζητούσαν να αντικαταστήσω μια ηθοποιό που είχε αρρωστήσει –ήταν o ρόλος μιας από αυτές τις ηρωίδες για τις οποίες το τελευταίο καιρό σας γράφω. Τότε εγώ, χαρούμενη που επιτέλους το όνειρο μου θα γίνονταν πραγματικότητα, ανέβαινα στη σκηνή, αλλά τη στιγμή που ξεκινούσα να παίζω  κόβονταν η φωνή μου, όσες προσπάθειες και να κατέβαλλα φωνή δεν έβγαινε, το κοινό περίμενε, οι συντελεστές του θεάτρου αγωνιούσαν, ο υποβολέας μόνο που δεν ούρλιαζε τα λόγια του ρόλου, αλλά εγώ όσο και να προσπαθούσα μούγγα… Το Bookstand, ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος και όλοι εσείς που μπήκατε εδώ και μοιραστήκατε τις σκέψεις μου, αισθάνομαι ότι δώσατε πίσω τη χαμένη μου φωνή και διαλύσατε αυτό μου το όνειρο.

Κάπου εδώ κλείνει ο κύκλος με τις αγαπημένες μου ηρωίδες του θεάτρου, αν μου επιτρέψει το Bookstand θα επιστρέψω με κάτι άλλο.

Σας ευχαριστώ όλους από καρδιάς.

Έλενα Κολυβοδιάκου