ΝΤΟΡΟΘΥ ΣΕΓΙΕΡΣ, ΤΑ ΕΝΝΕΑ ΠΕΝΘΙΜΑ ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ

SayersLarge

«Κατά καιρούς οι άνθρωποι διαμαρτύρονται για τις κωδωνοκρουσίες. Είναι απορίας άξιον. Μια γενιά που ανέχεται το σαματά της μηχανής εσωτερικής καύσης και το ουρλιαχτό της ορχήστρας τζαζ να δείχνει τόση ευαισθησία απέναντι στον έναν και μοναδικό δυνατό θόρυβο που δημιουργήθηκε προς δόξαν του Θεού». Διάβασα τη φράση δύο φορές, μπορεί και περισσότερες. Όχι, δεν έκανα λάθος. Η Ντόροθυ Σέγιερς προτιμούσε από την τζαζ να ακούει καμπάνες! «Δεν ξεκινάμε καλά, κυρία μου», ήταν η πρώτη μου σκέψη. Αμέσως μετά όμως θυμήθηκα πως η γνωριμία μου μαζί της είχε στην πραγματικότητα ξεκινήσει πριν από είκοσι και βάλε χρόνια, με μια συλλογή διηγημάτων από τις εκδόσεις Λιβάνη, βιβλίο χαμένο, εξαφανισμένο από προσώπου γης. Πιο πολύ και από τις ίδιες τις ιστορίες, με τον κάπως ασαφή τίτλο «Ιστορίες μυστηρίου», αυτό που μου έμεινε πραγματικά αξέχαστο ήταν το εξώφυλλό του: ένα και μοναδικό άδειο παγκάκι και ένας σβηστός φανοστάτης σε ένα καταπράσινο πάρκο, σχεδόν βυθισμένο στην ομίχλη. Συγχωρήστε με, αλλά κάτι τέτοιες εικόνες τρέφουν το φαντασιακό του αφοσιωμένου υπηκόου αυτοκρατορίας του «ποιος το έκανε». Μερικά χρόνια αργότερα, στα 1991 (ξέρω την ημερομηνία, καθώς το βιβλίο έχει τη θέση του μέχρι σήμερα στη βιβλιοθήκη μου), είχα διαβάσει το «Δυσάρεστα επεισόδια στη λέσχη Μπελλόνα», στη σειρά «έγκλημα/μυστήριο» των εκδόσεων Ωκεανίδα, σε μετάφραση της Έφης Καλλιφατίδη. Θες η ηλικία, θες το κεφάλι που μπερδεύτηκε από τα πολλά εγκλήματα που «διέπραξαν» οι πολυδιαβασμένες βασίλισσές του, από την υπόθεση δεν θυμάμαι και πολλά, εδώ που τα λέμε ούτε καν το σημαντικότερο, δηλαδή ποιος έκανε το έγκλημα. 

Είναι πράγματι η απάντηση στο ερώτημα «ποιος το έκανε» το σημαντικότερο στα βιβλία της Ντόροθυ Σέγιερς; Και ναι και όχι, καθώς κάθε νέα ανάγνωση του έργου της μπορεί θεωρητικά να προβάλλει ως σημαντικά άλλου είδους στοιχεία της γραφής, του ύφους, της πρόζας, της μυθοπλασίας της. Παραδέχομαι ωστόσο πως δεν θα με πείραζε και πολύ το να ήταν. Ας μην ξεχνάμε πως υπάρχει ένα είδος αναγνώστη που μπορεί να αφήσει λιγάκι βαριεστημένος ένα μυθιστόρημα καταιγιστικής δράσης, στο οποίο ο δολοφόνος, ή καλύτερα ο μακελάρης, ξεπαστρεύει μέχρι τη δέκατη σελίδα τουλάχιστον είκοσι άτομα, για να μάθει ποιος δηλητηρίασε για παράδειγμα μια ήσυχη μεσόκοπη γυναίκα, που δεν πείραξε μερμήγκι, σε ένα χωριό, κυρίως της Αγγλίας, το οποίο αν δεν είναι φανταστικό, με δυσκολία εντοπίζεται στον χάρτη. Σύμφωνοι, το είδος αυτό απειλείται με εξαφάνιση, όμως υπάρχουν κι οι παλιομοδίτες. Στο κάτω κάτω ο καθένας έχει τα πάθη του. 

Με «Τα εννέα πένθιμα χτυπήματα» (μτφ. Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδ. Άγρα) μπορώ να πω πως γνώρισα πραγματικά τη Ντόροθυ Σέγιερς, η οποία με κέρδισε. Ναι, την ίδια γυναίκα που προτιμά τις καμπάνες από την τζαζ, μια από τις πρώτες που αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, τη γυναίκα που σπούδασε φιλολογία και σύγχρονες γλώσσες και εργάστηκε για δύο χρόνια ως κειμενογράφος σε διαφημιστική εταιρεία. Το 1923, η γυναίκα που λάτρευε να ακούει τις καμπάνες να χτυπούν, που έγραψε θεατρικά έργα θρησκευτικού χαρακτήρα και θεωρούσε ως έργο της ζωής της τη μετάφραση της «Θείας Κωμωδίας» του Δάντη, δημιούργησε τον ήρωα που την έκανε διάσημη, πρωταγωνιστώντας σε περισσότερα από δέκα μυθιστορήματα και σε πολλά διηγήματα: τον αριστοκράτη και ερασιτέχνη ντετέκτιβ λόρδο Πήτερ Ουίμζυ, άνθρωπο φτιαγμένο από τα υλικά ενός παλαιότερου κόσμου, που περιμένει από τον μπάτλερ του να του φορέσει το σακάκι και που δεν διστάζει να ζητήσει τη συμβουλή του όταν βρίσκεται σε δύσκολη θέση. 

Στην επανέκδοση του «Δυσάρεστα επεισόδια στη λέσχη Μπελλόνα» η συγγραφέας, αντί επιλόγου, παραθέτει μια σύντομη «βιογραφία» του λόρδου. Σε αυτήν μαθαίνουμε πως γεννήθηκε το 1890, πως πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια, πως σπούδασε Ιστορία στην Οξφόρδη και πως ερωτεύτηκε δύο φορές. Πολέμησε στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, ο οποίος του στοίχισε έναν νευρικό κλονισμό διάρκειας δύο ετών. Όταν συνήλθε αποφάσισε να αφιερώσει την ευφυΐα και τις δεξιότητές του στην κοινωνία, μιας και δεν χρειάζονταν να εργαστεί, εντοπίζοντας κυρίως δολοφόνους. Μπορεί ένα τέτοιο «χόμπι» να μην ήταν συμβατό με τις δραστηριότητες ενός τζέντλεμαν, όμως ο Ουίμζυ βρήκε τον τρόπο να το κάνει –και αυτό– να φαίνεται ως μια αριστοκρατική πράξη. 

Η συγγραφέας Ελίζαμπεθ Τζωρτζ, που γράφει την εισαγωγή στην επανέκδοση του μυθιστορήματος «Τα εννέα πένθιμα χτυπήματα», δεν κρύβει την αγάπη της για τον Ουίμζυ, τον οποίο βρίσκει έναν χαρακτήρα με «αληθινή» ζωή, έναν χαρακτήρα που δεν ήταν απλώς ένας ήρωας απαλλαγμένος από τις προσωπικές σχέσεις που εμπλέκονται στις διεργασίες της πλοκής. Ακόμη και αν δεν συμμερίζομαι σε απόλυτο βαθμό τον ενθουσιασμό της, η αμυδρή ανάμνηση που είχα από τον Ουίμζυ ως απόμακρο και σνομπ ξερόλα άλλαξε διαβάζοντας το βιβλίο αυτό. Ο λόρδος εμφανίζεται τόσο μεθοδικός και προσεκτικός, τόσο πρόθυμος να προσφέρει υπηρεσίες, αφήνοντας στην άκρη τις προσωπικές του απολαύσεις, που δίνει πια εγγυήσεις πως το μυστήριο θα διαλευκανθεί και ο κόσμος θα γίνει λιγότερο άγριος και περισσότερο ασφαλής. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν πρόκειται να συμβεί, αλλά την ώρα που βρίσκεται κανείς μέσα στη μυθοπλασία νιώθει λιγάκι πιο ήσυχος, νιώθει ανακουφισμένος. 

Ωστόσο η Σέγιερς με «Τα εννέα πένθιμα χτυπήματα» μου χάρισε περισσότερα από μια πρόσκαιρη ανακούφιση. Με κέρδισε η αγάπη της και η προσήλωσή της στη λεπτομέρεια, το ότι μου έμαθε πολλά για τις καμπάνες και την τέχνη της κωδωνοκρουσίας και των κινδύνων της, τα οποία σαφώς αγνοούσα, ενώ της χρωστώ την ξενάγηση που μου έκανε στους απόμερους βάλτους της Ανατολικής Αγγλίας. Με τις περιγραφές της σχεδόν με έβαλε να ζήσω μέσα στο χωριό Φέντσερς Σαιντ Πωλ, να αγγίξω τους ανθρώπους του, να δω τα μάτια τους να σκοτεινιάζουν από φόβο ή να λάμπουν από ικανοποίηση, να δω τα βαλτοτόπια, να νιώσω τα παπούτσια μου να γίνονται ασήκωτα από τη λάσπη τους. 

SAM_0127

Στο μυθιστόρημα, ο Ουίμζυ κολλά με το αυτοκίνητό του, παραμονή της πρωτοχρονιάς, στους χιονισμένους βαλτότοπους. Μαζί του είναι φυσικά ο πιστός του μπάτλερ, ο Μπάντερ. Ο εφημέριος του χωριού Φέντσερς Σαιντ Πωλ, ο οποίος είναι δεινός κωδωνοκρούστης, τους προσφέρει αμέσως φιλοξενία. Μάλιστα την ίδια νύχτα ο λόρδος, που τυχαίνει να γνωρίζει την τέχνη της εναλλασσόμενης κωδωνοκρουσίας, θα λάβει μέρος σε μια επίδειξη, με αφορμή την Πρωτοχρονιά, αντικαθιστώντας έναν κάτοικο του χωριού που ασθενεί με γρίπη. Λίγο καιρό αργότερα ο εφημέριος θα ζητήσει τη βοήθεια του λόρδου, όταν ένα παραμορφωμένο πτώμα εντοπιστεί στο κοιμητήριο της ενορίας. Γύρω από αυτό η Σέγιερς χτίζει με προσοχή την πλοκή, συστήνοντάς μας μια σειρά από αξιόλογους πρώτους και δεύτερους χαρακτήρες. Δίπλα σε αυτούς σημαντικό ρόλο παίζουν στην εξέλιξη της πλοκής οι καμπάνες, που κάθε τύπος τους έχει και ξεχωριστά χαρακτηριστικά. 

Η συγγραφέας δεν θα μπει στον κόπο να αναμείξει τα σύνορα του καλού και του κακού, έχει απόλυτες αξίες. Όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί κανείς να της προσάψει ότι καταργεί την πραγματικότητα κατασκευάζοντας απλώς μια ιστορία μυστηρίου. Η ζωηρότητα των διαλόγων, το χιούμορ της, οι υπαινικτικές της αναφορές σε άλλα λογοτεχνικά έργα, η εξαίσια παρουσίαση του σκηνικού στο οποίο τοποθετείται η πλοκή αλλά και οι παρατηρήσεις της για τη διάκριση των εγκλημάτων, δείχνουν μια συγγραφέα πρόθυμη και ικανή για τη διερεύνηση της ανθρώπινης κατάστασης, το οποίο είναι γι’ αυτήν το ζητούμενο. 

Η Σέγιερς υπήρξε μια καλή, προσεκτική και συνετή συγγραφέας, η Μινέτ Ουώλτερς μάλιστα, αν έχει κάποια αξία η γνώμη της, τη χαρακτηρίζει «κορυφαία αφηγήτρια». Με «Τα εννέα πένθιμα χτυπήματα» ένιωσα να γλιστρώ σχεδόν στον αφηγηματικό της κόσμο, χωρίς τίποτε να με αρπάζει από το λαιμό, χωρίς να με κατακλύζει η βία. Με αποζημίωσε χαρίζοντάς μου για μερικές μέρες ένα βιβλίο που λαχταρούσα να πιάσω στα χέρια μου, ώστε να συνεχίσω την ανάγνωση, αφήνοντάς μου τη δυνατότητα να δω πόσο σύνθετα είναι τα κίνητρα που ωθούν τους ανθρώπους σε κάποιες συμπεριφορές, είτε μιλάμε για μια σύγχρονη μεγαλούπολη, είτε για την ερημιά των Φενς τη δεκαετία του ’30. Και, όχι, δεν υποψιάστηκα τη λύση στο μυστήριο. Από την άλλη όμως, δεν θυμάμαι να την υποψιάστηκα και σε κανένα άλλο βιβλίο.

Εύη Καρκίτη