ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΒΙΖΥΗΝΟΥ

Γεώργιος Βιζυηνός

Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Οι μύθοι της ζωής και του έργου του Γεωργίου Βιζυηνού, εκδ. Καρδαμίτσα, 1996

Δεν ξέρω αν αυτό το κείμενο το γράφω πιο πολύ για να μνημονεύσω τον αγαπημένο μου Γεώργιο Βιζυηνό ή τον αγαπημένο μου καθηγητή, από τα χρόνια των φιλολογικών μου σπουδών, τον Βαγγέλη Αθανασόπουλο. Ο εξαίρετος δάσκαλός μου έφυγε από τη ζωή το 2011 έχοντας αφήσει πίσω του ένα σημαντικό έργο. Νιώθω τυχερή που είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω και θα ομολογήσω για άλλη μια φορά πόσο με επηρέασε στα διαβάσματά μου και πόσο ουσιαστικά συνέβαλε στο να αγαπήσω τον Βιζυηνό. Αναφέρομαι σε ένα βιβλίο που θεωρώ πολύ σημαντικό να το έχει κάθε βιβλιόφιλος και κάθε αναγνώστης που σέβεται τον εαυτό του στην βιβλιοθήκη του. Ο τίτλος του είναι «Οι μύθοι της ζωής και του έργου του Γ. Βιζυηνού, Δοκιμές ερμηνείας και κριτικής, Δ». Το γράμμα Δ σημαίνει ότι πρόκειται για τον τέταρτο τόμο μιας σειράς κριτικών μονογραφιών του Βαγγέλη Αθανασόπουλου, με τον γενικό τίτλο «Δοκιμές Ερμηνείας και Κριτικής». Πιο συγκεκριμένα, σε ανάλογες εργασίες, ο Αθανασόπουλος καταπιάνεται με τον Κάλβο, τον Κόντογλου, τον Θανάση Πετσάλη-Διομήδη, καθώς και τους Στράτη Μυριβήλη και Στρατή Τσίρκα.

Με τους «Μύθους της ζωής και του έργου του Γ. Βιζυηνού» επιχειρεί μια παρουσίαση του έργου του συγγραφέα μέσα από μια στενή αναφορά ζωής και έργου. Εξετάζει διεξοδικά τους μύθους που κυριάρχησαν στη ζωή του και στο έργο του παίζοντας αποφασιστικό ρόλο και για τα δύο. Ουσιαστικά πρόκειται για μύθους που εκφράζουν την προσωπικότητα του σε ένα επίπεδο που δεν είναι συνειδητό και που αντιστοιχούν σε κάποιες προσωπικές του εμμονές, οράματα, πίστεις και αυταπάτες. Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου που φέρει τον τίτλο: «Aλληλεξάρτηση και αλληλοπροσδιορισμός της ζωής και του έργου του Γ. Βιζυηνού» ο  Αθανασόπουλος επισημαίνει: «Αυτή η αλληλοστοίχιση ζωής και έργου υφίσταται σε τέτοιο βαθμό ώστε μια πιθανή προσπάθεια συγγραφής της βιογραφίας του να κινδυνεύει να θεωρηθεί ή και να πάρει τη μορφή ενός μυθιστορήματος της ζωής του, ενώ από το άλλο μέρος το πεζογραφικό έργο του εμφανίζεται να έχει μια πολύ μικρή αξίωση στο φανταστικό και να δίνει την εντύπωση μιας έμμεσης –αλλά και με όχι σαφώς προσδιορισμένους σκοπούς και όρια– δοκιμής για αυτοβιογράφηση».

O Αθανασόπουλος μάς μιλάει για την πατρίδα του ποιητή, τα παιδικά και νεανικά του χρόνια, το οικογενειακό του περιβάλλον, τον πρώτο του έρωτα, την Ελένη Φυσεντζίδη για την οποία ο Βιζυηνός σκαρώνει στίχους και γράφει γράμματα. Ακόμα, στο βιβλίο γίνεται λόγος για τα φοιτητικά του χρόνια, για τα χρόνια της παραμονής του Βιζυηνού στη Γερμανία και στο Λονδίνο, για την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία, καθώς και τις πολύτιμες γνωριμίες που έκανε, τα πρόσωπα που συναναστράφηκε, για την οξύτατη διαμάχη του με τον Μαργαρίτη Ευαγγελίδη αναφορικά με την Έδρα της Ιστορίας της Φιλοσοφίας. Κατόπιν, δίνεται αναλυτικά η ιστορία του παλιού μεταλλείου και πώς αυτή επέδρασε στην εύθραυστη ψυχολογία του Βιζυηνού. Η υπόθεση του μεταλλείου ανοίγει το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματος της ζωής του Βιζυηνού, το οποίο θα κλείσει με την ερωτική παραφορά του και τον εγκλεισμό του στο δημόσιο ψυχιατρείο.

Όταν ο συγγραφέας εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, οι φιλολογικοί κύκλοι τον αγνοούσαν ή έδειχναν δυσμένεια για αυτόν και το έργο του. Η φωνή του, καθώς και ο τρόπος που απήγγειλε τα ποιήματά του στον «Παρνασσό» τούς ξένιζαν ή τους  ενοχλούσαν, με αποτέλεσμα να τον σχολιάζουν αρνητικά. Μάλιστα, μερικά σατιρικά περιοδικά δημοσίευαν γελοιογραφίες του. Μεγάλο χώρο μέσα στο βιβλίο καταλαμβάνει η υπόθεση σχετικά με τον τελευταίο έρωτα του Βιζυηνού για την δεκατετράχρονη (ή δωδεκάχρονη, σύμφωνα με άλλες πηγές) Μπετίνα Φραβασίλη. Αναφέρεται μέχρι και επεισόδιο απαγωγής της νεαράς από τον αλλόφρονα ερωτευμένο! Υπάρχει μαρτυρία στην εφημερίδα της εποχής «Ακρόπολις» για δύο απόπειρες αυτοκτονίας του Βιζυηνού, δύο ημέρες πριν τον εγκλεισμό του στο φρενοκομείο, στις 14 Απριλίου 1892, ημέρα Σάββατο και ώρα 3 μμ. Από εκείνη τη στιγμή ο Βιζυηνός είναι νεκρός για τα ελληνικά γράμματα. Θα αναδυθεί στην επιφάνεια πολύ αργότερα. Αλλά, δυστυχώς κι η αιθέρια ύπαρξη που ακούει στο όνομα Μπετίνα Φραβασίλη δεν θα έχει καλό τέλος, θα πεθάνει νέα, τέσσερις μέρες μετά το γάμο της και έξι μήνες μετά τον θάνατο του Βιζυηνού.

O Aθανασόπουλος διερευνά και σχολιάζει τον τρόπο με τον οποίο ο Βιζυηνός χρησιμοποιούσε αυτοβιογραφικό υλικό μέσα στα διηγήματά του. Το γεγονός ότι χρησιμοποιούσε αυτοβιογραφικό υλικό, πάντως, σε καμία περίπτωση δεν μαρτυρά μυθοπλαστική αδυναμία. Γράφει ο Αθανασόπουλος χαρακτηριστικά: «H καταφυγή του σε αυτοβιογραφικό υλικό θα μπορούσε, επίσης, να αποτελεί εκδήλωση της προσπάθειάς του για διατήρηση κάποιων στοιχείων από το παρελθόν του και για την αναζήτηση ανάμεσα σε αυτά κάποιων βασικών στοιχείων της ύπαρξής του». Στη συνέχεια της εργασίας του ο Αθανασόπουλος κάνει λόγο για την υπέρβαση των ορίων ανάμεσα σε διαφορετικές εθνικότητες και θρησκείες (ανάλυση του διηγήματος «Μοσκώβ Σελήμ»), καθώς και για την υπέρβαση των ορίων ανάμεσα στα δύο φύλα, όπως αυτό παρατηρείται κυρίως σε δύο διηγήματα, τον «Μοσκώβ Σελήμ» πάλι και το «Μόνον της ζωής του ταξείδιον». Στη συνέχεια, ο Αθανασόπουλος θέτει και αναλύει τα εξής ζητήματα: τη συρρίκνωση της σωματικότητας των χαρακτήρων στα έργα του Βιζυηνού, την αρνητικότητα της δράσης των προσώπων που έρχεται σε αντίθεση με τη θετικότητα των χαρακτήρων τους, τον ιδιότυπο ρεαλισμό του συγγραφέα, τη διάσταση μεταξύ φύλου και γένους  όπως δίδεται μέσα στα διηγήματα και το μοτίβο της διπλής πραγματικότητας, το οποίο αναιρεί μέσα στο έργο του Βιζυηνού τη λειτουργία των βασικών μύθων της ζωής του, δηλαδή της ευδοκίμησης, της κοινωνικής αποδοχής και της αναζήτησης-απόκτησης αγάπης. «Οι μύθοι αυτοί», γράφει ο Αθανασόπουλος, «…καταλήγουν να πάρουν μέσα στο έργο του τη μορφή των μοτίβων της διάψευσης, της ματαίωσης, και της στέρησης της αγάπης, και να ταυτιστούν με αυτά».

Στις σελίδες 283-321 υπάρχει ένα κεφάλαιο με τίτλο «Την Θαυμαστήν του Πάθους Κλίμακα», όπου ο Αθανασόπουλος κάνει μια πολύ ιδιαίτερη ανάγνωση στο διήγημα του Βιζυηνού «Αι Συνέπειαι της Παλαιάς Ιστορίας», διατυπώνει μια πρόταση για την επανεκτίμησή του και εξηγεί την μοναδικότητα του διηγήματος αυτού.

Τελειώνοντας, υπάρχει εκτενής αναφορά σε όλες τις εκδοχές των ερωτικών ποιημάτων που έγραψε ο Βιζυηνός. Το κεφάλαιο αυτό τιτλοφορείται «Μικρή Ανθολογία Ερωτικής Απελπισίας». Ακολουθεί «Η Ουτοπία της Παιδικότητας», όπου κατατίθενται σκέψεις, προτάσεις, αναλύσεις πάνω στα παιδικά αφηγήματα και ποιήματα του Βιζυηνού. Δεν μπορώ να μην αναφέρω τον ηχηρό υπότιτλο «Έργα γραμμένα για παιδιά από ένα “παιδί”». Έπειτα βρίσκουμε  ένα Χρονολόγιο της ζωής του Βιζυηνού και πολύ ενδιαφέρουσα επιλεγμένη βιβλιογραφία. Ο Αθανασόπουλος μάς περιγράφει εύγλωττα πώς ο Βιζυηνός αναζητούσε μια ουτοπία. Κι η αναζήτησή του αυτή πέρασε από ποικίλες φάσεις και «αφού απλώθηκε από τη Βιζύη ως την Κωνσταντινούπολη, την Κύπρο, την Αθήνα, τη Γερμανία, Γαλλία και Αγγλία, και αφού επεκτάθηκε από την ποίηση ως τη διηγηματογραφία, τη φιλολογία και τη φιλοσοφία, κατέληξε στον περίκλειστο χώρο και στους αδιέξοδους ανάπηρους στίχους του φρενοκομείου». Σ’ αυτούς τους ανάπηρους στίχους ανήκει και το πιο γνωστό από τα ποιήματα του φρενοκομείου, «Το φάσμα μου»:

 

Σαν μ’ αρπάχθηκε η χαρά

που εχαιρόμουν μια φορά,

έτσι σε μιαν ώρα,

μες σ’ αυτή την χώρα,

όλα αλλάξαν τώρα!

  

Και από τότε που θρηνώ

το ξανθό και γαλανό

και ουράνιο φως μου,

μετεβλήθη εντός μου

και ο ρυθμός του κόσμου.

Ασημίνα Ξηρογιάννη

Βαγγέλης Αθανασόπουλος