ΘΑΝΟΣ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ «ΤΟ ΑΥΤΟΜΑΤΟ»

Stathopoulos

Φωτογραφία: Νόπη Ράντη

In a manner of speaking, I just want to say

That I could never forget the way

You told me everything

By saying nothing

Αυτόματο.

Αυτό + μαίομαι, επιθυμώ, επιδιώκω, επιζητώ. Αυτόματο. Αυτό που γίνεται, κινείται ή λειτουργεί χωρίς εξωτερική παρέμβαση.

Το Αυτόματο θα μπορούσε να είναι η ραδιοφωνική εκπομπή που ακουγόταν τη νύχτα που καθόσουν στο καπάκι του σκουπιδοτενεκέ της κουζίνας και δίπλα έσταζε στο νεροχύτη χαλασμένη η βρύση. Η εκπομπή που σε απέτρεψε τελικά απ’ το να κάνεις κακό στον εαυτό σου. Μ’ ένα αυτόματο. Η πρόζα θα παρεμβαλλόταν ανάμεσα σε μουσικές Einstürzende Neubauten, Siouxsie και Μαμαγκάκη.

«Αναπνέω από προκατάληψη». Σε ποια από τις τρεις λέξεις αυτές πέφτει το βάρος;, αναρωτιέσαι και κάπως έτσι, ξεχνάς και να αυτοκτονήσεις.

Θάνος Σταθόπουλος. Αυτόματο. Πόσο αυτόματη είναι τελικά η αναπνοή; (Πόσο η προκατάληψη;)

Έστω ότι είναι εντελώς. Ίσως γι’ αυτό, να μην μπορείς να την ελέγξεις, να μην μπορείς εκούσια να σταματήσεις να αναπνέεις, εκτός βέβαια από τις μέρες που δεν έχεις λόγο να το κάνεις. Από τις μέρες που δεν έχεις λόγο να σταματήσεις να αναπνέεις ούτε καν να επιχειρήσεις κάτι τέτοιο. Κι όσο για τις μέρες τις υπόλοιπες, παίρνοντας την επόμενη αναπνοή, είναι ήδη αργά: έχεις ζήσει.

Ζεις. Οπότε, μοιραία, περνάς στη διερώτηση.

Αυτόματα.

Ο Θάνος Σταθόπουλος. Η αναπνοή. Η προκατάληψη. Πρώτα, ο τόπος: πού είμαι;

Μετά όλα τ’ άλλα, ποιος, τι και ούτω καθεξής.

Είμαι στο τραπέζι και είμαι εγώ. Τρώγω και δημιουργώ ο ίδιος με τ’ απομεινάρια φαγητού μου στο τραπέζι νεκρά φύση. Τραπέζι – καρέκλα – πιάτο – φλοίδες μήλου. Αυτή είναι η εικόνα. Αυτό είναι το Αυτόματο. Έργο, εκτός των άλλων, (και) εικαστικό.

Θα μπορούσε οτιδήποτε να είναι τραπέζι, αρκεί να είχε πάνω του τη σχετική ένδειξη. Αν ακουμπήσεις σ’ έναν τοίχο για να γράψεις, ο τοίχος γίνεται τραπέζι. Αυτόματα.

Στέκομαι απέναντι στον εαυτό μου που κάθεται στο τραπέζι. Είμαι το έργο τέχνης. Κι αν γράφω, δεν σημαίνει πως είμαι συγγραφέας. Απεναντίας: το να είμαι συγγραφέας, μπορεί να απαιτεί ακριβώς το να μην γράφω. Την παράλειψη να επιβάλλει.

Ο Σταθόπουλος θεωρείται πως γράφει λίγο. Θεωρείται.

Το Αυτόματο Αναπνέει Από Προκατάληψη. Το Αυτόματο συντελείται και αποτελείται από επιγραφές σε επιτύμβιες στήλες. Επιτύμβιες στήλες που αναπνέουν. Επιτύμβιες στήλες που χαράχτηκαν τη δεκαετία του ογδόντα, του ενενήντα. Η Μαργκερίτ Ντυράς χωρίζει, ο Μπέρνχαρντ παθαίνει πλευρίτιδα. Και τριάντα οχτώ τα χρόνια που τους χωρίζουν απ’ τους αγαπημένους τους.

Αγαπάς όπως αναπνέεις. Δεν το ξέρεις, δεν το νομίζεις· δεν το σκέφτεσαι. Συμβαίνει. Ο Σταθόπουλος θεωρείται πως γράφει λίγο. Ο Σταθόπουλος, θα το έθετα εγώ, ξέρει πώς να κάνει ησυχία. Ο Σταθόπουλος, ολιγογράφος. Η δύναμή του. Εγκράτεια.

Ενάργεια.

Πολυτυπία.

Πολλαπλή Απόσταξη.

Εσωτερικότητα.

Ποίηση.

Οι άνθρωποί του, «πέταλα σε βρεμένο μαύρο κλαδί», δανείζομαι από τον Pound.

Ένας μεγάλος κλονισμός είναι ο λόγος του Σταθόπουλου, που όμως αρθρώνεται μινιμαλιστικά. Εξομολόγηση σώματος χωρίς σπατάλη, χωρίς φιλολογία. Χωρίς στιγμή να χάνεται το κέντρο. Διακειμενικότητα και παραπομπές αντλούνται από το ευρύ φάσμα των γνώσεών του.

Τέχνης ημερολόγιο αυτόματο. Τέχνης Εμπροσθοφυλακή.

Ουσία. Καταγραφόμενη μνήμη. Η διάσωση της λεπτομέρειας. Οι Μούσες ήτανε κόρες της Μνημοσύνης. Οι τέχνες υπάρχουν για τη διατήρηση της μνήμης. Οι αναφορές του Σταθόπουλου σε Μουσεία και Πινακοθήκες, σε Εκθέσεις. Ποιος το έκθεμα και ποιος εν τέλει ο επισκέπτης.

Δεν θ’ αποφύγω τελικά ούτε κι εγώ τον όρο «εγκιβωτισμός», που τέτοια κατάχρηση έχει εσχάτως υποστεί. Αφού ο Σταθόπουλος, εκεί που άλλοι χρησιμοποιούν λέξεις, εκείνος χρησιμοποιεί έργα τέχνης. Χρησιμοποιεί δηλαδή τα έργα τέχνης (δοκίμια, ταινίες, εικαστικά, βίντεο αρτ, εγκαταστάσεις) ως συστατικά στοιχεία, ως δομικά υλικά του οικοδομήματος που είναι το Αυτόματο.

Art within the Art.

Διαβάζω το Αυτόματο κι έχω στ’ αυτιά μου τη φωνή του Θάνου να λέει τις προτάσεις. Φωνή που θ’ ακουγόταν ευδιάκριτα από τη θυμέλη ως την ακρότατη κερκίδα. Μου έρχεται στο μυαλό ο ηθοποιός στον «Πεισίστρατο» του Γ. Χειμωνά που μένει μόνος του στο σανίδι, κάνει τις περιττές του κινήσεις, αυτές που δεν θα έκανε ποτέ ενώπιον του κοινού, και που αυτό είναι η λογοτεχνία. Ο Θάνος, κι όταν ακόμα μένει μόνος στη σκηνή, και με σβηστά τα φώτα και άδεια αίθουσα, δεν κάνει καμία περιττή κίνηση. Εδώ το άδειο θέατρο είναι η λευκή του κόλλα. Σκέτο το ανομολόγητο αρχίζει να τη γεμίζει. Με λέξεις, ουίσκυ, σωματικές εκκρίσεις, ουρήσεις – πίδακες βγαλμένους από την Ιστορία του Ματιού, εικόνες του Χατζιδάκι μόνου στην Πλατεία Προσκόπων.          

Ο Μπαμπασάκης, Χρήστος Βακαλόπουλος, Λάγιος Ηλίας, Πεντζίκης, Σαχτούρης, Γονατάς Ε.Χ., ο Αρανίτσης, Δενέγρης Τάσος, Παπαγιώργης, Βλαβιανός. Ο Αχιλλέας Κυριακίδης. Παρελαύνουν σαν φάροι με πόδια στο βιβλίο.  

Δρόμοι και στέκια της Αθήνας, σαν η Αθήνα να μην έχει τη μακραίωνή της ιστορία. Χαρτογράφηση από τον Κολωνό ως τη Βαλαωρίτου. Ντεκαντάνς. Σαν η ιστορία της πόλης να περιορίζεται στην τελευταία τριακονταετία, σα να άρχισε η πόλη να υπάρχει το ’80. Έτσι το λέει ο Βακαλόπουλος, έτσι και η Αθήνα του Αυτόματου. Αδιέξοδη. Με τη φτερού στο τρίγωνο το εμπορικό. Μα και με φαρδιές λεωφόρους όπου μπορεί ανά πάσα όμως στιγμή να επισυμβεί σ’ αυτές η Δευτέρα Παρουσία με τον Καρούζο Κριτή, χρισμένο απ’ τους κρινόμενους.

Φάροι. Φάρος και το Αυτόματο. Ρίχνει τόσο φως, όσο ρίχνει και σκοτάδι. Αναβοσβήνει, αποκαλύπτει και αποκρύπτει.

Θάνος Σταθόπουλος.

«Για ένα διάστημα κοιμόταν νωρίς». Εμένα με ξενύχτησε με το Αυτόματο.

 

(Το «Αυτόματο» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης).

 

(Το κείμενο βασίστηκε στις σημειώσεις που κρατήθηκαν στις 13 του Απρίλη στη σκάλα του μπαρ «Ποιήματα κι Εγκλήματα»).

Κατερίνα Χανδρινού

 0286582