ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΕΣΣΛΙΝ, Ο ΜΙΣΟΣ ΒΕΣΠΑ

esslin new 01_1000

Τα βιβλία που διαβάζω τα επιλέγουν λίγο ώς πολύ άλλοι και όχι εγώ. Αυτό ίσως να μαρτυρά μια τάση για ετεροκαθορισμό, ίσως όμως και, πιο απλά, έναν ενθουσιώδη χαρακτήρα που επιθυμεί να ανακαλύπτει και να εκπλήσσεται με τον τρόπο που το κάνουν τα μικρά παιδιά. Ίσως ακόμα και έναν νεοφώτιστο βιβλιόφιλο, που αναγνωρίζει «παλιούς» και ειδήμονες, γιατί έκαστος στο είδος του και ο Λουμίδης στους καφέδες.  Ή απλά «γιατί έτσι», όπως πολύ εύστοχα και αφοπλιστικά λένε ενίοτε τα τρίχρονα – ώστε να αποφύγω να επεκταθώ στην ανάγκη μου να μοιράζομαι τον ίδιο μου τον εαυτό με αυτόν τον ιδιόρρυθμο τρόπο. Δεν έχουν όμως όλοι, προς Θεού, την τιμή να επηρεάζουν τα διαβάσματά μου. Είναι ένα δικαίωμα για λίγους και εκλεκτούς. Ένα δικαίωμα που κατακτάται, που κερδίζεται ή και χάνεται. Κάπως έτσι έφτασε λοιπόν και αυτό το βιβλίο στο κομοδίνο μου, ήταν… ας πούμε “επιλογή” ενός φίλου. Και το διάβασα σχεδόν ολόκληρο μισοξαπλωμένη στο κρεβάτι μου, αν εξαιρέσω τις τελευταίες σελίδες. Αυτές διαβάστηκαν στον προθάλαμο ενός ιατρείου. Το τελευταίο κείμενο όμως, για να είμαι άσκοπα ακριβής, ολοκληρώθηκε σε ένα μικρό βιβλιοκαφέ λίγο πιο κάτω. Με καφέ και τσιγάρο. Και ιδού οι εντυπώσεις…

Ο μισός βέσπα. 110 σελίδες, 20 «μυθιστορήματα του ενός λεπτού». Κάθε αφήγημα το πολύ πέντε σελίδες δηλαδή. Η απόλυτη πρόκληση. Να δεις τι μπορεί να πει ένας συγγραφέας σε πέντε μοναχά σελίδες! Ή μάλλον όχι τι μπορεί να πει, αλλά τι μπορεί να ΣΟΥ πει.

Οι ιστορίες της Έσσλιν θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελέσουν το στόρι ταινιών μικρού μήκους. Καθώς διάβαζα, συχνά ανακαλούσα στη μνήμη μου τέτοια πλάνα ή έπλαθα τα δικά μου αντλώντας υλικό από τη δεξαμενή τους. Οι ιστορίες έχουν αρχή, μέση και τέλος.  Ένα τέλος σκέτο κροσέ. Αν και, ενίοτε, νιώθει κανείς μικρά ή μεγαλύτερα χτυπήματα πολύ πριν τον ξαπλώσει το τελευταίο. Είναι που ο λόγος της Έσσλιν είναι προκλητικός, οι ερμηνείες της αποστομωτικές, οι περιγραφές της δυσβάσταχτα ρεαλιστικές, το χιούμορ της διαβρωτικό.

frontCover[8]

Στο στόχαστρο της συγγραφέως βρίσκονται συνήθως όλες εκείνες οι συγκυρίες της καθημερινότητας που την καθιστούν δύσκολη και τραυματική. Ως νοσηρά ρεαλιστική ή ως ρεαλιστικά νοσηρή θα χαρακτήριζα την πραγματικότητα της Έσσλιν. Όπως και να έχει πάντως, αυτό που σου μένει στο τέλος, η επίγευση, δεν είναι η απέχθεια για τη ζωή. Αντιθέτως, είναι η αίσθηση ότι αυτή τη ζωή, την αμήχανη, τη μοιραζόμαστε. Όλοι. Ανεξαιρέτως. Και αυτό το μερτικό είναι μια σεισάχθεια. Σείει το άχθος των ενοχών και της μοναξιάς. Μιας και στις ιστορίες της Έσσλιν βρίσκει κανείς τις πιο ταπεινές του (και γελοίες ακόμα) σκέψεις, τους πιο ταπεινούς του τρόπους. Όλα εκείνα που κρατά καλά κρυμμένα μέσα του από ντροπή, νομίζοντας πως ο πάτος του δοχείου τού ανήκει κατ’ αποκλειστικότητα. Βέβαια, συχνά, καταρρίπτεται και ο μύθος της μοναδικότητας! Η Έσσλιν δεν αφήνει περιθώρια ούτε γι’ αυτό. Είναι η άλλη όψη του νομίσματος. Δεν είμαστε μόνοι ούτε στην ποταπότητα αλλά ούτε και στο μεγαλείο.

Η Έσσλιν αντιμετωπίζει τη μιζέρια και την καταπίεση με δυσανεξία. Και εκφράζει τον αποτροπιασμό, την αγανάκτηση και την οργή της με τη θρασύτητα και την προκλητικότητα ενός εφήβου.  Παράλληλα, βέβαια, μπορεί να είναι τρυφερή, πολύ τρυφερή με τους ήρωές της, ακριβώς και πάλι όπως οι έφηβοι. Και αυτό, ο εφηβικός της παρορμητισμός είναι, θαρρώ, που ο ένας αναγνώστης θα της το χρεώσει ως μειονέκτημα, ενώ ο άλλος θα της το αναγνωρίσει ως αρετή.

Η Έσσλιν κατορθώνει να γίνεται πραγματικά απρόβλεπτη, ακόμα και όταν είσαι πεπεισμένος ότι ξέρεις πού το πάει. Και σε διαψεύδει κάθε φορά που σπεύδεις να πεις πως την τσάκωσες, πως αποκλείεται να έχει κάτι ενδιαφέρον φυλαγμένο για το τέλος ή πως σου επιφυλάσσει σίγουρα πια ένα «πρόχειρο τέχνασμα ανατροπής». Σίγουρα δεν είναι όλες οι ιστορίες του βιβλίου το ίδιο δυνατές, όμως αλίμονο αν ήταν. Είναι σοβαρό μειονέκτημα, κατά την εντελώς υποκειμενική μου σκοπιά, να μην παίρνει ανάσες ο αναγνώστης. Είναι σημαντικό για μένα να μπορώ να ξεχωρίσω ποια μου άρεσαν περισσότερο. Αρκεί, βέβαια, να μην είναι πολλά αυτά που μου άρεσαν λιγότερο ή και καθόλου. Κι αφού το έφερε ο λόγος, ας ξεχωρίσω δυο τρία, ενδεικτικά: Σιντί vicious, Φώτω (ναι, οπωσδήποτε!), Ο μισός βέσπα. (Ομολογώ πως δυσκολεύτηκα να διαλέξω. Σχεδόν νιώθω άσχημα. Ευοίωνο.)

Και είναι αυτή η στιγμή που βλέπεις πως το κείμενο σε οδηγεί να γράψεις πράγματα που δεν είχες από πριν σκεφτεί… Σημειώνοντας τις τρεις αφηγήσεις που ξεχώρισα, συνειδητοποίησα πως αυτό που εκτιμώ πιο πολύ στην Έσσλιν είναι τελικά η τεχνική, αλλά και η ευφυΐα που διατρέχει όλα τα επίπεδα του γραψίματός της.

Δεν μπορώ να προσδιορίσω το κοινό που θα ευχαριστιόταν ένα τέτοιο ύφος,. Ξέρω μόνο ότι, κι ας μην είναι του ύφους μου, τα «μυθιστορήματα του ενός λεπτού» γράφηκαν, ας πούμε σε ένα λεπτό, από το ταλαντούχο χέρι ενός ευαίσθητου ανθρώπου, ενός τρυφερού κοριτσιού που επιχειρεί να υψωθεί λίγο πάνω απ’ την πραγματικότητα, για να φωνάξει τον θυμό ή τον έρωτά του, να αποκαταστήσει καθημερινές -μεγάλες και μικρές- αδικίες, να ανασάνει. Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω, λοιπόν, με δύο μόνο λόγια τις αφηγήσεις της Έσσλιν, θα έλεγα ότι πρόκειται για κείμενα αυθάδικα, έξυπνα, σαρκαστικά. Για ιστορίες που, μακριά από μελοδραματισμούς, σε αναγκάζουνε να καταπίνεις τους κόμπους που δένουν στο λαιμό σου.

Αν οι ιστορίες της Κατερίνας είχαν χρώμα, θα ήταν οπωσδήποτε κίτρινες του αποπνικτικού καλοκαιρινού μεσημεριού της Αθήνας, ή ροζ, ροζ καθόλου διστακτικό. http://esslin-esslin-eisai-edo.blogspot.gr/

 Picture 60

 

Γεωργία Μανάφη