ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ

Μεγάλες προσδοκίες 

Σε προηγούμενο άρθρο είχαμε δει πώς ένας αγαπημένος ήρωας του Ντίκενς, ο Εμπενίζερ Σκρουτζ, αποτέλεσε υλικό για ποικίλες αναγνώσεις και κινηματογραφικές διασκευές. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τις «Μεγάλες Προσδοκίες», ένα έργο που έγινε μαγιά για αρκετές ταινίες και σειρές, βρετανικής παραγωγής κατά κύριο λόγο.

Αφορμή για να ξανασχοληθούμε με τον Ντίκενς μάς δίνει η πρόσφατη μεταφορά που προσπάθησε να κάνει ο Μάικ Νιούελ με πρωταγωνιστές τους Ρέιφ Φάινς, Έλενα Μπόναμ Κάρτερ και Τζέρεμι Ίρβιν. Ο Βρετανός σκηνοθέτης θεωρείται αναγνωρισμένος κυρίως χάρη στις φιλόδοξες κινηματογραφικές μεταφορές βιβλίων, όπως ο «Χάρι Πότερ» ή το «High Fidelity», αλλά και εξαιτίας της καίριας συνεισφοράς του στη νέα βρετανική κωμωδία του ’90 με το απολαυστικό «Τέσσερις Γάμοι και Μια Κηδεία». Το στοίχημα που έθεσε ο Νιούελ σε σχέση με τις «Μεγάλες Προσδοκίες» αφορούσε κυρίως την αυστηρή προσήλωση στο κείμενο του Ντίκενς και την πιστή αναπαράσταση όσων περιγράφει ο συγγραφέας μέσα στο βιβλίο του. Στόχος αρκετά γοητευτικός και ελκυστικός, μιας και στο παρελθόν έχουμε δει αρκετές διασκευές όχι όμως πάντα με επιτυχή αποτελέσματα.

Σαφής αναφορά σε αυτό αποτελεί η εκκεντρική και μοντέρνα διασκευή που επιχείρησε ο Μεξικανός Αλφόνσο Κουαρόν με δύο αναδυόμενους σταρ της εποχής στους ρόλους του Πιπ και της Εστέλλα μεταφέροντας τους ήρωες από το Λονδίνο του 1860 στη Νέα Υόρκη του 1990. Η δοκιμή αυτή γοήτευσε το νεανικό σινεφίλ κοινό με τη ρομαντική γραμμή που επέλεξε αφηγηματικά, τις ποπ αναφορές και την ποπ αισθητική του, χωρίς βέβαια να κομίζει την ατμόσφαιρα ενός MTV βιντεοκλίπ. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά την καλλιτεχνική της υποδοχή, η ταινία του Κουαρόν απέφερε μοιρασμένες αντιδράσεις.

Κινηματογραφικά, και ιδιαίτερα για τους Βρετανούς, σημείο αναφοράς αποτελεί η διασκευή που έκανε ο σπουδαίος δημιουργός Ντέιβιντ Λιν το 1946. Η ταινία χαρακτηρίζεται από έναν ρομαντισμό που ακολουθεί με σεβασμό την αφήγηση και το ύφος του Ντίκενς, και προσφέρει μια εκπληκτική ατμόσφαιρα χάρη στα υποδειγματικά σκηνικά και την υπέροχη φωτογραφία της. Η ταινία θεωρήθηκε εξαιρετική στην εποχή της, ενώ στις μέρες μας θεωρείται ακόμα από αρκετούς κριτικούς μια από τις καλύτερες ταινίες του βρετανικού κινηματογράφου όλων των εποχών.

Η ταινία του Μάικ Νιούελ έχει το εξαιρετικό προσόν να διαθέτει στη σεναριακή διασκευή έναν από τους πιο γνωστούς και δημοφιλείς Βρετανούς συγγραφείς, τον Ντέιβιντ Νίκολς, ο οποίος στο παρελθόν απασχόλησε την κινηματογραφική επικαιρότητα με τα βιβλία του «Μια Ημέρα» και «Ο Πρωτάρης της Χρονιάς», στα οποία μάλιστα υπέγραψε και τη σεναριακή διασκευή. Σεναριακά ο Νίκολς είχε να αντιμετωπίσει αρκετές προκλήσεις. Πρώτα απ’ όλα τη ρομαντική σχέση μεταξύ Πιπ και Εστέλλα, που καταλήγει σε έναν ανολοκλήρωτο έρωτα με αρκετές αντιφάσεις και από τις δύο πλευρές. Ένα ντικενσιανό σχήμα που καταλήγει σε μια τρυφερή και ταυτόχρονα σκληρή περιγραφή των ηρώων του έργου σύμφωνα και με το ύφος της εποχής. Ο Ντίκενς άλλωστε παρατηρεί τους ανθρώπους αλλά και το κοινωνικό στάτους της εποχής του με πολλή προσοχή σε όλα του τα έργα. Ενδιαφέρον είναι επίσης το χιούμορ του, μέσα από τον εύστοχο σαρκασμό και τους απολαυστικούς διαλόγους που διαθέτουν στοιχεία από τη λαϊκή γλώσσα της εποχής. Αξιοσημείωτο είναι βέβαια και το στοιχείο της γονικής απουσίας. Τα δύο παιδιά του έργου μεγαλώνουν σύμφωνα με τις αρχές που δέχονται από ένα θετό γονικό περιβάλλον. Η σκληρότητα της Εστέλλα, παραδείγματος χάριν, έχει οπωσδήποτε να κάνει με το πρότυπο σύμφωνα με το οποίο γαλουχήθηκε από τη Μις Χάβισαμ.

Πέρα από όλους αυτούς τους προβληματισμούς η ταινία του Νιούελ διακρίνεται για την ακρίβειά της σε ό,τι αφορά την αποτύπωση της εποχής. Είναι σαφές ότι προηγήθηκε καλή μελέτη, για να ακολουθήσει αυτή η πετυχημένη αναπαράσταση του Λονδίνου της βιομηχανικής επανάστασης και του 19ου αιώνα. Η φωτογράφιση άλλωστε κλείνει στο κάδρο την εποχή χωρίς να φιλοδοξεί να προσφέρει κάτι περισσότερο. Αυτό ακριβώς είναι και το μεγάλο μειονέκτημα της διασκευής του Νιούελ. Παρά την τεχνική φροντίδα της, πάσχει σημαντικά στον ρυθμό και στην αφήγηση της ιστορίας. Οι ήρωες μοιάζουν αμήχανοι, στατικοί, χωρίς πληθωρικότητα και background. Η συνεισφορά των ηθοποιών πάντως μοιάζει θετική. Το νεαρό πρωταγωνιστικό ζευγάρι των Τζέρεμι Ιρβιν και Χόλιντεϊ Γκρέιντζερ προσπαθούν να δώσουν κάτι από τη νεανική φρεσκάδα τους στα πρόσωπα της εποχής. Αντίστοιχα με την εμπειρία τους δίνουν αρκετό βάρος και κοινωνική υπόσταση στους χαρακτήρες του Μάγκουιτς και της Μις Χάβισαμ ο Ρέι Φάινς και η Έλενα Μπόναμ Κάρτερ.

Γιάννης Γκροσδάνης

gre_2095194b