ΜΠΛΑΙΖ ΣΑΝΤΡΑΡ “ΠΑΣΧΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ”

tumblr_mlk26eFERS1qafve9o1_1280

Κύριε, είναι σήμερα η μέρα της γιορτής Σου·

Σ’ ένα βιβλίο παλιό τα θεία Σου πάθη διάβασα,

.

Την αγωνία, τα έργα Σου κι όλα τα θεία Σου λόγια,

Που κλαίνε στις σελίδες του μονότονα, γλυκά.

.

Για τη θανή Σου μού ‘λεγε ένας καλόγερος παλιός

Την ιστορία Σου γράφοντας με γράμματα χρυσά

.

Σ’ ένα βιβλίο λειτουργικό που ‘χε στα γόνατά του.

Κύριε, από Σένα εμπνέονταν κι ευλαβικά το δούλευε.

.

Κάτω απ’ τη σκέπη του βωμού ντυμένος στ’ άσπρα κάθονταν

Κι από Δευτέρα ώς Κυρικαή μ’ αργό ρυθμό συνέχιζε.

.

Στου αναπαμού του το κατώφλι οι ώρες σταματούσανε

Κι αυτός αποξεχνιότανε, σκυμμένος στο πορτραίτο Σου.

.

Εσπερινός – στον πύργο ηχούσαν οι καμπάνες,

Μα ο μοναχός δεν ήξερε αν ήτανε η αγάπη του,

.

Ή αν ήτανε η αγάπη Σου, Κύριε, ή ο Θεός Πατέρας

Που χτύπαγε με δύναμη τις πόρτες της μονής.

.

.

Μοιάζω με τον καλόγερο απόψε, είμαι ανήσυχος.

Στο διπλανό δωμάτιο, πίσω απ’ την πόρτα αμίλητος

.

Προσμένει μες στη θλίψη του κάποιος να τον καλέσω:

Συ Κύριε, ο Θεός, εγώ, – η Αιωνιότητα.

.

800392W

.

Δεν Σε είχα τότε, Κύριε, γνωρίσει – μα ούτε τώρα.

Και προσευχές δεν έκανα σαν ήμουνα παιδί.

.

Όμως απόψε η σκέψη Σου μ ‘έχει γεμίσει τρόμο

Κι η ψυχή μου, μια χήρα που βαρυπενθεί στα πόδια του Σταυρού·

.

Χήρα η ψυχή μου μαυροφόρα – είν’ η Μητέρα Σου,

Ζωγραφισμένη απ’ τον Καριέρ, αδάκρυτη κι ανέλπιδη.

.

Ξέρω όλους τους Εσταυρωμένους όλων των μουσείων·

Εσύ όμως, Κύριε, περπατάς δίπλα, κοντά μου, απόψε.

.

.

Και κατεβαίνω σχεδόν τρέχοντας στην κάτω πόλη

Με κυρτωμένη πλάτη, καρδιά ρυτιδωμένη, μυαλό που καίει στον πυρετό.

.

Τ’ ολάνοιχτό Σου το πλευρό σαν ένας ήλιος θεόρατος

Και γύρω του τρεμάμενα τα χέρια Σου να βγάζουν σπίθες.

.

Τα τζάμια των σπιτιών γεμάτα αίμα

Και πίσω τους γυναίκες σαν αιμάτινα λουλούδια,

.

Παράξενα λουλούδια κι άσχημα και μαραμένα· είν’ ορχιδέες,

Σαν αναποδογυρισμένα δισκοπότηρα κάτω απ’ τις τρεις πληγές Σου.

.

Το αίμα Σου κι αν μαζέψανε, δεν το ήπιανε ποτέ·

Αυτές φορούν στους πισινούς δαντέλες και στα χείλη κοκκινάδι.

.

Όμως του Πάθους τα λουλούδια είναι λευκά σαν τα κεριά

Κι είναι τα πιο γλυκά μέσα στον κήπο της Παρθένου.

.

Christ_of_Saint_John_of_the_Cross

.

Λοιπόν την ώρα εκείνη, κατά τις εννιά,

Η κεφαλή Σου, Κύριε, έγειρε στην καρδιά Σου.

.

Κάθομαι τώρα εδώ στου ωκεανού την άκρη

Και μού ‘ρχεται πάλι στο νου γερμανικός ψαλμός,

.

Που ανιστορεί με λόγια απλά, πάναγνα και γλυκά

Την ωραιότητα της θείας μαρτυρικής μορφής Σου.

.

Μέσα σε μια εκκλησία της Σιένας, σ’ ένα υπόγειο,

Στον τοίχο, κάτω απ’ το πανί, την ίδια είδα μορφή.

.

Και σ’ ένα του Μπουριέ-Βλαντισλάς ερημητήριο

Την ίδια ανάγλυφη χρυσή, μες στη λειψανοθήκη.

.

Κι είδα κάτι παράξενα καρφιά στη θέση των ματιών,

Που οι χωρικοί τ’ ασπάζονταν γονατιστοί – τα μάτια Σου.

.

Η ίδια μορφή στης Βερονίκης το μαντήλι είναι ζωγραφισμένη

Γι’ αυτό κι είναι η Αγία Σου, η Αγία Βερονίκη.

.

Αυτό λοιπόν, το πιο πολύτιμο απ’ τα λείψανα, γυρίζει τους αγρούς

Κι όλους, σε σώμα και ψυχή, τους άρρωστους γιατρεύει.

.

Τόσα κι άλλα η μορφή Σου χίλια κάνει θαύματα

Που όμως ούτ’ ένα τους ποτέ δεν είδα με τα μάτια μου.

.

Ίσως η πίστη, Κύριε, κι η καλοσύνη λείπει

Σε μένα για να δω ποτέ της Ομορφιάς τη λάμψη.

.

Κι όμως έκανα, Κύριε, ταξίδι επικίνδυνο

Για να δω την εικόνα Σου, σ’ ένα σμαράγδι χαραγμένη.

.

Κάνε να πέσει από το πρόσωπό μου, στα χέρια στηριγμένο,

Της αγωνίας η μάσκα που με πνίγει.

.

Και κάνε τα δυο χέρια μου, στο στόμα στηριγμένα,

Τους άγριους της απόγνωσης αφρούς να μη γευτούν

.

Είμαι θλιμμένος κι άρρωστος. Ίσως να φταις Εσύ,

Ίσως να φταίει άλλος κανείς. Ίσως να φταις Εσύ.

.

Kg46Y

.

Κύριε, Εσύ θυσιάστηκες για τους φτωχούς του κόσμου·

Νάτοι, σα ζώα, όλοι μαζί, μες στα φτωχοκομεία.

.

Έρχονται απ’ τον ορίζοντα μαύρα μεγάλα πλοία

Και τους αδειάζουν σωρηδόν σε γέφυρες πλωτές.

.

Έλληνες, Ιταλοί, Σπανιόλοι, Ρώσοι,

Και Βούλγαροι και Πέρσες και Μογγόλοι·

.

Ζώα του τσίρκου που σαλτάρουν τους μεσημβρινούς

Και που τους ρίχνουν, σα σε σκύλους, ένα κομμάτι μαύρο κρέας.

.

Αυτό το βρώμικο φαΐ είν’ όλη η ευτυχία τους.

Κύριε, λυπήσου τους λαούς του κόσμου που υποφέρουν.

.

.

Κύριε, άκου στα γκέτο του, τον όχλο των Εβραίων·

Όλοι τους είναι πρόσφυγες από την Πολωνία.

.

Ξέρω, το ξέρω, Κύριε, αυτοί είναι που Σε δίκασαν,

Μα πίστεψέ το πώς δεν είναι ολότελα κακοί.

.

Χάλκινες λάμπες τούς φωτίζουν μες στα μικρομάγαζα

Κι εκεί πουλούν όπλα, βιβλία, ρούχα παλιά.

.

Του Ρέμπραντ του άρεσε να ζωγραφίζει επάνω στα παλιόρουχά τους.

Απόψε εγώ παζάρεψα εκεί ένα μικροσκόπιο.

.

Κύριε, αλίμονο! Το Πάσχα σαν τελειώσει, εδώ δε θα ‘σαι πια!

Κύριε, λυπήσου τους Εβραίους μες στις παράγκες.

.

.

Οι ταπεινές γυναίκες που μαζί σου ανέβηκαν στο Γολγοθά

Σ’ άθλιους σοφάδες κάθονται, κρυμμένες μες στις τρώγλες.

.

Μολύνθηκαν κι αυτές από τους άντρες τους.

Σκυλιά τούς ροκανίσανε τα κοκάλα, και μες στο ρούμι

.

Κρύβουν την άθλια αρρώστια που τις ξεφλουδίζει.

Σαν μου μιλήσει μια απ’ αυτές λιποθυμάω, Κύριε.

.

Θα ‘θελα να ‘μαι Εσύ, για να αγαπήσω όλες τις πόρνες·

Κύριε, συμπόνεσε τις πόρνες.

.

Wallack's_Theatre_(right)_and_New_Grand_Hotel,_New_York,_1910

.

Στη συνοικία βρίσκομαι όπου θα δεις τους κλέφτες,

Τους άφραγκους, τ’ αλάνια, τους κλεπταποδόχους.

.

Σκέφτομαι τώρα στο Σταυρό τούς δυο ληστές μαζί Σου·

Ξέρω, στη δυστυχία τους θα τους χαμογελάσεις.

.

Κύριε, ο ένας τους ήθελε ένα σκοινί με κόμπο,

Αλλά κοστίζει το σκοινί, δεν το χαρίζουν, Κύριε.

.

Μιλούσε σαν φιλόσοφος ο γέρο-κατεργάρης. Κι εγώ με λίγο όπιο

Πιο γρήγορα τον έστειλα στην πύλη του Παράδεισου.

.

Σκέφτομαι ακόμη αυτούς τους μουσικούς των δρόμων,

Τον τυφλό βιολιστή, τον κουλό με τη λατέρνα,

.

Την τραγουδίστρια με το ψάθινο καπέλο και τα ψεύτικα, χάρτινα ρόδα·

Το ξέρω, αυτοί μας τραγουδούν στους αιώνες των αιώνων.

.

Κύριε, ελέησέ τους, κι όχι αν θες με του γκαζιού το στόμιο.

Χρήματα, δώσ’ τους χρήματα σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο.

.

.

Κύριε, όταν παρέδωσες σκιστήκαν οι ουρανοί,

Ό,τι κι αν φανερώθηκε κανένας δε μας το ‘πε.

.

Χρυσός και ματωμένος τώρα, όλο σκουπίδι και φωτιά,

Ο δρόμος μοιάζει σα να σκίζει λες τη νύχτα.

.

Αυτοί που απ’ το ναό με το μαστίγιο έδιωξες

Με χέρι δολοφονικό τον κόσμο μαστιγώνουν.

.

Και τ’ Άστρο Σου που χάθηκε από τη φάτνη τότε

Πάνω στους τοίχους καίγεται μες στο σκληρό το φως των θεαμάτων.

.

Σαν χρηματοκιβώτιο η φωτισμένη τράπεζα:

Εκεί έπηξε, Κύριε, το αίμα απ’ το θάνατό Σου.

.

Οι δρόμοι, πάει, ερήμωσαν κι όλο και σκοτεινιάζουν.

Τρεκλίζω σα μεθύστακας πάνω στα πεζοδρόμια.

.

Φοβάμαι τις μεγάλες σκιερές φτερούγες των σπιτιών.

Φοβάμαι. Ακούω πίσω μου βήματα και δεν τολμάω να στρε΄ψω.

.

Κάποιος κουτσαίνει πηδηχτά κι όλο με πλησιάζει.

Φοβάμαι. Και ζαλίζομαι. Και σταματάω επίτηδες.

.

Ένα φριχτό υποκείμενο μού ρίχνει κακό βλέμμα

Που με περνάει σα μαχαιριά – κι ύστερα φεύγει.

.

Κύριε, απ’ τον καιρό που πια δεν είσαι βασιλιάς δεν έχει αλλάξει τίποτε,

Μόνο που το κακό έγινε δεκανίκι του Σταυρού Σου.

.

.

Κατεβαίνω τ’ άθλια σκαλιά ενός καφενείου

Και να ‘μαι καθισμένος μπρος σ’ ένα φλιτζάνι τσάι.

.

Κινέζοι το ‘χουν που χαμογελούν λες με την πλάτη,

Σκύβουν κι είναι σαν πίθηκοι γυαλιστεροί.

.

Το μαγαζί μικρό, είναι βαμμένο κόκκινο

Και μες σε κάδρα από μπαμπού, παράξενες χρωμολιθογραφίες.

.

Από εκατό μεριές ο Χο-Κουσάι ένα βουνό ζωγράφισε.

Πώς θα ‘ταν, Κύριε, η μορφή Σου ζωγραφισμένη από Κινέζο;

.

Να μια ιδέα που στην αρχή μ’ έκανε να γελάσω.

Ήταν σα να ‘δα μπρος μου το μαρτύριό Σου… εν περιλήψει.

.

Όμως στ’ αλήθεια το μαρτύριο αυτό θα το ζωγράφιζε ο Κινέζος

Πολύ σκληρότερα απ’ ότι οι δυτικοί ζωγράφοι μας.

.

Γυριστές κάμες θα πριόνιζαν τις σάρκες Σου,

Τσιμπίδες, χτένια θ’ αυλακώνανε τα νεύρα Σου,

.

Θα Σου περνούσε στο λαιμό αλυσίδα σιδερένια,

Θα Σου ξερίζωνε τα νύχια και τα δόντια,

.

Πελώριες μαύρες σαύρες θα Σου ‘ριχνε στο πρόσωπο

Και τρομερές φωτιές θα ‘βαζε να Σου γλείφουν το λαιμό,

.

Θα Σου ‘βγαζε τα μάτια και τη γλώσσα

Και σ’ ένα πάσσαλο θα σε παλούκωνε στο τέλος.

.

Τέτοια ταπείνωση θα Σου ‘χε ετοιμαστεί,

Γιατί στάση φρικτότερη απ’ αυτήν δεν έχει γίνει.

.

Κι ύστερα απ’ όλα αυτά και στα γουρούνια ακόμα

Θα Σ’ έριχνε για να Σου φαν κοιλιά και εντόσθια.

.

.

Οι άλλοι τώρα πια φύγανε και βρίσκομαι μονάχος

Και κάθομαι στον πάγκο κι έχω τον τοίχο απέναντι.

.

Θα ‘θελα, Κύριε, να μπω μέσα σε μια εκκλησία,

Όμως σ’ αυτή την πόλη πια καμπάνες δεν υπάρχουν.

.

Τις σκέφτομαι που σώπασαν· πού είν’ οι αρχαίες καμπάνες;

Πού είναι οι λιτανείες και τα γλυκά τροπάρια;

.

Οι ακολουθίες τι γίνανε κι οι ωραίες δοξολογίες;

Κι οι λειτουργίες; Κι οι μουσικές;

.

Οι υπερήφανοι αρχιερείς κι οι μοναχές Σου πού είναι;

Κι η αυγή η λευκή; Και το ωμοφόριο των Αγίων;

.

Του Παραδείσου η χαρά πνίγεται μες στη σκόνη

Στις υαλοθήκες δεν αστράφτουν πια τα μυστικά τα φώτα.

.

00a9b47386

.

Αργεί να ‘ρθεί το χάραμα και μες στη στενή τρώγλη

Οι σταυρωμένες σκιές ψυχορραγούνε στις μεσοτοιχίες.

.

Μοιάζει της νύχτας Γολγοθάς που πέφτει σε καθρέφτη

Και τρέμει κατακόκκινος πάνω σε μαύρο φόντο.

.

Μοιάζει της λάμπας ο καπνός με ξεβαμμένο ασπρόρουχο

Που γύρω από τη μέση Σου τυλίγεται, στριμμένο.

.

Πάνω, η λάμπα κρέμεται ωχρή σαν το κεφάλι Σου,

Αναιμική και λυπημένη και νεκρή.

.

Τώρα στα τζάμια πάλλουνε παράξενες εκλάμψεις.

Κύριε, φοβάμαι, θλίβομαι για τη μεγάλη θλίψη μου.

.

«Dic nobis, Maria, quid vidisti in via?»

– Είδα το φως να τρεμοσβήνει ταπεινό στο ξημέρωμα.

.

«Dic nobis, Maria, quid vidisti in via?»

– Λευκότητες τρεμάμενες, κινιόντουσαν σα χέρια.

.

«Dic nobis, Maria, quid vidisti in via?»

– Ο ανοιξιάτικος οιωνός στο στήθος μου σκιρτούσε.

.

Η αυγή γλίστρησε, Κύριε, ψυχρή σα νεκροσέντονο

Στον άνεμο γυμνώνοντας και τους ουρανοξύστες.

.

Ένας τεράστιος θόρυβος πάνω απ’ την πόλη ακούγεται.

Ήδη τα τρένα μαίνονται κι αναπηδούν στο πέρασμά τους,

.

Κυλάνε τα μετρό βροντώντας κάτω από τη γη,

Οι σιδηρόδρομοι κουνάνε ολόκληρα γεφύρια.

.

Σείεται η πόλη. Και φωνές, φωτιά, καπνοί παντού,

Ακούγονται βραχνές ατμού σειρήνες σα στριγγλιές.

.

Τα πλήθη μες στον πυρετό του χρυσοθήρα ιδρώτα

Σπρώχνονται και χιμούν μαζί μες σε μακριούς διαδρόμους.

.

Περίεργο, μες στη σύγχυση που οι στέγες στεφανώνουν,

Να ο ήλιος, Κύριε, η μορφή Σου η ίδια, ατιμασμένη απ’ τις φτυσιές.

.

.

Γυρίζω σπίτι, Κύριε. Πένθιμος, μόνος, κουρασμένος…

Και το δωμάτιό μου είναι γυμνό σαν τάφος…

.

Κύριε, είμ’ ολομόναχος. Με ψήνει ο πυρετός…

Και το κρεβάτι κρύο, κρύο σα φέρετρο…

.

Κλείνω τα μάτια και τα δόντια μου χτυπούν.

Είμαι ολομόναχος. Κρυώνω. Σε φωνάζω…

.

Μπροστά στα μάτια μου γυρίζουν εκατό χιλιάδες σβούρες…

Όχι! Γυναίκες είναι… Όχι, εκατό χιλιάδες βιολοντσέλα…

.

Τώρα σκέφτομαι, Κύριε, της δυστυχίας τις ώρες…

Τώρα σκέφτομαι, Κύριε, τις ώρες μου που φύγαν…

.

Κύριε, δε Σε σκέφτομαι πια. Δε Σε σκέφτομαι πια.

.

Νέα Υόρκη, Απρίλιος 1912

Μετάφραση Γιάννης Βαρβέρης

Το εξώφυλλο της πρώτης ελληνικής έκδοσης του ποιήματος. Σήμερα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ύψιλον.

Το εξώφυλλο της πρώτης ελληνικής έκδοσης του ποιήματος. Σήμερα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ύψιλον.

«Το Πάσχα του 1912, λιμοκτονούσα στη Νέα Υόρκη για μήνες. Έβρισκα πού και πού καμιά δουλειά από ανάγκη, μα δεν κρατούσε πάνω από εβδομάδα, και όσο πιο νωρίς κατάφερνα να πληρωθώ τόσο πιο γρήγορα την παρατούσα, γεμάτος αδημονία να κλειστώ για διάβασμα στην μεγάλη δημόσια βιβλιοθήκη. Η φτώχεια μου ήταν απίστευτη και κάθε μέρα τα πράγματα γίνονταν χειρότερα: ήμουν αξύριστος, με τρύπιο πουκάμισο, σκισμένα παπούτσια, μακριά μαλλιά, παλτό λερωμένο και ξεβαμμένο χωρίς κουμπιά, χωρίς καπέλο και γραβάτα, γιατί μια μέρα τα πούλησα μια δεκάρα για ν’ αγοράσω λίγο από τον χειρότερο καπνό του κόσμου για μάσημα. Ο χρόνος κυλούσε. Ήρθε το Πάσχα. Ανήμερα την Κυριακή η βιβλιοθήκη ήταν κλειστή. Το απόγευμα πήγα στην εκκλησία των Πρεσβυτεριανών που έδιναν ένα ορατόριο, την «Δημιουργία» του Χάιντν, όπως έγραφε το αχνογραμμένο σημείωμα που κρεμόταν σε μια καμάρα. Μέσα στον ναό υπήρχε διάσπαρτος κόσμος και στο βάθος μοντέρνα κορίτσια έπαιζαν παλαιά όργανα και τραγουδούσαν θεϊκά. Ένας άθλιος επίσκοπος όμως διέκοπτε κάθε πέντε λεπτά το ορατόριο για να δώσει, κι εγώ δεν ξέρω ποιο, σιχαμένο φαρισαϊκό κήρυγμα, και να κάνει εκκλήσεις στους καλοκάγαθους και στους πιστούς, και όταν το ορατόριο συνεχίστηκε, άλλος ένας κοάζων ιερέας, εξίσου πληκτικός με τον προηγούμενο έφτασε στο στασίδι που καθόμουν, και προσπάθησε κάπως λαθραία να με παροτρύνει στην ιερή του πίστη, δείχνοντάς μου συνεχώς το πορτοφόλι μου στην προσπάθειά του να μου αποσπάσει κανά δυο δολάρια για τα έξοδα, κουνώντας πιεστικά τον δερμάτινο δίσκο των εισπράξεων κάτω από τη μύτη μου. Δυστυχία μου! Έφυγα πριν το τέλος και γύρισα στο σπίτι στην Δυτική 67η οδό όπου έμενα, εντελώς αηδιασμένος και αποκαμωμένος. Πρέπει να ήταν δύο ή τρεις το πρωί. Ροκάνισα ένα κομμάτι ξερό ψωμί και ήπια ένα μεγάλο ποτήρι νερό. Ξάπλωσα. Αποκοιμήθηκα αμέσως. Ξύπνησα με μια έξαψη. Άρχισα να γράφω, να γράφω. Ύστερα έπεσα πάλι για ύπνο. Ξύπνησα ξανά με την ίδια έξαψη. Έγραψα ώς το ξημέρωμα και έπεσα μια κι έξω για ύπνο. Ξύπνησα στις 5 το απόγευμα. Διάβασα το ποίημα. είχα γράψει το «Πάσχα στη Νέα Υόρκη».

Απόσπασμα από τη μεγάλη συνέντευξη του ποιητή που περιέχεται στην έκδοση Μπλεζ Σαντράρ «23 ποιήματα και μία συνέντευξη» (μετάφραση της συνέντευξης Γιάννης Λειβαδάς), εκδόσεις Κουκούτσι. 

Σαντράρ