ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ ΜΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΡΡΕΕΙ

Γιόζεφ Ροτ

Ένα από τα τελευταία μυθιστορήματα που έγραψε ο μεγάλος Αυστριακός συγγραφέας Joseph Roth (Γαλικία, 1894 – Παρίσι, 1939), είναι το «ΧΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΔΥΟ ΝΥΧΤΕΣ» («Die Geschichte von der 1002 nacht»), το οποίο πολύ πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις (καλές) εκδόσεις Ολκός, σε ωραιότατη μετάφραση του Γ. Δεπάστα (σελ.256). Είναι από τις ελάχιστες βέβαια φορές που ο αλλαγμένος αγγλικός τίτλος του βιβλίου, «A string of pearls» («Το μαργαριταρένιο κολιέ»), ταιριάζει περισσότερο στην ουσία του από τον πρωτότυπο αλλά αυτό είναι μια λεπτομέρεια.

Οι «1002 νύχτες» είναι μια γοητευτική ιστορία που εκτυλίσσεται στην αυτοκρατορική Βιέννη στα τέλη του 19ου αιώνα και η οποία ξεκινάει σαν παραμύθι αλλά ολοκληρώνεται σαν στοχαστικό, νατουραλιστικό δράμα χαρακτήρων και καταστάσεων.

Ο μύθος ξεκινάει με το προγραμματισμένο ταξίδι του Σάχη της Περσίας στη Βιέννη. Ο Σάχης, μελαγχολικός και με την περιέργεια να δει τη ζωή στην ξακουστή πρωτεύουσα της Κεντρικής Ευρώπης βαριέται το χαρέμι του που τον ακολουθεί και θέλει να γνωρίσει τα θέλγητρα μιας ωραίας Ευρωπαίας γυναίκας. Σε έναν χορό, βλέπει μια πανέμορφη κυρία, την κόμισσα Β. και ζητάει να περάσει το βράδυ του μαζί της. Η κόμισσα όμως είναι παντρεμένη, ανήκει στην ανώτερη κοινωνία της Βιέννης και κάτι τέτοιο (που για τον Σάχη φαίνεται απόλυτα φυσιολογικό) είναι πρακτικά αδύνατον. Επιστρατεύεται για να σώσει την κατάσταση ο βαρόνος Τάιτινγκερ, ένας χαζοβιόλης και επηρμένος στρατιωτικός, πολύ γοητευτικός εμφανισιακά και με έφεση στον «ποδόγυρο», ο οποίος γνωρίζει και σχετίζεται με τη Μίτσι Σίναγκλ, που παρέχει τις καλές της υπηρεσίες σε ένα πολυτελές και ιδιατέρως επιτυχημένο πορνείο και η οποία έχει κάποια ομοιότητα με την κόμισσα Β.

Ο Τάιτινγκερ είχε γνωρίσει πριν από χρόνια την όμορφη Μίτσι, όταν απογοητευμένος από την απόρριψη της κόμισσας Β. στις ερωτικές του προτάσεις μπήκε σ’ ένα μαγαζί και εκείνη τον εξυπηρέτησε. Της έμοιαζε της κόμισσας τόσο πολύ που νόμιζες ότι ήταν αδερφή της, οπότε ο βαρόνος βολεύτηκε με το υποκατάστατο και όπως συνηθίζετο στην εποχή εκείνη, γρήγορα την κατέστησε έγκυο.

«Πολύ σύντομα ο Τάιτινγκερ ανακάλυψε πως έπληττε με τη Μίτσι. Μια μέρα του ανακοίνωσε πως ήταν έγκυος, και αυτή η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη από πληκτική: ήταν βαρετή.

Η συνέπεια αυτής της ανακοίνωσης ήταν να πάει ο Τάιτινγκερ στον συμβολαιογράφο. Ο Τάιτινγκερ δεν αγαπούσε την κόμισσα Β. ούτε την Σίναγκλ, που της έμοιαζε. Αγαπούσε, όπως συνήθως, μόνο τον εαυτό του.»

Η Μίτσι φέρνει στον κόσμο ένα αγοράκι και ο Τάιτινγκερ τής ανοίγει ένα ψιλικατζίδικο (όπως έκαναν όλοι οι πλούσιοι στις «πτωχές πλην τίμιες» που παρέσυραν σε «αμαρτίες») και την αφήνει στην τύχη της. Μετά από λίγα χρόνια όμως η κυρία Μάτσνερ, που είχε στην κατοχή της ένα πολυτελέστατο πορνείο, την «ψαρεύει» στο δρόμο, διαγνώσκει τα (αναμφισβήτητα) προσόντα της και την πείθει να δουλέψει γι’αυτήν προς κοινή ωφέλεια και των δυο τους. Ο Τάιτινγκερ που συνήθιζε να επισκέπτεται τον «οίκο» της κυρίας Μάτσνερ προς μεγάλη του έκπληξη την ξαναβρίσκει μπροστά του και διατηρεί μια αραιή αλλά (πάντα ικανοποιητική) επαφή.

Τώρα που ο Σάχης καβλοπυρέσσων δεν μπορεί να συγκρατηθεί και περιμένει την κόμισσα Β., η Μίτσι καλείται από τον Τάιτινγκερ να σώσει την κατάσταση. Εκείνη τα καταφέρνει (ο δε ανυποψίαστος Σάχης πρώτη φορά ένιωσε μια «τόσο εκλεπτυσμένη σεξουαλική πράξη») και λαμβάνει ως δώρο από τον πάμπλουτο επισκέπτη της, μια κασετίνα με τρία βαριά μαργαριταρένια κολιέ μεγάλης αξίας που θα της αλλάξουν τη ζωή.

Τα χρόνια περνάνε και η Μίτσι ξοδεύει αλόγιστα την τεράστια περιουσία που της άφησε ο εξωτικός της επισκέπτης σε καζίνα, ταξίδια, εραστές που γνωρίζει σε κοσμικά μέρη. Την τυλίγει ένας απατεώνας και την αφήνει με χρέη σε μια κομπίνα, για την οποία φυλακίζεται. Ο δε Τάιτινγκερ συνεχίζει στο στράτευμα, αδιάφορος στις επικλήσεις της κακομοίρας Μίτσι που έπεσε τόσο χαμηλά, αδιάφορος ως προς το παιδί που έφερε στον κόσμο. Ώσπου όμως να αποφυλακιστεί η Μίτσι, ο κόσμος έχει αλλάξει, η εποχή δεν είναι πλέον ξέγνοιαστη, το χρήμα κυριαρχεί στην κοινωνία όπως και οι κομπίνες και οι εκβιασμοί, ενώ οι λαϊκές φυλλάδες μπορούν να καταστρέψουν ζωές και καριέρες. Η υπόθεση της Μίτσι και η εμπλοκή της με τον Τάιτινγκερ θα γίνει γνωστή στο ευρύ κοινό αλλά και στο αυστηρό σώμα που υπηρετεί ο βαρόνος και θα τον παρασύρει σε μια πτώση, που θα τον αλλάξει ως άνθρωπο, θα τον κάνει να σκεφτεί για πρώτη φορά στη ζωή του και η οποία δεν έχει τέλος (τουλάχιστον γι’ αυτόν, τον αφελή) και από την οποία δύσκολα μπορεί να σηκώσει κεφάλι όποιος δεν μπορεί να προσαρμοστεί στους «μοντέρνους καιρούς».

0273899

«Όχι, ο Τάιτινγκερ δεν έφυγε. Ένας παράξενος φόβος τον συγκράτησε. Ήταν σχεδόν ένας φόβος της συνείδησης. Ένιωθε ήδη ένοχος και άρρηκτα συνδεδεμένος με ξένα πεπρωμένα και υποθέσεις. Ένιωθε επίσης ότι μέσα του είχε γίνει μια μεγάλη αλλαγή, δεν ήξερε πότε ακριβώς είχε αρχίσει. Ίσως τότε, όταν είχε συναντήσει τον Σέντλατσεκ στη σκάλα. Ίσως ακόμα νωρίτερα, στο μαγαζί της Μίτσι στο Ζήβερινγκ. Ίσως αργότερα, όταν είχε επισκεφτεί την Μίτσι στη φυλακή. Ίσως με την αποχώρησή του από το στρατό. Τώρα μάλιστα ήταν σε θέση να εξηγήσει την αδιάφορη ευθυμία του τα παλαιότερα χρόνια: άγνοια ήταν. Καμιά φορά τού φαινόταν ότι περπατούσε πολλά χρόνια με δεμένα μάτια δίπλα σε ολέθρια κι επικίνδυνα βάραθρα, και ο μόνος λόγος που δεν είχε γκρεμιστεί ήταν επειδή δεν τα έβλεπε. Είχε μάθει πολύ αργά να βλέπει. Τώρα έβλεπε μεγάλους και μικρούς κινδύνους παντού. Πράξεις που έγιναν απερίσκεπτα, αθώες ιδέες που υλοποιήθηκαν αθώα, εκφράσεις που ξεστομίστηκαν επιπόλαια και ενέργειες που αμελήθηκαν από καθαρή αδιαφορία, έπαιρναν τώρα τρομερή εκδίκηση. Από καιρό πια ο κόσμος δεν ήταν τόσο απλός όπως άλλοτε: και ειδικά από την ώρα που είχε βγάλει τη στολή. Από καιρό δεν υπήρχαν πια μόνο τρείς κατηγορίες ανθρώπων: γοητευτικοί, αδιάφοροι και πληκτικοί, αλλά μόνο: ακατανόητοι.»

Ο Ροτ χειριζόμενος εξαιρετικά τον μύθο που έχει πλάσει και το υλικό του, κατορθώνει μέσα σ’ένα σχετικά ολιγοσέλιδο μυθιστόρημα να περιγράψει με το γνωστό, σαγηνευτικό του στυλ έναν ολόκληρο κόσμο. Σχηματίζει έναν κύκλο που μέσα του περιέχει το παλαιό regime, έναν κόσμο απολιθωμένο και πεπερασμένο και ο οποίος δίνει τη θέση του στη βιομηχανική και σύγχρονη κοινωνία που επέρχεται με τον 20ο αιώνα, της οποίας κατάληξη θα είναι ο ναζισμός της δεκαετίας του ‘30. Ο κύκλος του βιβλίου κλείνει με τον Σάχη να επισκέπτεται πάλι μετά από χρόνια τη Βιέννη και ο αρχιευνούχος του να ανακαλύπτει τα μοιραία διαμάντια εκτεθειμένα σε ένα κατάστημα και να τα αγοράζει ξανά, κλείνοντας μια παρένθεση αφού οι εμπλεκόμενοι σ’ αυτήν, που οι ζωές τους καταστράφηκαν, δεν ήταν παρά μαριονέτες στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Το γνωστό μοτίβο που απασχολούσε τον μεγάλο Αυστριακό συγγραφέα (ιδιαίτερα ευδιάκριτο σε άλλο ένα από τα ακροτελεύτια έργα του, τον «Θρύλο του Αγίου Πότη»), ότι τα χρήματα φέρνουν μόνο προσωρινή ευτυχία, η οποία δεν κρατάει για πολύ, είναι εμφανές και σ’αυτό το βιβλίο, όπου τονίζονται οι κοινωνικές αντιθέσεις αν και όπως συνεχώς στο έργο του επισημαίνει με πολλούς τρόπους, οι φτωχοί παραμένουν φτωχοί, είναι η «ανώτερη» τάξη που αλλάζει, η παλιά αριστοκρατία των γαιοκτημόνων και των κληρονομικών θέσεων στο στράτευμα, δίνει τη θέση της στους πιο κυνικούς και περισσότερο ευέλικτους νεόπλουτους της αστικής τάξης.

Οι «Χίλιες και δυο νύχτες», είναι ένα μάλλον έλασσον έργο στην πλούσια βιβλιογραφία του Γιόζεφ Ροτ (ιδιαίτερα δημοφιλής στη χώρα μας τα τελευταία είκοσι χρόνια – έχει εκδοθεί σχεδόν το σύνολο των βιβλίων του), μπορεί να μη φθάνει στο ύψος των τεράστιων αριστουργημάτων του μεγάλου Αυστριακού, όπως το «Εμβατήριο Ραντέτσκι» ή το «Hotel Savoy», αλλά είναι ένα έξοχο μυθιστόρημα, που αλλιώς ξεκινάει και αλλιώς καταλήγει, ένα στοχαστικό κοινωνικό σχόλιο με στοιχεία μελοδράματος, γραμμένο με μαεστρία και συναίσθημα, χιούμορ και ειρωνία, πολλή θεατρικότητα, αρκετά γκροτέσκο και «οπερετικό» που θα απολαύσει ο αναγνώστης μέχρι κεραίας.

«Θα μπορούσα ίσως να κατασκευάσω κούκλες που έχουν καρδιά, συνείδηση, πάθος, αίσθημα, ήθος. Αλλά αυτό το είδος κανείς στον κόσμο δεν το ζητάει. Θέλουν μόνο περίεργα πράγματα στον κόσμο: θέλουν τέρατα. Τέρατα θέλουν.»

Librofilo