Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΝΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ

Ένα βιβλίο για πέταμα

Paul Desalmand, Ένα βιβλίο για πέταμα, μτφ. Μαρία Γαβαλά, εκδ. Πόλις

Μια μεγάλη αντιπαράθεση είχε ξεσπάσει και μαινόταν τις τελευταίες δεκαετίες του 17ου αιώνα στους κύκλους των λογίων στη Γαλλία και στην Αγγλία. Έμεινε γνωστή ως η Διαμάχη των Αρχαίων και των Μοντέρνων και αφορούσε την αξία που έχουν οι μεν και οι δε, οι κλασικοί αρχαίοι συγγραφείς από τη μία πλευρά και, από την άλλη, οι σύγχρονοι τότε Άγγλοι και Γάλλοι. Ο Τζόναθαν Σουίφτ, προτού γίνει γνωστός από τα «Ταξίδια του Γκιούλιβερ», πήρε μέρος σε αυτή την αντιπαράθεση γράφοντας ένα σατιρικό έργο, τη «Μάχη των βιβλίων», στο οποίο υποστήριζε τους Αρχαίους με τον εξής τρόπο: τρύπωσε ένα βράδυ στη Βασιλική Βιβλιοθήκη και παρακολούθησε τα βιβλία να ζωντανεύουν, τις ώρες εκείνες που κανείς δεν τα βλέπει, και να πολεμούν μεταξύ τους. «Πιστεύω», γράφει, «πως συμβαίνει με τις βιβλιοθήκες ό,τι και με τα νεκροταφεία, όπου κάποιοι φιλόσοφοι βεβαιώνουν ότι ένα είδος πνεύματος, το οποίο αποκαλούν Brutum Hominis, υπερίπταται πάνω από το μνημείο, μέχρις ότου το σώμα αποσυντεθεί και μετατραπεί σε σκόνη ή σε σκουλήκια, οπότε εξαφανίζεται ή διαλύεται. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι ένα ανήσυχο πνεύμα στοιχειώνει πάνω από κάθε βιβλίο, μέχρις ότου το κατακλύσει η σκόνη ή τα σκουλήκια (πράγμα το οποίο σε μερικά μπορεί να συμβεί σε λίγες ημέρες και σε άλλα αργότερα)».

Παρόμοια είναι και η αφετηρία της σκέψης του Γάλλου συγγραφέα, εκπαιδευτικού και εργαζόμενου στον εκδοτικό χώρο Πολ Ντεζαλμάν, ο οποίος επίσης γνωρίζει πως τα βιβλία ζωντανεύουν τις νύχτες και συνομιλούνε μεταξύ τους. «Οι συνομιλητές μου της νύχτας», ακούμε ένα απ’ αυτά τα βιβλία να λέει, «πάντα με παρότρυναν να διηγηθώ τη ζωή μου, τη ζωή ενός βιβλίου, γιατί είχαν την εντύπωση ότι, μιλώντας για μένα, θα μιλούσα και γι’ αυτούς. Με βοήθησαν πολύ με τις ιδέες τους, τις διάφορες συμβουλές τους, κι ακόμα περισσότερο με το κουράγιο που μου έδιναν. Έβρισκαν πρωτότυπη την ιδέα ενός βιβλίου που μιλά για τον εαυτό του, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό του. Κι εγώ το ίδιο. Συγχρόνως, όμως, λάμβανα υπόψη μου τη φράση ενός καλοπροαίρετου φίλου: “Μα αυτό έχει ήδη γίνει είκοσι φορές!”, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να παραθέσει έστω και έναν τίτλο».

Παρόλο που τελικά θα εντοπίσει ένα βιβλίο με παρόμοιο θέμα, το «Δέκα χιλιάδες» του Ιταλού συγγραφέα Αντρέα Κερμπάκερ, κι υπάρχει επίσης «Η βιογραφία ενός βιβλίου» του Σέρβου μυθιστοριογράφου Ζόραν Ζίβκοβιτς (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κέδρος), ο Ντεζαλμάν αποφασίζει να δώσει τον λόγο απευθείας σε ένα βιβλίο, προκειμένου να μας αφηγηθεί το ίδιο την ιστορία του, όσα είδε κι όσα άκουσε, όσα έζησε κι όσα έμαθε από τη στιγμή που βγήκε από ένα τυπογραφείο στη Γαλλία μέχρι τη στιγμή, πολλά χρόνια αργότερα, που αργά-αργά αποσυντέθηκε στα νερά κάποιου ποταμού στην Αφρική. Η πρωτοτυπία εξάλλου είναι μια μάλλον υπερεκτιμημένη αρετή.

Ολόκληρο λοιπόν το μυθιστόρημα των εκατόν εβδομήντα σελίδων είναι μια αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο της ζωής ενός βιβλίου. Ξεκινάει με τις απαραίτητες συστάσεις, «Γεννήθηκα στις 17 Ιουνίου του 1983, ώρα τέσσερις και τριάντα επτά λεπτά, στο τυπογραφείο “Η Διακίνηση” στην πόλη Μαγιέν. Σχήμα: 16,5 εκ. x 12,5 εκ. Βάρος: 230 γραμμάρια. Αριθμός σελίδων: 224. Χαρακτήρες: Γκαραμόν» κτλ. Το μόνο που δεν μαθαίνουμε είναι ο τίτλος και το περιεχόμενο του βιβλίου καθώς και το όνομα του συγγραφέα του (αν και κάποια στιγμή τελικά θα πληροφορηθούμε την ενδιαφέρουσα ιστορία αυτού του εμμονικού ανθρώπου). Γιατί αυτό που ενδιαφέρει σε αυτή την περίπτωση είναι κάτι άλλο. Είναι η ζωή του βιβλίου ως αντικειμένου με σάρκα και ψυχή.

Θα διαβάσουμε για την αναμονή του όταν είναι φρεσκοτυπωμένο στην αποθήκη μαζί με χιλιάδες άλλα όμοια και την αγωνία για τη μελλοντική τους τύχη: θα φτάσουν άραγε γρήγορα σε κάποιο βιβλιοπωλείο και θα βρεθεί κάποιος αγοραστής γι’ αυτά ή θα καταλήξουν στη μονάδα πολτοποίησης χωρίς ποτέ να δουν το φως της ημέρας; Κι ύστερα, ποια βιβλιοπωλεία θεωρούνται καλά για ένα βιβλίο και ποια όχι; Ποιο είναι το νόημα των παρουσιάσεων; Πού βρίσκονται εκείνα τα βιβλία που, ενώ είμαστε βέβαιοι ότι τα έχουμε στη βιβλιοθήκη μας, δεν μπορούμε να τα εντοπίσουμε ποτέ; Και, κυρίως, τι συζητάνε μεταξύ τους τα βιβλία όταν ο κάτοχός τους δεν είναι εκεί; Ποιος θεωρείται καλός αναγνώστης για ένα βιβλίο; «Οι χειρότεροι αναγνώστες», μαθαίνουμε σε κάποιο σημείο του μυθιστορήματος, «είναι εκείνοι που διαβάζουν λες και πλέκουν. Μηχανικά, για να σκοτώνουν την ώρα τους και όχι για να ζουν αυτά που διαβάζουν. Ή για να πουλάνε φούμαρα. […] Ριζικά αντίθετη προς την ανάγνωση-πλεκτό είναι η ανάγνωση που σας αλλάζει τη διάθεση, σας διαπλάθει, σας συγκροτεί, σας διαμορφώνει, σπάει το παγόβουνο που υπάρχει μέσα σας, κάποτε σας κάνει να υπερβείτε τον εαυτό σας».

Συνηθίζω, όταν καμιά φορά δεν έχω τι να κάνω ή όταν θέλω για λίγη ώρα να ξεκουραστώ απ’ ό,τι κάνω, να περιδιαβαίνω μπροστά στα ράφια της βιβλιοθήκης μου χαζεύοντας τις ράχες των βιβλίων. Αλλιώς τα βλέπω πια, μετά την ανάγνωση αυτού του μυθιστορήματος: στέκομαι μπροστά σ’ ένα ράφι με βιβλία και δεν σκέφτομαι μόνο το περιεχόμενό τους, αλλά προσπαθώ να θυμηθώ τις ώρες που πέρασα μαζί τους, τα χέρια που πιθανόν έχουν αλλάξει, τη συμπεριφορά μου προς αυτά. Να, αυτή την έκδοση με τις τρεις τραγωδίες του Σοφοκλή την είχα πάρει μαζί μου στον στρατό. Το άλλο δίπλα όμως δεν το έχω καν ξεφυλλίσει από τη μέρα που το αγόρασα. Εκείνο εκεί το βιβλιαράκι του Ρίτσου, τις «Ανταποκρίσεις», το διάβαζα πριν από πάρα πολλά χρόνια στο τραπέζι της κουζίνας στο πατρικό μου, γιατί κάποιος επισκέπτης κοιμόταν στο δικό μου δωμάτιο. «Το γράμμα μιας άγνωστης» του Τσβάιχ το είχα διαβάσει ολόκληρο σε μια διαδρομή πήγαινε-έλα στον ηλεκτρικό κι έχω τραβήξει με μπλε στυλό στραβές γραμμές κάτω απ’ τις φράσεις που μ’ αρέσανε.

Όταν ένα βιβλίο έχει τη δύναμη να αλλάξει τον τρόπο που κοιτάζεις τα πράγματα, έστω και σε κάτι τόσο ασήμαντο και ελάχιστο όπως αυτό που περιγράφω, τότε δεν μπορεί παρά να άξιζε τον κόπο η ανάγνωσή του. Αυτό νομίζω εγώ.

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

IMGP2295