Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ

 Κυριάκος Αθανασιάδης

  • Είναι σε γενικές γραμμές γνωστός (καθότι αυτονόητος) ο ρόλος του συγγραφέα, του μεταφραστή, του γραφίστα, του τυπογράφου στη διαδικασία έκδοσης ενός βιβλίου. Παραμένει όμως, για τους περισσότερους αναγνώστες, συγκεχυμένος και ασαφής ο ρόλος του επιμελητή και του διορθωτή. Ποια είναι η δουλειά καθενός απ’ τους δύο; Υπάρχει ξεκάθαρη διάκριση αρμοδιοτήτων μεταξύ τους;

 

Θα ήταν καλό να μπορούσε να υπάρχει. Μα σχεδόν πάντα, στην Ελλάδα εννοώ, ο επιμελητής κάνει και τη διόρθωση, οπότε οι δύο ρόλοι παίζονται από έναν.

Ποιος επιμελητής όμως, καθώς υπάρχουν περισσότεροι από ένας; Ο επιστημονικός, ας πούμε, που συνήθως κάνει «θεώρηση», ή ένας «σύμβουλος έκδοσης», ή ο «τυπογραφικός» επιμελητής; Για να μαζέψουμε το θέμα, μιλάμε κατά βάσιν για τον «γλωσσικό» επιμελητή. Αυτόν, δηλαδή, που βασική του μέριμνα είναι να παραδοθεί για στοιχειοθεσία (παλιά: τώρα πλέον απευθείας για σελιδοποίηση) ένα κείμενο με καλά —το κατά δύναμιν— ελληνικά, στρωτή, «σωστή» γλώσσα. Με όσο γίνεται λιγότερα λάθη.

Όμως ήδη το γλωσσικό πεδίο είναι αχανές, ή έστω μεγάλο και μάλλον θολό: ξεκινά από την ορθογραφία, τη στίξη, την παραγράφηση, το χώρισμα σε Κεφάλαια και σε υποκεφάλαια, και τελειώνει πέρα από αυτό που θα λέγαμε «σωστή σύνταξη» και κυριολεξία, κάπου στα ξένα χωράφια του «ύφους» (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) ή και της καλλιλογίας (με τη λοξή, εδώ, έννοια της προσαρμογής ενός κειμένου —φέρ’ ειπείν κάποιων διαλόγων, ή ενός ιδιώματος— σε ένα οικείο γλωσσικό περιβάλλον: οι ήρωες του Ντίκενς μιλάνε «εκατό αγγλικά» με σαφείς διαφορές μεταξύ τους, οπότε δε μιλάμε για εύκολη δουλειά, είτε για τον μεταφραστή, είτε για τον «γλωσσικό» επιμελητή).

Όμως και πάλι δεν αρκούν αυτά. Ένα βιβλίο είναι πολλά περισσότερα από καλοδιατυπωμένες προτάσεις. Ένα βιβλίο (ένα «απλό» μυθιστόρημα, ένα επιστημονικό σύγγραμμα…) έχει τόσο πολλές ανάγκες, όσο κι ένα παιδί μέχρι να σταθεί στα πόδια του και να πάει στο βιβλιοπωλείο. Για να μη μακρηγορώ, από τον έλεγχο όλων των πραγματολογικών στοιχείων μέχρι τη σύνταξη του Ευρετηρίου Ονομάτων και (Θεέ μου!) Όρων, οι δουλειές που είναι να γίνουν είναι πολλές, τα στάδια της παραγωγής ποικίλα και εν σειρά, όπως τα εμπόδια στο ταρτάν. Κι αν σκοντάψεις σε ένα, η όλη διαδικασία αργεί, δυσκολεύει και σε περιορίζει.

Ο διορθωτής, από την άλλη, αναλαμβάνει να αποκαθάρει το (σελιδοποιημένο) κείμενο (τα «δοκίμια») από αβλεψίες, ανορθογραφίες, τυπογραφικά errata, και τα συναφή. Πιο ταπεινή, υπό μία έννοια, δουλειά, μα και πιο υπεύθυνη θέση από την άλλη, καθώς, όχι μόνο πρέπει να ελέγχει τον συγγραφέα, τον μεταφραστή και τον επιμελητή (και τον τυπογράφο, ή την κοπέλα τού DTP, ή το ίδιο το πρόγραμμα του υπολογιστή), αλλά ξέρει διαρκώς πως, μετά από τον ίδιο, το κείμενο (και τα εναπομείναντα λάθη του) θα τα διαβάσει, πλέον, κατευθείαν ο αναγνώστης. Άγχος. Πολύ άγχος. Λάθη ξεπετάγονται από το πουθενά, κι εκεί που πριν (όταν ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο και σου απέσπασε την προσοχή) δεν υπήρχε κανένα, τώρα ξεπροβάλλει ένα θηρίο με δύο κεφάλια.

Παρά ταύτα, επαναλαμβάνω: σπανίως μιλάμε για δύο πρόσωπα. Εκτός και αν δεν υπάρχει καν επιμελητής. Γίνεται συχνά σε κάποιους Οίκους. Έτσι, ο επιμελητής γίνεται διορθωτής. Και διορθώνει τον εαυτό του.

  • Πόσο διαφέρει τελικά, συνήθως, το «χειρόγραφο» του συγγραφέα από το τυπογραφικό δοκίμιο που έχει περάσει από τα χέρια και το βλέμμα του επιμελητή; Πόσο παρεμβατική είναι ή πρέπει να είναι η δουλειά του;

 

Υπάρχουν «χειρόγραφα», φυσικά, που μοιάζουν τυπωμένα και καλοδιορθωμένα βιβλία. Είναι ένα μικρό ποσοστό, αλλά υπάρχουν. Και άλλα που τα πιάνεις και δεν ξέρεις τι να πρωτοκάνεις. Πολύ μεγαλύτερη κατηγορία αυτή από την πρώτη. Και υπάρχουν και μεταφράσεις έξοχες, όπου απλώς κάνεις διορθώσεις ορθογραφικές (ή ασχολείσαι με τα τελικά νι), και άλλες που τις «ξαναγράφεις». Αν και, στις πραγματικά καλές δουλειές, έχεις πολύ περισσότερη όρεξη να ανεβάσεις ακόμη πιο ψηλά το κείμενο — και είναι και πιο εύκολο να το κάνεις. Αντιθέτως, μια εξαρχής κακή μετάφραση μόνο να τη διασώσεις μέχρις ενός σημείου γίνεται. Ποτέ δε θα την κάνεις πολύ καλή.

Τώρα, στα ελληνικά βιβλία, που χοντρικά ας τα κατηγοριοποιήσουμε σε λογοτεχνικά και μη λογοτεχνικά, το περιθώριο παρεμβάσεων είναι πιο σαφές στα πρώτα (ελάχιστες, μηδαμινές, ανύπαρκτες, «θα σκοτωθούμε») και αρκετά πιο χαλαρό στα «δοκιμιακά». Όμως και πάλι δε μιλάμε για εκ βάθρων αλλαγές, για βαθιά επιμέλεια. Ούτε συνεννόηση μπορεί να υπάρξει, ούτε (το ομολογώ) σε πληρώνει κανείς γι’ αυτό. Ούτε το θέλει κάποιος (ας πούμε, ο εκδότης). Και ασφαλώς δεν υπάρχει χρόνος: ο χρόνος είναι μετρημένος, και είναι ο ελάχιστος δυνατός. Γι’ αυτό και δεν υπάρχουν editor στην Ελλάδα, επαγγελματίες δηλαδή που (ας πούμε σε ένα μυθιστόρημα) θα δουν το αρχικό-αρχικό χειρόγραφο που προτάθηκε στον Οίκο, θα προτείνουν αλλαγές, θα επιμεληθούν εκτενώς το δεύτερο χέρι και θα το πάνε ως το τέλος μαζί με τον συγγραφέα, παίζοντας το ρόλο ενός αφανούς Doppelgänger, που κάποια στιγμή θα πάψει εντελώς να υπάρχει με ένα «παφ». Μια και λέμε γι’ αυτό, να προσθέσουμε ότι πολλά χειρόγραφα πρωτοεμφανιζομένων σε Οίκους του εξωτερικού επιλέγονται ακριβώς γιατί κάποιος συγκεκριμένος editor μπορεί να τα σουλουπώσει.

Βέβαια, και έξω κάνουν και αφήνουν λάθη, «δράκους», που τυχαίνει να τα βλέπουμε εμείς στη μετάφραση και (αν έχουμε πιει αρκετό καφέ) να τα διορθώνουμε. Τις προάλλες απάντησα πέντ’-έξι φορές σε μεσαιωνικό, δήθεν, μυθιστόρημα τον όρο «αδρεναλίνη» («του είχε ανεβεί η αδρεναλίνη»), και άλλα τέτοια αστεία με αναχρονισμούς — και ήταν ευπώλητο βιβλίο σε παγκόσμιο επίπεδο, που το ’χε δει κοτζαμάν επιτελείο επιμελητών-διορθωτών.

Τέτοιου τύπου ιστορίες και ανέκδοτα γνωρίζουν πολλά όλοι οι επαγγελματίες του χώρου. Και τα διηγούνται μεταξύ τους, πού και πού. Πρόκειται φυσικά για συζητήσεις με μηδενικό ενδιαφέρον για οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο στη γη, γι’ αυτό και έχουν μια γεύση κάπως χωμάτινη.

Header_08

  • Εφόσον δεν υπάρχουν τυπικά προσόντα που πρέπει να διαθέτει ένας επιμελητής, ποια είναι τα ουσιαστικά εφόδια που οφείλει να καλλιεργήσει; Μπορούν αυτά να γίνουν αντικείμενο διδασκαλίας;

 

Μου έχουν προτείνει να διδάξω σε σχετικά σεμινάρια κατάρτισης (γίνονται αρκετά τα τελευταία χρόνια), αλλά αρνήθηκα όλες τις φορές γιατί θα έπρεπε να κάνω τρομερή προετοιμασία — δεν είναι του τύπου μου αυτό, και δεν έχω καθόλου περισσευούμενο χρόνο. Και δεν ξέρω και καλά-καλά τι θα έπρεπε να πω, είναι μια δουλειά που στηρίζεται πάρα πολύ στην πείρα.

Ωστόσο, ναι, αρκετά μπορούν να διδαχτούν σε έναν πρωτόπειρο — ή έστω να επισημανθούν. Προσωπικά, θα έλεγα απλώς πως κανείς πρέπει να παραδίδει ένα κείμενο που καταρχήν να λέει (ας έχουμε στο νου μας μια μετάφραση, εδώ) κατανοητά πράγματα: ο λόγος πρέπει να κυριολεκτεί. Αυτό είναι το πρώτιστο. Τα περί ύφους κλπ. που λέγαμε και πριν έρχονται πιο μετά — αν είναι νά ’ρθουν. Ακόμη, ότι ποτέ δε βάζει ο διορθωτής τα λεξικά του στο ράφι: ας αναρωτιέται διαρκώς, πρέπει να αναρωτιέται και να ψάχνει. Ότι πρέπει να γκουκλάρει ό,τι τού φαίνεται κάπως παράξενο ή μπερδεμένο — και ό,τι δεν ξέρει: σώνονται πολλά λάθη έτσι, και δεν εκτιθέμεθα. Ότι το: «Ι… Ι…» στα αγγλικά δε μεταφράζεται σε: «Εγώ… εγώ…» αλλά αλλιώς (αυτός θα μας πει), ενώ το «I guess» δεν το αποδίδουμε με το «Υποθέτω». Ένα «Ναι», ακόμα καλύτερα ένα «Ναι…», με αποσιωπητικά, είναι χίλιες φορές πιο σωστό. (Αλλά υπάρχουν κι άλλοι τρόποι, πάρα πολλοί). Γενικά, κάτι πρέπει να λέγεται ελληνικά, να είναι crystal clear και να μην αφήνει περιθώρια παρερμηνείας.

Καλό επίσης είναι να ανακατεύονται με τη δουλειά άνθρωποι που αγαπούν το βιβλίο ως σκεύος. Η επιμέλεια, η διόρθωση, είναι βιβλιοφιλικές δουλειές.

  • Υπάρχει κάποια κατηγορία συγγραφέων που να ξεχωρίζει για τη δυσκολία της να δεχτεί τις επεμβάσεις ή τις προτάσεις του επιμελητή στο κείμενο; Όσοι ενδεχομένως έχουν οι ίδιοι επαγγελματική σχέση με τη γλώσσα, όπως οι φιλόλογοι για παράδειγμα, οι δημοσιογράφοι ή οι ίδιοι οι επιμελητές;

 

Δεν το είχα σκεφτεί: δεν έχω επιμεληθεί ποτέ βιβλίο συναδέλφου — ή τουλάχιστον δε μπορώ να ανακαλέσω κάτι τόσο χαριτωμένο στη μνήμη μου. Δεν ξέρω πώς θα αντιδρούσε κάποιος. Πιστεύω θα έθετε συγκεκριμένα όρια, τα οποία φυσικά και θα δεχόμουν. Όμως (αν μετράει αυτό) έχω δείγμα… εμένα, που αποδείχτηκα πάντα εξαιρετικός συνεργάτης, καθώς ποτέ μου δεν ανακατεύτηκα στην έκδοση κανενός δικού μου βιβλίου και σε κανένα κομμάτι της έκδοσής τους: ούτε τα εξώφυλλα δεν είδα πριν τυπωθούν (ψέματα: εκτός από τρία μυθιστορήματα, που όμως τα ανέλαβα εξ ολοκλήρου ελλείψει άλλου). Και εννοώ πως δεν τα διόρθωσα καν — ήλεγξα μόνο, σχολαστικά, τις διορθώσεις που τους έκαναν, και πάνω εκεί υπήρξαν μερικοί καβγάδες. Αλλά, όχι, δε θυμάμαι να χειροδίκησα.

Οι δημοσιογράφοι είναι γενικά καταπληκτικοί στη συνεργασία, καθώς ξέρουν πως τα κείμενά τους σε βιβλίο θέλουν βοήθεια. Οι φιλόλογοι επίσης. Ακούγεται περίεργο, αλλά με «θετικούς» επιστήμονες θυμάμαι να έχω έρθει συχνά σε κόντρα. Όμως όλα αυτά παλιά, γιατί από ένα σημείο και μετά δε συνεργαζόμουν πια (δεν έδειχνα τι άλλαζα, για να το πω απλά), και αυτό το ήξεραν οι περισσότεροι και το αποδέχονταν. Στην πραγματικότητα όμως (σε μια ιδεατή πραγματικότητα), η δουλειά πρέπει να γίνεται σε συνεργασία, αντικριστά που λέει ο λόγος. Άλλο που δε γίνεται.

Γενικά (για τον εξής ένα λόγο: επειδή εγώ κουράστηκα), έχω την εντύπωση πως κανείς δεν κοιτάζει πια τίποτε. Ξέρω πως δεν ισχύει αυτό, αλλά καταδεικνύει, ορισμένως, τη σημερινή σχέση μου με το χώρο.

  • Ο επιμελητής είναι και ο πιο προσεκτικός αναγνώστης ενός βιβλίου ή εστιάζει την προσοχή του σε ορισμένες μόνο όψεις του κειμένου παραμελώντας έτσι άλλες σημαντικές; Μπορεί ένας επιμελητής να διαβάσει ένα βιβλίο αφήνοντας κατά μέρος την επαγγελματική του ιδιότητα;

 

Όχι, όχι, ο επιμελητής επιμελείται, δε διαβάζει. Ο editor διαβάζει. Ούτε ο διορθωτής διαβάζει. Ή, για να το θέσουμε αλλιώς: αν τύχει και διαβάσουν, πάει-χάθηκε το βιβλίο, θα βρίθει δράκων σαν το σπιτικό τής Καλίσι.

«Σπιτικό»: ο επιμελητής φιλοξενείται, δε μένει στο συγγραφικό σπίτι. (Σάμπως μένει ο συγγραφέας;) Εκεί, κατοικεί μόνος ο αναγνώστης.

  • Ποια ξεχωρίζετε ως τη σημαντικότερη εμπειρία σας στην καριέρα σας ως επιμελητή; Ποιου βιβλίου, με άλλα λόγια, η επιμέλεια έχει χαραχτεί βαθύτερα στη μνήμη σας; Μπορείτε να μας αφηγηθείτε την ιστορία μιας τέτοιας επιμέλειας;

 

Καθώς δουλεύω πια μια ολόκληρη τριακονταετία, όχι — όλα τα ’χω σαν ένα στο μυαλό μου. Και για έναν ακόμη λόγο: επειδή, ως «στέλεχος» εκδοτικού (μην πάει ο νους σας στο κακό με τη λέξη), επί πολλά-πολλά χρόνια είχα με μπόλικους τίτλους την πιο στενή σχέση που μπορεί να υπάρξει: από την επιλογή τους, ώς τη διαφήμισή τους. Έτσι, η παραγωγή (από τις πρώτες συζητήσεις με τον πιθανό μεταφραστή, ας πούμε, μέχρι τους τσακωμούς με τον βιβλιοδέτη, από το σχεδιασμό μιας βινιέτας ή την επιλογή ενός «φιλέ», ενός τυπογραφικού κοσμήματος, μέχρι το κουβάλημα των νερών στην παρουσίαση) θολώνει, αφήνει κάτι γκρίζο.

Ο βαθμός δυσκολίας διαφέρει πάντα, όπως είναι λογικό, και κάθε βιβλίο είναι ούτως ή άλλως ένα άλλο βιβλίο. Όμως συνιστούν όλα μαζί την προσπάθεια που κάνουμε να βρούμε καλοδιατυπωμένες και σχετικώς σαφείς ερωτήσεις για το Μέγα Μυστήριο της ζωής, και έτσι, ασχολούμενος κανείς με τα μικρά ή τα μεγάλα λάθη που προσπαθούν να κρυφτούν ανάμεσα από τις αράδες των δοκιμίων, κάπως αισθάνεται κανείς. Κάπως περίεργα — έχει ένα κάποιο δέος. Έστω: όταν είναι νέος. Πιο μετά, βλέπεις πως όλο αυτό είναι ανωφέλευτο, ο κόσμος τείνει να γίνει ένα βιβλίο γεμάτο λάθη, ένας τόμος μόνο με παροράματα.

Κυριάκος Αθανασιάδης

«Χειρόγραφο» του Ε.Χ. Γονατά