Ο ΣΚΩΡΟΣ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ

kerouac1

Τζακ Κέρουακ «Στο δρόμο», μτφ. Δήμητρα Νικολοπούλου, εκδ. Πλέθρον, 1996

«When the universe fails to see Jack, then Jack will die…»

                                      Ο Gregory Corso στον Allen Ginsberg

 

 

«…because to travel, or at least to travel in a certain way,

 is to write (first of all because to travel is to read),

 and to write is to travel».

                                                                 Michel ButorTravel and Writing

 

 

«Να είσαι εσύ, όχι υποταγμένος κάτω από το τέχνασμα

του κρύου ή της ζέστης, της άνεσης ή της καταπίεσης,

να είσαι εσύ, πνευματώδης, σκώρος της αιωνιότητας».

                                                                           

WE ARE ON THE ROAD AGAIN! Κάθε φορά που ξαναπιάνουμε ένα βιβλίο επιστρέφουμε σε αυτό για να ξανασυναντηθούμε με τα «βασικά». Για να μετατρέψουμε αυτές τις βιβλιοαναγνώσεις σε αφορμή να θυμηθούμε τις ρίζες μας, την πρώτη ύλη, τη γενεσιουργό αιτία, τους μεγάλους πατέρες. Για να συνεχίσουμε την αναφορά σε κείμενα που πρώιμα ή όψιμα μας σημάδεψαν και μάς άλλαξαν έστω και λίγο τον τρόπο που σκεπτόμαστε, που κινούμαστε ή που βλέπουμε τα πράγματα. Σε κείμενα που δημιούργησαν αν όχι ρήγματα, τουλάχιστον όμως ορατά χαράγματα στο σώμα της καθημερινής μας πορείας. Επιστρέφουμε με τον ανομολόγητο στόχο να διαδηλώσουμε ότι υπάρχουμε στην πραγματική μας εκδοχή μέσα από τα γραπτά μας, ότι είμαστε οι σκόρπιες λέξεις μας, ότι στο άτσαλο σημειωματάριο της καθημερινότητάς μας μπορούμε να πυκνώσουμε λεκτικά τη ρευστή μας μορφή όπως εμείς οι ίδιοι θέλουμε.

WE ARE ON THE ROAD AGAIN! Πρελούδιο της συγκεκριμένης επιστροφής το καταλληλότερο κείμενο και ο ιδανικός οδηγός: Κέρουακ, Στο δρόμο. Με τον Κέρουακ το ταξίδι σίγουρα υπερβαίνει τα όρια αυτού του κειμένου δεκάδες φορές σε χώρο, χρόνο και ποιότητα απ’ ό,τι εγώ θα του αφιερώσω. Άλλωστε σε αυτό το τρελό δρομολόγιο όλοι οι δείκτες άγγιξαν το κόκκινο: Ο ενθουσιασμός, η αγωνία τής ζωής, η ακατάπαυστη εγρήγορση, η εξάντληση. Ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές –ο Kerouac διαβαίνει Μουσηγέτης, Διόνυσος μαζί και Απόλλωνας μες στο στενό του παντελόνι, αξύριστος πολλές φορές και πάντοτε ωραίος, ουδόλως φοβούμενος την παρακμή που τον εξέθρεψε, διότι μες στην ψυχή του και ανάμεσα στα σκέλη του μιας νέας ακμής το σπέρμα φέρνει… Ναι, ναι, ανοίχτε τα παράθυρα, ανοίχτε τις ψυχές –ο Κέρουακ διαβαίνει Μουσηγέτης, στην λέξι «hitchhiking» δίνοντας την πιο ιερή της σημασία… ανοίξτε τις ψυχές –από τα έγκατα της γης και από τα χείλη της νεότητος της Οικουμένης ξεπετιέται και ώς την Εδέμ ακούεται και ώς την Εδέμ πηγαίνει, σαν ιαχή και προσευχή, σαν οργασμού που επέρχεται γιγάντιο κτυποκάρδι, μια διάτορος, μια παντάνασσα κραυγή: “BEAT, BEAT, BEATITUDE AND LOVE AND GLORY!”.

Αν και με τον Κέρουακ (1922 – 1969), την Μπητ λογοτεχνία και κατόπιν το ρεύμα των Χίπις  ο «δρόμος» έπαψε να είναι μόνο το μέσο που σε οδηγεί ντετερμινιστικά σε ένα εκ των προτέρων καθορισμένο όριο και ανάχθηκε σε ιδέα, σε σύμβολο της διαρκούς κίνησης, της αέναης αναπνοής, του ασυμβίβαστου και γι’ αυτό ουσιαστικού μη στατικού τρόπου ζωής, η αλήθεια είναι ότι στην αμερικανική τουλάχιστον λογοτεχνία η ενασχόληση με τον «δρόμο» ανάγεται αρκετά πριν το 1900. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Walt Whitman και το μαγικό SONG OF THE OPEN ROAD (1891), που είναι κατάλληλο και ιδανικό για να διαβάζεται μεγαλόφωνα τρέχοντας στον ανοιχτό ορίζοντα των μεγάλων προσμονών.

O public road, I say back I am not afraid to leave you, yet I love you, / you express me better than I can express myself, / you shall be more to me than my poem… / The east and the west are mine, and the north and the south are / mine… / All seems beautiful to me… / Now if a thousand perfect men were to appear it would not amaze me, / now if a thousand beautiful forms of women appeared it would not / astonish me. /  Now I see the secret of the making of the best persons, / it is to grow in the open air and to eat and to sleep with the earth… /  Here is the test of wisdom, / wisdom is not finally tested in schools, / wisdom cannot be passed from one having it to another not having it, / wisdom is of the soul, is not susceptible of proof, is its own / proof… / Now I re-examine philosophies and religions… / Allons! Whoever you are come travel with me! / Traveling with me you find what never tires. /be not discouraged, keep on, there are divine things well enveloped, / I swear to you there are divine things more beautiful than words can / tell… / All parts away for the progress of souls, / all religion, all solid things, governments, all that was or is / apparent upon this globe or any globe, falls into niches and / corners before the procession of souls along the grand roads / of the universe… / Forever alive, forever forward… / Let the paper remain on the desk unwritten, and the book on the / shelf unopened! / Let the tools remain in the workshop! Let the money remain unearned! / Let the school stand! Mind not the cry of the teacher! / Let the preacher preach in his pulpit! Let the layer plead in the / court, and the judge expound the law. / Camerado, I give you my hand! / I give you my love more precious than money, / I give you myself before preaching or law, / will you give me yourself? Will you come travel with me?

Αυτοί οι λίγοι στίχοι συγκριτικά με όλο το ποίημα, αυτοί οι εκρηκτικοί λεκτικοί κυματισμοί που δεν είναι τίποτε άλλο από μια προτροπή για τη συνάντηση με το μεγάλο συμβάν που δεν βρίσκεται στο τέλος του ταξιδιού, στο τέλος του δρόμου, αλλά στον ίδιο τον δρόμο, είναι ο καταλληλότερος προϊδεασμός για το Στο δρόμο του Κέρουακ. Σε ένα κείμενο 380 σελίδων –το τελικό κείμενο του 1957–, που αποτελεί την απόλυτη εκπροσώπηση της γενιάς των Μπητ,  ο Κέρουακ δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να καταγράφει τη ζωή καθ’ οδόν, να υμνεί τη φιλία, την τζαζ, το ποτό, την ένταση και την ποίηση της κάθε στιγμής, την ατελεύτητη εμπειρία της πορείας, την ταχύτητα και τη ζωογόνα αλλαγή, φωνάζοντας προς όλες τις κατευθύνσεις ότι η στατικότητα και η μοιρολατρία μόνο μια θέση έχουν: Στην εξορία ή τουλάχιστον μακριά από αυτούς που αγαπούν τη ζωή σε όλες τις εκφάνσεις της και είναι έτοιμοι να μυηθούν σε κάθε νέα εμπειρία που μπορεί να προσφερθεί από αυτή. Η μέρα για τον επίμονα αυτοβιογραφούμενο Κέρουακ έχει 24 ώρες που μπορεί ο καθένας να τις μαδήσει μια μια, λεπτό προς λεπτό, στιγμή προς στιγμή τρέχοντας με το αυτοκίνητο, βρέχοντάς τες με αρκετή μπύρα και τζαζ, φιλική συζήτηση, έρωτα και πάθος για βίωση του κάθε χιλιομέτρου που στην ουσία αυτά δεν μετρούν αποστάσεις αλλά το μέγεθος της περιπέτειας, τις δονήσεις που προκαλούν οι εναλλαγές τόπων και γνωριμιών χωρίς σκοπό και ιδιοτέλεια. Έτσι, απλώς τραβάω τον δρόμο μου. Απολαμβάνω τη ζωή. Απλώς, δηλαδή, κυνηγώ εμπειρίες στους δρόμους.

Το Στο δρόμο περιγράφει για πρώτη φορά τον Μπητ τρόπο ζωής, αυτόν τον κατακλυσμό τής ενέργειας, που άρχισε σταδιακά να ξεπροβάλλει και να παίρνει τη μορφή κινήματος από το τέλος του β΄ παγκοσμίου πολέμου. Για τον Κέρουακ η λέξη Beat είναι αμφίσημη και υποδηλώνει το κατατρεγμένο άτομο από τη φράση “Beat down in life” και ταυτόχρονα τη θρησκευτική μακαριότητα (από τη λέξη Beatitude). Το βασικό στοιχείο του βιβλίου είναι η απεικόνιση της συνεχούς κινητικότητας της απογοητευμένης νεότερης γενιάς η οποία αναζητεί ένα άλλο σύστημα αξιών πέρα από αυτό που στηρίζεται στα οικονομικά μεγέθη. Στην προσπάθειά της αυτή προτάσσει τα ισχυρότερα όπλα που διαθέτει ή πρέπει να διαθέτει όποιος είναι νέος στη συνείδηση: Περιφρόνηση, ενεργητικότητα, αυθορμητισμό και διάθεση για διαρκείς υπερβάσεις. Και όλα αυτά τα στοιχεία τα διαθέτουν οι περιπλανώμενοι αλήτες τού Στο δρόμο και οι πληγωμένοι διαβάτες της αστικής ζούγκλας που ακούνε το κάλεσμα μιας καινούργιας ζωής και βλέπουν έναν καινούργιο ορίζοντα να ανοίγεται διαρκώς μπροστά τους. Και το κυριότερο, τα πιστεύουν όλα αυτά ως νέοι και σαν νέοι. Κάπου μέσα στον δρόμο ήξερα πως θα υπήρχαν κορίτσια, όνειρα, τα πάντα· κάπου μέσα στον δρόμο θα μου πρόσφεραν την πέτρα της ζωής.

Το βιβλίο ξεκινά με τη γνωριμία του Σαλ Πάρανταϊζ (ο ίδιος ο Κέρουακ) και του Ντην Μόριαρτυ (ο Νηλ Κάσαντυ) το 1946 και ολοκληρώνεται με την επιστροφή του Σαλ στη Νέα Υόρκη το 1950. Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα ο Σαλ Πάρανταϊζ, που είναι και ο αφηγητής (σε πρώτο πρόσωπο), οργώνει τις Η.Π.Α. τέσσερις φορές, χωρίς να ψάχνει τίποτα το συγκεκριμένο, με τον φθηνότερο, πιο ελεύθερο και πιο ποιητικό τρόπο: Ωτοστόπ, λεωφορεία, κάνοντας τον οδηγό σε αυτοκίνητα άλλων ή με τα αυτοκίνητα του Ντην που είναι ή δικά του ή… άλλων. (Το αυτοκίνητο που τρέχει και τρέχει ακατάπαυστα, γίνεται εδώ σύμβολο της απόλυτης ελευθερίας). Γνωρίζεται με αμέτρητους ανθρώπους ή σκιές ανθρώπων, συναντά φίλους παλιούς, ερωτεύεται, γράφει όποτε επιστρέφει στο σπίτι του, σπουδάζει, φιλοσοφεί, μπλέκεται σε περιπέτειες του οινοπνεύματος, διεισδύει στον κόσμο των παραισθήσεων, τυλίγεται σε αμέτρητη bop μουσική, εργάζεται κατά διαστήματα, κινείται διαρκώς δαιμονικά ανάμεσα στις λευκές γραμμές των απέραντων δρόμων μέσα σε οχήματα που συχνά τα οδηγεί ο τρελός του φίλος Ντην, έχοντας προ πολλού πάψει να ασχολείται με τις ενδείξεις του ταχογράφου. Ένα τέτοιο κείμενο, ένα τέτοιο ταξίδι στην άκρη της νύχτας χωρίς προορισμό και ανοιχτό σε κάθε ενδεχόμενο, με μόνη επιδίωξη τη ζωή χωρίς συμβάσεις, διαβάζεται «δια μιας» ή στη χειρότερη περίπτωση το κόβεις στα δυο, καθώς η γραφή του σου κόβει την ανάσα και ο ρυθμός της διήγησης επιταχύνεται σταδιακά, κυρίως από το τρίτο κεφάλαιο και μετά (το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη). Κανένα άλλο βιβλίο δεν έδωσε τόσο ζωντανά την αίσθηση της ταχύτητας μ’ ένα καινούργιο αυτοκίνητο στις εθνικές οδούς, την ξέγνοιαστη χαρά του “τρελού δρομολογίου”, όπως το Στο δρόμο. Σε αυτό βέβαια βοηθά και η τεχνική της γραφής, επηρεασμένη από τη γραφή και τις απόψεις του ίδιου του Νηλ Κάσαντυ και του Μπάροουζ, καθώς ο συγγραφέας σχεδιάζει πάνω στο χαρτί σαν μουσικός της τζαζ που φυσούσε τη μια μελωδία μετά την άλλη σ’ ένα σόλο, ακολουθώντας την κατεύθυνση που υπαγόρευε το μυαλό του και τα αυθόρμητα συναισθήματά του.

Neal-Cassady-Jack-Kerouac-..

Στην αρχή του τρίτου μέρους, ο Κέρουακ προσπαθεί να συνειδητοποιήσει τι τον ωθεί σε αυτόν τον περιθωριακό τρόπο ζωής, σε αυτή τη συνειδητή αναχώρηση: Στο μαβί δειλινό περπατούσα, ενώ το σώμα μου πονούσε απ’ τη δουλειά, ανάμεσα στα φώτα της 27ης οδού και της Ουέλτον, στη νέγρικη συνοικία του Ντένβερ, επιθυμώντας να ήμουν νέγρος, με το συναίσθημα πως ό,τι καλύτερο υπήρχε στον κόσμο των Λευκών δεν μου πρόσφερε αρκετή έκσταση, ούτε αρκετή ζωή, χαρά, τρέλα, σκοτεινιά, μουσική, αρκετή νύχτα… Ήθελα να ‘μουν… οτιδήποτε εκτός απ’ αυτό που ήμουν, τόσο μελαγχολικά, ένας “λευκός” χωρίς αυταπάτες. Σ’ όλη μου τη ζωή είχα τις φιλοδοξίες ενός Λευκού… θέλοντας να μπορούσα να ανταλλάξω τον κόσμο μου με τον ευτυχισμένο, εγκάρδιο και εκστατικό κόσμο των νέγρων της Αμερικής… Πάντοτε έπαιζα στο κολεγιακό, πομπώδες και βλοσυρό στυλ. Καμιά παιδικότητα, καμιά ανθρώπινη ζεστασιά όπως εδώ… Υπήρχε ζωή στην ατμόσφαιρα, ο κραδασμός μιας αληθινά χαρούμενης ζωής που αδιαφορεί για την απογοήτευση και τις “λευκές αγωνίες” και όλα αυτά.

Ο σύγχρονος (δεκαετία τού ’50) δυτικός τρόπος ζωής και η απόρριψή του, η άρνηση όλων των υποσχέσεων με τις οποίες γεμίζει τα όνειρά μας το σύστημα, μέσα από τη ματιά του ανθρώπου που ονειρεύεται και κυρίως εκείνου που έχει την εμπειρία τού εθνογράφου παρατηρητή, που ζει συμμετέχοντας στη ζωή «από μέσα» και την καταγράφει. Είναι η γραφή εκείνου που πιστεύει στη δύναμη του βιώματος και γνωρίζει το ύπουλο παιχνίδι των φιλοδοξιών. Εκείνου που διαλαλεί ότι ο έρωτας είναι τα πάντα και μόνη μέριμνα μπορεί να είναι η αναζήτηση της περιπέτειας, αυτής που πνίγεται στο αλκοόλ, τον καπνό, την τρυφερή επαφή των ψυχών. Το Στο δρόμο, όπως μπορεί να εικάσει κανείς, άσκησε στην εποχή του ισχυρή κριτική στον αμερικανικό τρόπο ζωής, στους δυτικούς αξιολογικούς προσανατολισμούς. Είναι ένας κατάλογος όπου καταγράφεται ένας χείμαρρος απλών ανθρώπινων στιγμών, ανθρώπινων αντιδράσεων, ψυχικών δονήσεων και ατελείωτων χιλιομέτρων τρυφερότητας. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, η αφήγηση της σύντομης συγκατοίκησης του Σαλ με τη Μεξικάνα Τέρι –σαν δυο κουρασμένοι άγγελοι– είναι μια από τις πιο τρυφερές καταγραφές σε αυτό το ημερολόγιο των καμένων χιλιομέτρων και των αναθυμιάσεων συντροφικότητας. Μια ακόμα λυρική στιγμή η εξομολογητική συζήτηση του Ντην με τον Σαλ, που έκρυβε μέσα της τόση αυτογνωσία –κυρίως για τον δαιμονικό Ντην Μόριαρτυ– όσο και μια ενδόμυχη πίκρα: Μια μέρα, εσύ κι εγώ, θα τριγυρνάμε μέσα σ’ ένα στενό, μαζί, στη δύση του ήλιου και θα ψάχνουμε στα σκουπίδια. –Θες να πεις πως θα καταλήξουμε σαν τους γεροαλήτες; -Γιατί όχι, φίλε μου; Φυσικά και θα καταλήξουμε εκεί αν το θέλουμε, κι όλα τα υπόλοιπα. Δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να τελειώνεις έτσι. Περνάς όλη σου τη ζωή χωρίς ν’ ασχολείσαι με το τι θέλουν οι άλλοι, μαζί και οι πολιτικοί και οι πλούσιοι, και κανείς δεν σκοτίζεται για σένα και προχωράς μονάχος και ανοίγεις το δικό σου δρόμο.

Ζήσε τώρα και στο διάβολο το μέλλον! Αυτό διακηρύσσεται διαρκώς σε κάθε σελίδα του βιβλίου. Σιγά, μωρέ παλιόκοσμε, που θα κάτσω να προγραμματίσω, όπως θα έλεγε και ο Νίκος Καρούζος. Για τους περισσότερους το να βρίσκεται κάποιος διαρκώς «καθ’ οδόν», ακούγεται σαν συνώνυμο της δραπέτευσης από τη ζωή. Για τον Κέρουακ όμως σήμαινε να τρέχεις προς τη ζωή όσο πιο γρήγορα μπορείς, διαθέτοντας το ζαλισμένο κέφι εκείνου που έχει τη μεγαλύτερη συμπάθεια για όλους και τη μεγαλύτερη περιέργεια για όλες τις πτυχές τής εμπειρίας που μπορεί ο καθένας να συλλέξει ζώντας έντονα. Κι ήταν η μόνη φορά στη ζωή μου, η πιο παράξενη στιγμή απ’ όλες, που δεν ήξερα ποιος ήμουν… Κάθε άνθρωπος είναι υπέροχος, φίλε μου!… Ήθελα να τους γνωρίσω όλους, να μιλήσω στον καθένα… Συγχωρούσα όλο τον κόσμο, τ’ άφηνα όλα να κυλήσουν, μεθούσα… στο γυρισμό ξάπλωσα στο γρασίδι του περίβολου μιας παλιάς εκκλησίας με μια παρέα αλήτες και η συζήτησή τους μ’ έκανε να επιθυμήσω πάλι τον δρόμο… έξω απλωνόταν η απεραντοσύνη που μ’ άρεσε τόσο… Ήμουνα στα μισά του δρόμου στο ταξίδι μου μέσα στην Αμερική, πάνω στη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ανατολή της νεότητάς μου και τη δύση του μέλλοντός μου… άκουγα το κάλεσμα μιας καινούργιας ζωής, κι έβλεπα έναν καινούργιο ορίζοντα, και τα πίστευα όλ’ αυτά λες κι ήμουν ακόμα νέος.

Σε αυτόν τον ύμνο στη ζωή, όλα είναι σε fast forward (ενδεικτικά στο τρίτο μέρος) σαν να μην είχε ακόμα επινοηθεί το πλήκτρο που τα μετατρέπει όλα σε slow motion. Μπροστά σε αυτό το μπερξονικό «ζωικό ανάβρυσμα», η Μαντάμ Μποβαρύ μπροστά από το ανοιχτό παράθυρό της, θα είχε ολοκληρωτικά συνθλιβεί!  Όλα υπακούουν στον νόμο της ζάλης και όλα καταγράφονται σχεδόν με μια ιμπρεσσιονιστική γραφή, με μια ιμπρεσσιονιστική ροή. Είναι εξαιρετικές οι τζαζ στιγμές του βιβλίου –η be-bop ήταν παντού διάχυτη και ο Charlie Parker θα έφευγε το ’55– είτε αυτές περιγράφονται είτε ακολουθούν μουσικά την τρελή εκρηκτικότητα του κειμένου.  …για ανθρώπους που με ενδιαφέρουν, γιατί οι μόνοι άνθρωποι που υπάρχουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που είναι τρελοί για ζωή, τρελοί για κουβέντα, τρελοί να σωθούν, που θέλουν να τα χαρούν όλα μέσα σε μια και μόνη στιγμή, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριούνται, ή λένε ένα κοινότοπο πράμα, αλλά που καίγονται, καίγονται, όμοιοι με τις κίτρινες μυθικές φωτιές των ρωμαϊκών πυρσών… Και τέτοιοι ποιητές της νύχτας, τέτοιοι μάστορες της έκπληξης και της επινόησης, που έχουν διαρκώς την έγνοια και το πάθος να νιώσουν ολοένα και περισσότερο απ’ αυτά που υπάρχουν, παρελαύνουν στο βιβλίο πίσω από μυθιστορηματικές μορφές που καλύπτουν τον Γκίνσμπεργκ –ο τελευταίος γνήσιος Αμερικάνος με τη μορφή του Όλντ Μπουλ Λη– ή τον Μπάροουζ.

Σε αυτόν τον ύμνο στην απλότητα, στη λιτότητα, στην αθωότητα και στην υγεία που αναδίδουν οι κραδασμοί τού αυθόρμητου, όλα είναι επαρκή και όλα αξίζει να (ξανα) ανακαλυφθούν ή να επαναπροσδιοριστούν μέσα από την ενορατική εμπειρία. …κι ήμασταν εντάξει το ταξίδι –βενζίνη, λάδι, τσιγάρα και φαΐ… Πάμε προς τη Νέα Υόρκη, είπε, και ας απολαύσουμε στον δρόμο ό,τι παρουσιαστεί… Άντε, δεν θα ‘ταν υπέροχο αν μπορούσαμε να σμίξουμε όλοι μαζί, και να κάνουμε μια αληθινά φιλική παρέα κι όλοι να ‘μαστε ευγενικοί, ευχάριστοι, λεπτοί, χωρίς εξυπνάδες, ούτε παιδιάστικες διαμαρτυρίες ούτε κακώς εννοούμενα πειράγματα ή κάτι παρόμοιο; …και διασχίσαμε μια φορά ακόμα την αιωνιότητα… Μόνο οι βλάκες δεν δίνουν σημασία στα οράματα… Τώρα πρέπει να βγούμε όλοι και να απολαύσουμε τον ποταμό και τους ανθρώπους και να μυρίσουμε τον κόσμο… Αλλά γιατί να τα σκέπτεσαι όλα αυτά, όταν όλη η ομορφιά αυτού του κόσμου είναι μπροστά σου και κάθε λογής γεγονότα απρόοπτα μπορούν να συμβούν, που θα σε καταπλήξουν και που, μόνο και μόνο επειδή θα συμβούν, θα σε κάνουν ευτυχισμένο που είσαι ζωντανός για να τα δεις.

Για τον Σαλ (Κέρουακ) ο Ντην (Κάσαντυ) με το κοκαλιάρικο πρόσωπό του στραμμένο προς τη ζωή (Περιφέρομαι μέσα στη ζωή, την αφήνω να με πηγαίνει), ήταν η οδός για τις απαντήσεις στα πιο δύσκολα και καίρια ερωτήματα του βίου. Ήταν ο ενθουσιώδης προφήτης που θα έδινε νόημα στην αποσυντονισμένη ζωή του. Ήταν ταυτόχρονα και η προέκταση της προσωπικότητάς του, ένα κομμάτι της δικής του ζωής. Σε μια εποχή (δεκαετία του ’50) όχι πολύ διαφορετική από αυτή μέχρι πρότινος, υπήρχαν αλλά και υπάρχουν ακόμη κάποιοι ανάμεσά μας αναρριχητές στις πλαγιές της ουσίας που αγωνίζονται να βρουν το νόημα της καθημερινότητας. Για τον Ντην ο δρόμος είναι η ζωή. Είναι η απογοήτευση που σε στέλνει στον δρόμο και αυτή πλανιέται σε όλο το κείμενο.  Σε αυτό το βιβλίο-Index η «παραβατική και ανάρμοστη» ανθρώπινη συμπεριφορά είναι πέρα απ’ ό,τι αναγνωρίζει ως τέτοια η κοινή συνείδηση, είναι sui generis: Είναι που έχουν ανάγκη [οι άνθρωποι] ν’ ανησυχούν και να ξεγελούν τον χρόνο θεωρώντας επείγον εκείνο ή το άλλο, είναι καθαρά αγχωτικοί και μεμψίμοιροι, και δεν έχουν ήσυχο το μυαλό τους όσο δεν βρίσκουν μια έγνοια επιβεβαιωμένη και καλά αποκαταστημένη και, όταν τη βρίσκουν, παίρνουν στη μορφή τους τις εκφράσεις που κολλάνε και αναλογούν σ’ αυτήν, πράμα που είναι, βλέπεις, η δυστυχία, και συνεχώς αυτή καλπάζει δίπλα τους και το ξέρουν, κι αυτό είναι επίσης που τους ανησυχεί ατέλειωτα. Απολύτως κανένας υπέρβαρος δεν χωρούσε στον εκρηκτικό ενθουσιασμό τους. Γι’ αυτούς, σε διαφορετικό πάντως βαθμό για τον καθένα, η περιπλάνηση ήταν μια τεχνική και σχεδόν ένας τρόπος θεραπείας. Και οι δυο πάντως άφησαν την καθημερινότητά τους πριν πατήσουν τα πενήντα τους χρόνια, στραπατσαρισμένοι από την απώλεια της γνησιότητας, της καθαρότητας που ποθούσαν, αλλά που η καλά στημένη μηχανή την έχει προ πολλού απαλλοτριώσει. Δυο αρνητικοί ήρωες, δυο χαμένοι, δυο οδυνηρά ελεύθεροι, δυο ελεύθεροι μέσα στην οδύνη τους. Δυο νέοι έως τη στιγμή του θανάτου τους. Δυο περιπλανώμενα ερωτηματικά που κάνουν πατρίδα τους την ακατοίκητη απεραντοσύνη σ’ αυτή την πορεία προς το ξόδεμα της ζωής πέρα από τον βάρβαρο κοινωνικό κομφορμισμό.

Μπορεί ο Κέρουακ να συνέβαλε στην ανάπτυξη νέων αντιλήψεων για τη χρήση και τον ρόλο της γλώσσας, για την άλλη οπτική που έφερε απέναντι στην έννοια των ηθογραφικών καταγραφών, για την αντιμετώπιση της σχέσης –αχώριστης γι’ αυτόν– μορφής και περιεχομένου, για τον δεσπόζοντα ρόλο της υποκειμενικής οπτικής κτλ. Αν με το βιβλίο του αυτό ενέπνευσε κατά τη δεκαετία του ’50 και ’60 τις μαραμένες ψυχές ώστε να ακολουθήσουν έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής, αυτό είχε ημερομηνία λήξης. Για την εποχή εκείνη το βιβλίο ήταν όντως γεμάτο με πολύ οινόπνευμα, ναρκωτικά, σεξ και ξέφρενους μουσικούς ρυθμούς. Αυτά ήταν μια πρόταση ζωής. Ήταν ένας διαφορετικός τρόπος να βλέπεις τον κόσμο: Θα τα βγάλω πέρα με το ένστικτο, την ευφυΐα μου, ακόμα και με το κέφι μου. Σίγουρα όμως με το Στο δρόμο κατάφερε διαχρονικά και πάνω απ’ όλα να γίνει ο εσωτερικός συναγερμός, το εσωτερικό ξυπνητήρι που πρέπει να διαθέτει και σήμερα ο καθένας που ισχυρίζεται πως θέλει να ζει ουσιαστικά. 

Δημήτρης Σαραντάρης

jack_kerouac_2114480244