Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΔΙΑΡΚΕΣ ΠΑΡΟΝ

 Άρης Μαραγκόπουλος

Αρης Μαραγκόπουλος, «Το Χαστουκόδεντρο», εκδ. Τόπος, 2013, σελ. 444

Χαστούκια που δόθηκαν. Ραπίσματα που ντύθηκαν με την αχλή ενός μύθου. Παρειές που κοκκίνισαν από αιδώ, από ενοχή, αλλά εμμονικό πάθος. Πρόσωπα που δέχθηκαν πάνω τους ξένα δάχτυλα, που ένιωσαν τον πόνο της ματαίωσης, του οικτιρμού και της αποκτήνωσης.

Διαβάζοντας το «Χαστουκόδεντρο» του Άρη Μαραγκόπουλου, πέραν της προφανούς τοιχογραφίας μιας ολόκληρης –και σφόδρα ταραγμένης– περιόδου για τα ελληνικά πράγματα (από το 1940έως τη μεταπολίτευση), την οποία καλείσαι να ψηλαφήσεις, έρχεσαι αντιμέτωπος με το καίριο ζήτημα του ιστορείν.

Ο ίδιος ο συγγραφέας, ευθύς εξαρχής, τοποθετεί το «Χαστουκόδεντρο» στο ευρύ πεδίο της μυθιστορίας. Η… αυτόβουλη προσχώρηση στις γραμμές ενός υβριδικού σχήματος που ούτε ιστορία επιθυμεί να γράψει, ούτε και να ερμηνεύσει (με μπόλικη δόση λογοτεχνικής αυθαιρεσίας) αληθινά πρόσωπα και καταστάσεις, είναι τω όντι ενδιαφέρουσα και ιντριγκαδόρικη.

Ας σκεφτούμε τούτο: αυτό που μας χωρίζει από τα ιστορικά γεγονότα δεν είναι η χρονική απόσταση (ένα διαρκές «εκεί» που δεν μπορεί να μετασχηματιστεί στο «εδώ»), όσο οι διαδοχικές προσεγγίσεις που το συλλογικό υποκείμενο πραγματοποιεί, για να ενσωματώσει την Ιστορία του σε ένα ζωντανό μνημονικό.

Οτιδήποτε συμβαίνει χρήζει ερμηνείας, επανατοποθέτησης, οφείλει να ενταχθεί σε μια καινούργια εμπειρία ανάγνωσης. Πάνω από όλα είναι υποχρεωμένο (sic) να αντικρούσει τη «συστημική» εκδοχή ανάπτυξης της Ιστορίας.

Εντέλει, αυτό που μας χωρίζει από το παρελθόν, είναι και αυτό που μας ενώνει μαζί του. Η μεταμοντέρνα θεώρηση «επενδύει» στην κριτική ματιά μας πάνω στο συνεχές της Ιστορίας, επιζητεί όχι την «ταυτοποίηση» προσώπων και γεγονότων, αλλά την ανασύνθεση και την ανασύσταση των πηγών.

Το σκοπούμενο αποτέλεσμα αυτής της συλλογικής διαδικασίας είναι ο ζωντανός διάλογος με ό,τι προηγήθηκε, με ό,τι συνέβη. Όχι, όμως, με όρους τυπικής αναπαράστασης, αλλά δυναμικής προβολής στο παρόν.

Στον πυρήνα του «Χαστουκόδεντρου» είναι ο… βραχνός ύμνος της ερωτικής σχέσης του Έλληνα ναυτεργάτη, συνδικαλιστή και στελέχους του ΚΚΕ, Τόνι Αμπατιέλου, και της Ουαλής δασκάλας και ακτιβίστριας, Μπέτι Μπάρτλετ.

Βραχνός και διακοπτόμενος από τη μακροχρόνια φυλάκιση του Αμπατιέλου για τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Μια αγάπη, εν πολλοίς, αδιέξοδη, μαρτυρική, καταστρατηγημένη από τις κοινωνικές συνθήκες.

Η Μπέτι θα κινήσει γη και ουρανό (επί 17 συναπτά χρόνια) για να απελευθερωθεί ο αγαπημένος της. Ο αστικός μύθος αναφέρει ότι έφτασε στο σημείο να χαστουκίσει επί αγγλικού εδάφους την περιβόητη Φρειδερίκη, επειδή η βασιλομήτωρ αρνήθηκε να την ακούσει. Θρύλο τον οποίο η Μπέτι Μπάρτλετ, μέσω συνεντεύξεων που παραχώρησε, απέκρουσε στα στερνά του βίου της.

Είτε δόθηκε, είτε όχι, το συγκεκριμένο χαστούκι, είναι βέβαιο πως πολλά άλλα έπεσαν στη Μεταπολεμική Ελλάδα.

Από το «Χαστουκόδεντρο» παρελαύνει όλη η… πανίδα της εποχής:  επαρχιωτάκια που φόρεσαν τη φαιά κουκούλα, σαλταδόροι της ιδεολογίας, κομματικοί παραχαράκτες, ευγενείς που προδόθηκαν, μικροπρεπείς νοικοκυραίοι, λούμπεν της ζωής, κλακαδόροι κατ’ επάγγελμα, βασανιστές και βασανιζόμενοι. Από κοντά, πρόσωπα που έπαιξαν δραστικό ρόλο στην ανέλιξη των γεγονότων: ο Τσώρτσιλ, ο Κένεντι, ο Μπελογιάννης, ο Ζαχαριάδης, η Τζάκι, ο Ωνάσης, ο Νιάρχος, ο Παπανδρέου, οι χουντικοί, ο Στάλιν, ο Πλουμπίδης,  ο… Βενιαμίν Σανιδόπουλος (οι παλαιοί αναγνώστες του Μαραγκόπουλου θα τον ανασύρουν από τη μνήμη τους).

Ο Μαραγκόπουλος συναρμόζει, αποδομεί, επανατοποθετεί, σχολιάζει, παρεμβαίνει και σίγουρα εμφανίζει μια άλλη εκδοχή των ιστορικών γεγονότων. Ουσιαστικά ξεφλουδίζει τα στρώματα του κοινωνικού και πολιτικού βίου της εποχής: από το πογκρόμ κατά των αριστερών, τα πολιτικά αλισβερίσια, το απεχθές παρασκήνιο, έως την ιστορία της ταλαίπωρης Σπυριδούλας, που είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο.

Δεν επιδιώκει να γράψει την Ιστορία από την αρχή. Το «Χαστουκόδεντρο» ερανίζεται μόρια γεγονότων έτσι όπως συνέβησαν (καίτοι η έννοια της αντικειμενικής ιστορικής αλήθειας θα ήταν ικανή να σηκώσει τον Μπαρτ, τον Φουκώ, ου μην και τον Νίτσε της «Χαρούμενης επιστήμης», από τους τάφους τους). Τα δάνεια τούτα γίνονται κομμάτι της μυθιστορίας, αποτελούν τον σιωπηλό (αλλά καίριο) ήρωα του βιβλίου.

Από το μερικό στο γενικό, από το προσωπικό δράμα στην εθνική τραγωδία, από το μικροσκόπιο στον μεγεθυντικό φακό. Ο Μαραγκόπουλος «παίζει» με την κάμερά του. Άλλοτε βαθαίνει το πεδίο κι άλλοτε ψαύει το μικροσκοπικό χνούδι που έχει κατακαθίσει στη ζωή ενός ανθρώπου, που πρόσφερε τη ζωή του στον αγώνα.

Θαυμαστή, το δίχως άλλο, είναι και η τεχνική που ο συγγραφέας αποφασίζει να χρησιμοποιήσει. Η γλώσσα υφίσταται διαδοχικές μεταπτώσεις. Εμφανίζεται ασθματική, αλλά και πεζή, στο όριο του ποιητικού, αλλά ταυτοχρόνως φλερτάρει και με τον απογυμνωμένο δημοσιογραφικό λόγο. Λέξεις υπερτονίζονται, νοήματα υποσημειώνονται, φράσεις ολόκληρες συγκροτούν μια αυτόνομη εμπειρία.

Αυτό ακριβώς είναι το «Χαστουκόδεντρο»: ένα βαθύ κείμενο εμπειρίας με πολλαπλές αναγνώσεις.

Διονύσης Μαρίνος

Το χαστουκόδεντρο