Ο ΟΡΦΕΑΣ ΚΑΙ Η ΜΥΡΜΗΓΚΟΥΛΑ

img038

Φοβάμαι στο σκοτάδι, φώναξε ο Ορφέας.

Δεν θέλω το σκοτάδι, ξαναφώναξε ο Ορφέας, το μικρό χελιδόνι, καθώς δυο μεγάλα μάτια τον κοιτούσαν μέσα στην τρύπα του ξερού δέντρου που είχε πέσει.

«Σώπα και μη φοβάσαι»

Δεν μπορώ να κουνήσω τα φτερά μου. Δεν έχω χώρο.

Και φοβάμαι. Ποιος είσαι εσύ;

«Σώπα, σου λέω, θα σε βγάλω εγώ από ‘δώ. Σώπα.»

Η μικρή του καρδούλα τρανταζόταν. Δυο μικρά σιγανά δάκρυα φόβου άρχισαν να τρέχουν, μα έκλεισε τα μάτια. Και σώπασε.

Και ηρέμησε καθώς τα δυο μεγάλα μάτια πλησίασαν πιο κοντά.

Σε λίγο τα φτερά κουνιούνταν πια.  Ο Ορφέας είδε ξανά το φως.

 

Σ’ ευχαριστώ! Μα… είσαι…., είσαι μυρμήγκι!

Είσαι μυρμηγκούλα! Πώς βρέθηκες εδώ;

 img040

«Μα εδώ τριγυρνώ συνεχώς. Πάνω κάτω. Ακολουθώ και μ’ ακολουθούνε. Τα μυρμήγκια πάνε σαν στρατιώτες. Ο ένας μπροστά κι ο άλλος πίσω. Βγαίνει ήλιος, βγαίνουμε. Βρέχει και κάνει κρύο, κλειδωνόμαστε. Μαζεύουμε φαγητό όταν είμαστε έξω. Σπόρους και ψίχουλα. Και τρώμε όταν είμαστε μέσα.»

Σπόρους και ψίχουλα;

«Ναι!»

Και γιατί δεν τρώτε όταν είσαστε έξω;

«Για να κάνουμε οικονομία»

 

Μα γιατί δεν κάνετε οικονομία όταν είσαστε μέσα και να τρώτε όταν είσαστε έξω;

«Η κοινωνία μας είναι περίεργη αλλά σοφή. Έχει μέλη που δεν βγαίνουν ποτέ έξω, άρα πρέπει να τρώμε πάντα μέσα και να μαζεύουμε όταν είμαστε έξω. Έτσι μαζί μας τρώνε και όσοι δεν μπορούν να βγουν απ’ τη φωλιά.»

 

Μπερδεύτηκα.

«Εσύ;»

Εγώ είμαι ένα χελιδόνι!

«Σας ξέρω, σας ξέρω… Ερχόσαστε την άνοιξη με τις πρώτες ζέστες και φεύγετε το φθινόπωρο με τα πρώτα κρύα. Μα καλά, που πάτε;»

«Μα… δεν βλέπω άλλα χελιδόνια. Μόνος σου ήρθες;»

 img041

Μιλάς πολύ, το ξέρεις;

Εγώ είμαι ένα χελιδόνι. Από αυτά που φεύγουν πάντα πρώτα, για να ελέγχουν τους αέρηδες, τα μέρη, τον καιρό. Και πίσω μας έρχονται και τα άλλα.

Εμείς ερχόμαστε σε μεγάλες ομάδες, αλλά ζούμε σε οικογένειες. Έχουμε ένα ταίρι, μια συντροφιά. Και μελαγχολούμε όταν πάθει κάτι το ταίρι μας. Ή και πεθαίνουμε ακόμη.

«Τι είναι ταίρι; Τι είναι οικογένεια; Τι θα πει μελαγχολούμε;»

 

O μικρός Ορφέας αναστέναξε. Πόσα πράγματα δεν ήξερε άραγε η μικρή μυρμηγκούλα… Αλλά εκείνος δεν κουραζόταν να της εξηγεί. Μάλλον θα λέγαμε ότι του άρεσε.

Ταίρι είναι ο σύντροφος, ο αγαπημένος. Οικογένεια είναι… πώς να το πω… Οικογένεια είναι και παιδιά. Δεν κάνετε παιδιά;

«Εμείς όχι. Εμείς είμαστε όλοι αδέρφια. Έχουμε μία μάνα. Την ίδια όλοι. Μια βασίλισσα.»

 

Και τι κάνετε άμα πεθάνει η βασίλισσα;

«Ε τότε χάνεται και η κοινότητα.»

 

Αναστέναξε ο Ορφέας. Ψυχούλα μου, πόσο δύσκολα του ήταν όλα αυτά. Μα όμως δεν κουραζόταν να ακούει ούτε και να της μιλάει.

Και έτσι κάθονταν ο Ορφέας και η μυρμηγκούλα και μίλαγαν. Και έλεγαν καθένας για τη ζωή του. Και γνωρίζοντας ο ένας τον άλλο, μάλλον δέθηκαν. Όχι φυσικά με σχοινί, αλλά… όπως λέμε… με έρωτα.

Ο Ορφέας ένιωθε πολύ όμορφα μιας και η μυρμηγκούλα τού είχε σώσει τη ζωή. Και επειδή ο έρωτας είναι ανάποδος, έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε πώς ένα νεαρό χελιδόνι έμεινε δίπλα σε μια μυρμηγκούλα.

 img039

Όμως εκείνη τον άφηνε τα βράδια και έμπαινε μέσα στη φωλιά, κι εκείνος έμενε μόνος. Το πρωί βέβαια έβγαινε πάλι έξω. Ακολουθούσε τον μπροστινό της, για να μη χάνεται και ο πίσω της. Εκείνος πάλι μάζευε σπόρους και πέταγε τριγύρω της και την πρόσεχε. Τις νύχτες κούρνιαζε ξανά σ’ ένα κλαδί μιας κερασιάς.

Κι έτσι σιγά-σιγά ξέχασε τον σκοπό του, πως έπρεπε να ειδοποιήσει το κοπάδι που ερχόταν. Ευτυχώς που δεν ήταν ο μόνος ανιχνευτής!

Μα ούτε μια μέρα δεν αφήνεις τη σειρά σου;

«Δεν μπορώ, δεν γίνεται»

 

Μα γιατί δεν έρχεσαι καθόλου μαζί μου;

«Δεν μπορώ, δεν γίνεται»

 

Ανέβα στη ράχη μου να πετάξουμε ψηλά στον ουρανό!

«Δεν μπορώ, φοβάμαι. Κι αν πέσουμε;»

 

Μα το πέταγμα για ένα χελιδόνι είναι όσο ασφαλές το περπάτημα για ένα μυρμήγκι!

«Δεν μπορώ, φοβάμαι.»

 

Έλα να δούμε τα δέντρα από ψηλά… Τον ουρανό από πιο κοντά… Το νερό από πιο μακριά… Τον ήλιο πιο ζεστό!

«Δεν μπορώ, δεν είμαι μαθημένη να πετάω.»

 

Μα πόσα «δεν μπορώ» λες άραγε; Πώς θες η ευτυχία να σε αγγίξει όταν φοβάσαι; Ο μοναδικός εχθρός είναι ο φόβος.

«Δεν μπορώ.»

 

Μα εγώ έχω αρχίσει να σε αγαπάω!

«Δεν μπορώ, δεν ξέρω να αγαπάω.»

 

Απογοητευμένος ο Ορφέας πέταγε όλη την ημέρα από πάνω της, όσο εκείνη δούλευε, και κούρνιαζε στην κερασιά μοναχός τη νύχτα.

Τότε, για πρώτη φορά αισθάνθηκε πραγματική κούραση.

Δεν έχτισε καμία φωλιά. Δεν ξαναείδε τους φίλους τους. Δεν ξαναπέταξε ποτέ πάλι δίπλα σε άλλο χελιδόνι. Τα φτερά του ατρόφησαν, το σώμα του δεν ήταν πια δυνατό. Το ψαλίδι-ουρά του δεν έκοβε πια τον αγέρα και η λευκή κοιλιά του βρόμιζε, αφού δεν είχε τον καθαρό ουρανό να τη χαϊδεύει. Μα και η πλάτη του άρχισε να ξεθωριάζει, αφού πλέον όλο και πιο αργά πέταγε ψηλά και δεν την έβλεπε ο ήλιος.

img050

Έλα να δούμε τα δέντρα από ψηλά…

«Δεν μπορώ»

Έτσι, ο Ορφέας καθότανε θλιμμένος και μονολογούσε πάνω στο κλαρί της κερασιάς, αφού δεν μπορούσε πια ούτε να πετάξει καλά ούτε να είναι με τα άλλα χελιδόνια. Μα ούτε και με τη μυρμηγκούλα βέβαια.

Ένα χελιδόνι όμως πρέπει να πετάει. Ένα χελιδόνι είναι ελεύθερο μόνο όταν μπορεί να σκίζει τους ουρανούς. Ένα χελιδόνι τι άλλο είναι παρά ένας καβαλάρης του ύψους και του ουρανού;

Πάμε μια βόλτα να δούμε από ψηλά τον ουρανό και τα λιβάδια…

«Δεν μπορώ.»

Όσο και να προσπαθούσε, η μυρμηγκούλα δεν άφηνε το έδαφος για να ανέβει ψηλά στα σύννεφα.

Άξιζε που είχε αφήσει τον ουρανό για τη μυρμηγκούλα; Σκεφτόταν. Την αγαπούσε τη μυρμηγκούλα ή ήταν δεμένος μαζί της απλά και μόνο γιατί του είχε σώσει τη ζωή;

 img040 - Αντίγραφο

Σκεφτόταν να πετάξει και να φύγει μακριά, μα απ’ την άλλη είχε πια γίνει κι αυτός δέσμιος της γης.

Είμαι δέσμιος της γης, της είπε ένα πρωί. Μάλλον της φώναξε, και έτσι το άκουσαν όλοι. Όλα τα μυρμήγκια.

«Τι είναι δέσμιος;», αναρωτήθηκε η μυρμηγκούλα. Αλλά και όλα τα άλλα μυρμήγκια. Και κοίταζαν ο ένας τον άλλον με απορία.

 

Δέσμιος είναι όποιος δεν είναι ελεύθερος. Όπως εγώ, που δεν μπορώ να πετάξω γιατί σε περιμένω μια ζωή να αποφασίσεις. Δέσμιος είμαι εγώ που σε αγαπάω, αλλά εσύ ποτέ δεν αφήνεις τη σειρά σου.

Ο Ορφέας πέταξε να βρει ένα νέο δέντρο. Πέταξε μακριά από την κερασιά. Ανέβηκε με δύναμη ψηλά και κατέβηκε σαν αστραπή χαμηλά. Ξεκίνησε να ψάχνει ένα νέο δέντρο. Αλλά κατέληξε και πάλι στην ίδια κερασιά.

«Γιατί γύρισες; Γιατί δεν έφυγες;»

 

Μα ο μικρός Ορφέας δεν απάντησε. Κι ευτυχώς βρισκόταν ψηλά και κανείς δεν είδε τα δυο μικρά του δάκρυα που κυλούσαν.

Έπρεπε να αποφασίσει. Και αποφάσισε. Με συνείδηση και με σκέψη. Τώρα τι είναι συνείδηση και σκέψη…

Αυτό ίσως είναι ένα καλό ερώτημα για τον μπαμπά  ή τη μαμά σας.

Έτσι, για πρώτη φορά ο Ορφέας πάτησε και περπάτησε στο χώμα.

 img042

Παραμύθι : Χρήστος Γιαννάκος

Ζωγραφική: Στεφανία Βελδεμίρη