ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΕΥΤΕΡΗ ΒΟΓΙΑΤΖΗ

 Λ.Β.

Πριν ξεκινήσω να γράφω αυτό το κείμενο για τον Λευτέρη Βογιατζή βασανίστηκα πολύ. Πολλές σκέψεις περνούσαν από το μυαλό μου, όπως ότι δεν τον γνώριζα, ότι άλλοι πιο ειδικοί και πιο ικανοί από μένα έχουν ήδη γράψει. Άνθρωποι που τον γνώριζαν προσωπικά ή που κατείχαν τα θεατρικά δρώμενα, εγώ γιατί ; Από πού κι ως πού;

Από την άλλη όμως, μια σκέψη διαφορετική καρφώθηκε στο μυαλό μου και αμέσως επισκίασε όλες τις αμφιβολίες και τις φοβίες μου. Η σκέψη ότι ίσως ποτέ να μην είχα συναντηθεί με την τέχνη του θεάτρου  εάν δεν το είχα γνωρίσει  μέσα από τα μάτια του Λευτέρη Βογιατζή. Τα θεατρικά έργα, οι μονόλογοι, οι ηρωίδες μου, όλα αυτά που μου δίνουν ζωή ακόμα και τα γραπτά μου εδώ, στο Bookstand, ίσως να τα είχα χάσει.

Θα μιλήσω λοιπόν ως μια απλή θεατής, ως θαυμάστριά του, ως  εραστής της τέχνης του θεάτρου. 1983, και το σχολείο μάς πάει να δούμε την παράσταση από τη «Σκηνή» «Η Σπασμένη Στάμνα» του Χάινριχ φον Κλάιστ, σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής ο Λευτέρης  Βογιατζής. Δεν θυμάμαι την υπόθεση του έργου, θυμάμαι όμως, αν και ήμουν μόλις 13 χρονών, ότι  χάζευα μαγεμένη το θέατρο -που δεν είχε σκηνή, οι ηθοποιοί έπαιζαν πλάι σου-, θυμάμαι που καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης αυτή η μαγεία του θεάματος με έκανε να μην μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυά μου, θυμάμαι τον τρόμο μου μη με καταλάβουν οι συμμαθητές μου και με κοροϊδεύουν. Πέρασαν πολλά χρόνια για να καταλάβω τι ήταν αυτό που με έκανε να κλαίω σε αυτή την πρώτη παράσταση της ζωής μου.  Ήταν η έκσταση που σε πιάνει απέναντι σε ένα έργο τέχνης. Όταν η τέχνη είναι αληθινή, σού έρχεται σαν «δαγκωματιά στην καρδιά», ο νους μπορεί να μην καταλαβαίνει, αλλά η καρδιά το νιώθει. Και όλες οι παραστάσεις του Λευτέρη  Βογιατζή ή τουλάχιστον όσες είχα δει ήταν αριστουργηματικές.

Εκείνη την πρώτη παράσταση την ακολούθησαν «Οι Αγροίκοι», το «Σε φιλώ στη Μούρη», «ο Θείος Βάνιας» και πολλές άλλες.

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1945 και μεγάλωσε στην Καλλιθέα μέχρι την ηλικία των δέκα χρόνων. Ο ίδιος περιγράφει τον εαυτό του σαν ένα παιδί δειλό που δεν πολυέβγαινε από το σπίτι, ένα παιδί  επιφανειακά συνετό με αρχές και ανατροφή αλλά διαφορετικό από κάτω.

Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο πανεπιστήμιο Αθηνών και ταυτόχρονα τελείωσε  τη δραματική σχολή του Χρ. Μιχαηλίδη. Το θέατρο δεν το είχε επιλέξει ως ασχολία του, κάπου στην πορεία τού προέκυψε, όπως χαρακτηριστικά έχει πει σε συνέντευξη του.

«Δεν κατάλαβα ποτέ πώς έφτασα στη δουλειά που κάνω. Δεν ήταν κάτι που επιδίωκα φανερά. Αν το ήξερα πως αυτό ήθελα να κάνω, θα με χάλαγε. Οτιδήποτε, αν το ήξερα από πριν, με χάλαγε. Έπρεπε να πηγαίνω κάπου επειδή κάτι με οδηγεί. Πρώτη φορά έπαιξα μετά τον στρατό. Δεν ήταν κάτι που ήθελα. Με σπρώξανε. Ίσως φοβόμουνα την απόρριψη και την αποτυχία.»

 

Πρώτη του θεατρική δουλειά ήταν με τον Γιώργο Μιχαηλίδη στο Ανοιχτό Θέατρο και ακολούθησαν η συνεργασία του με τον Αμφιθέατρο και τον Σπύρο Ευαγγελάτο και πολλούς άλλους. Με τον Κουν δεν συνεργάστηκαν ποτέ παρόλο που υπήρχε μια αμοιβαία λατρεία του ενός για τον άλλον. Το 1981 ιδρύει την εταιρεία θεάτρου «Η Σκηνή» σε συνεργασία με 6 ακόμα ηθοποιούς, η οποία λειτούργησε από το 1982 έως και το 1987. Το 1988 ιδρύει τη «Νέα Σκηνή» και, με τη συμμετοχή νέων ηθοποιών, παρουσίασε συστηματικά έργα που καλύπτουν το τρίπτυχο: κλασικό έργο, σύγχρονο έργο αιχμής και νεοελληνικό έργο.

 

Αυτό που μ’ εντυπωσίαζε, και πιστεύω και πολλούς από εσάς που γνωρίζατε τη δουλειά του, ήταν ότι κόντρα σε όλους δεν έβγαζε παράσταση αν δεν ήταν σίγουρος για το αποτέλεσμα. Μπορεί οι πρόβες να διαρκούσαν ένα ακόμα και δύο χρόνια για παράσταση λίγων μηνών!  Όταν άλλοι σκηνοθέτες έκαναν ακριβώς το αντίθετο  δηλαδή  πρόβες 2 ή 2 ½ μήνες το πολύ για να βγει η παράσταση σε μία συγκεκριμένη ημερομηνία. Ο Βογιατζής δεν είχε ημερομηνίες και χρονοδιαγράμματα είχε όμως όραμα. Όσοι τον παρακολουθούσαμε πιστεύαμε ότι ήταν τελειομανής ,του ίδιου δεν του άρεσε καθόλου η λέξη, χαρακτηριστικά έχει πει:

«Η τελειομανία είναι συχνά κάτι στείρο. Γι’ αυτό δεν είναι σωστή λέξη γι’ ανθρώπους που πραγματικά επιθυμούν να προχωρήσουν. Αλλά έχει όντως αρχίσει να καταντάει κάτι αρνητικό, ενώ είναι θετικότατο. Επειδή το αναφέρουν αρκετές φορές για μένα, σημασία έχει να σκέφτεσαι ποιοι είναι αυτοί που το γράφουν και γιατί. Δεν έχει σημασία να σκέφτεσαι αυτό που λένε. Αυτό είναι μια ευκολία. Παλιά με ενοχλούσαν αυτά που έγραφαν. Επειδή ήμουν πιο ανασφαλής. Τώρα δεν με νοιάζει, γιατί δεν θα με βάλει σε μια τέτοια ιστορία κάποιος που είναι τόσο μακριά από τα πράγματα.»

Και κάπου πιο κάτω λέει:

«Δεν με συγκινούν τα ωραία. Με συγκινεί η χώρα μου γιατί την έχω συνηθίσει. Είχα κάθε ευκαιρία, και πολύ καλές καλλιτεχνικά, να φύγω εξωτερικό. Σχεδόν δεν θέλησα. Έβρισκα τρόπους να μην πηγαίνω. Θα ήταν ενδιαφέρον να πήγαινα, αλλά δεν ένιωσα ποτέ ότι έχω λύσει κάτι βασικό εδώ. Μια φορά, ένα πολύ μεγάλο θέατρο μου έκανε μια πρόταση και μου έστειλε ηθοποιούς να διαλέξω. Όταν τους είδα, έκανα την πολύ ηλίθια σκέψη ότι με αυτούς θα έχω τελειώσει την παράσταση σε δεκαπέντε μέρες. Μα, είναι δυνατόν να κάνω εγώ παράσταση σε δεκαπέντε μέρες;»

amfitrion_2-635x4231

Τελευταία του παράσταση ο «Αμφιτρύων» του Μολιέρου, τον Αύγουστο του 2012. Στο κατάμεστο θέατρο της Επιδαύρου, με το χέρι στην καρδιά και φανερά συγκινημένος καταχειροκροτήθηκε από τον κόσμο. Ήταν το τελευταίο μας    ευχαριστώ σ’ έναν άνθρωπο που αφιέρωσε τη ζωή του στο θέατρο.

Έφυγε στις 2 Μαΐου 2013. Την Τετάρτη 8 Μαΐου η σορός του τέθηκε σε προσκύνημα στο θέατρό του που λατρέψαμε, και εν πλήρη σιγή κηδεύτηκε την ίδια μέρα, στο Νεκροταφείο Αθηνών.

 Όσο και να μισώ τις κλισέ εκφράσεις στην περίπτωσή του δεν μπορώ να την αποφύγω. Το Ελληνικό Θέατρο είναι πια πολύ φτωχότερο χωρίς αυτόν.

 

*Τα αποσπάσματα  είναι από συνέντευξη που είχε δώσει ο Λευτέρης Βογιατζής στη Lifo και τον κ. Σταύρο Δισοκουρίδη στις 21/3/2012.

 

Έλενα Κολυβοδιάκου