ΜΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΗΣ ΕΓΝΟΙΑΣ

niemandsrose

Niemands Rose, Τα φώτα στο βάθος. Αφηγήσεις μικρού μήκους,  Απόπειρα,  Αθήνα 2012.

Σε πρόσφατο κείμενο του με τον τίτλο «Επιθυμία», στον διαδικτυακό τόπο bibliotheque, ο Άρης Μαραγκόπουλος μιλά για την απώλεια της Επιθυμίας, ως ένα από τα μείζονα γνωρίσματα της μέηνστρημ λογοτεχνίας. Προσκρούοντας στον βράχο της αληθοφάνειας, η μέηνστρημ λογοτεχνία συνιστά μια αφήγηση υπό μορφήν κακότεχνου ρεπορτάζ, μια υποτίθεται άμεση αναπαράσταση της πραγματικότητας, η οποία εντούτοις, στεγνή από αναστοχασμό, από την τοποθέτηση δηλαδή του άμεσου στο γενικό που το διαμεσολαβεί, συνιστά μια ιδεολογία αφυδάτωσης. Ο Μαραγκόπουλος κλείνει το κείμενό του καταφεύγοντας στον Φρέντρικ Τζέημσον και  στο αίτημά του για έναν μετα-ρεαλισμό «ο οποίος, αφενός θα υπερβαίνει τις διαπιστωμένες αντιφάσεις του μοντερνισμού  και αφετέρου θα αποκολλάται από τις γερασμένες συμβάσεις του παρεμβατικού ρεαλισμού».

Παρόμοιας υφής είναι το πρόσφατα διατυπωμένο αίτημα για έναν metamodernism (βλ. π.χ. Martin Paul Ene, «Thomas Pynchon, David Foster Wallace and the Problems of ‘Metamodernism’: Post-millennial Post-postmodernism?», C21 Literature (1), 2012, σ. 7-25). Για μια επιστροφή στις αξιακές μέριμνες του μοντερνισμού, χωρίς ωστόσο να παρακάμπτονται τα μορφικά επιτεύγματα του μεταμοντερνισμού. Πρόκειται, εν ολίγοις, για το αίτημα ενός μεταμοντερνισμού που θα έχει υπερβεί τον μηδενιστικό σχετικισμό, την κυνική ειρωνεία, προς την κατεύθυνση μιας ενσυναίσθησης. Ένα νέο αίτημα για την αναζήτηση ενός τύπου ολότητας, χρησιμοποιώντας τα υλικά ενός κατακερματισμένου κόσμου.

Σ’ αυτό το εγχείρημα μιας λογοτεχνίας μετα-ρεαλιστικής ή «μετασύγχρονης», τοποθετείται θαρρώ το Τα φώτα στο βάθος της Niemands Rose. Ας δούμε, για παράδειγμα, την αφήγηση «Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία» (σ. 54-56). Έχουμε όλα τα χαρακτηριστικά μιας κλασικής ηθογραφίας. Μια φτωχογειτονιά, μια χήρα, αλκοολική και μερακλού, έναν γιο που έχει κόλλημα με το μηχανάκι του και θρηνεί τον φίλο του που σκοτώθηκε σε ατύχημα, έναν πειρατικό ραδιοφωνικό σταθμό, λαϊκή μουσική. Η εξέλιξη είναι στο πλαίσιο του προβλεπτού: ο γιος σκοτώνεται και αυτός σε τροχαίο και η έρμη μάνα μένει μόνη να θρηνεί, χορεύοντας ζεϊμπέκικα. Το όνομά της Ελπίδα. Και είναι εδώ, στην ειρωνική συσχέτιση του κυρίου ονόματος με τον τίτλο που ανατρέπεται η μελό ηθογραφία· όχι για να γίνει αντικείμενο αφ’ υψηλού παρατήρησης, αλλά για να καταδειχθεί το ψεύδος της αμεσότητας. Η δέσμευση της γραφής της Ρὀζε είναι έτσι βαθιά διαλεκτική: υπονομεύει τη στάση της συγκίνησης με σκληρό τρόπο για να επανακτήσει μια θέση λελογισμένης ενσυναίσθησης, με αποτέλεσμα η γραφή να μη διολισθαίνει στη συγκίνηση.

Η εκμετάλλευση της γλωσσικής διαφοράς, μέσω του λογοπαιγνίου, καθώς και η ένταση που δημιουργεί η σχέση τίτλου και περιεχομένου είναι θα λέγαμε θεματική στο εγχείρημα της Niemands. Στο «Και επί γης Irene» (σ. 16-18), αφήγηση στην οποία τα αντιθετικά δίπολα δουλεύουν πολλαπλώς (παραδοσιακό εορταστικό κλίμα-διαδικτυακή αχρονικότητα, ευμάρεια του άυλου-υλική σπάνη) προστίθεται και η διαγλωσσία: η ξενικότητα του ονόματος, το γεγονός της τοποθέτησης της αφήγησης στην Ιρλανδία -η οποία ωστόσο μοιάζει τόσο ίδια- καθιστά την αποσταθεροποίηση της εφησυχασμένης ανάγνωσης ακόμη πιο ισχυρή· στο «Ατσιού» (σ.76) το λογοπαίγνιο λειτουργεί για να προβληματοποιήσει τη θεσμοποίηση της ψυχαναλυτικής πρακτικής: ο φτερνιζόμενος εξ αιτίας του αρώματος της ασθενούς του αναλυτής, γίνεται ο ίδιος αναλυόμενος για να παραδεχθεί, όσο περιμένει τα ρέστα του -αφού θα πληρώσει κιόλας-, πως εκείνη είναι που με την ερμηνεία της «έδωσε ρέστα».

To ίδιο συμβαίνει και με τις λυρικές εξάρσεις. Στο «“Να έρθεις τυχαία στο 8ωρο να σταματήσουν να πονάνε τα πόδια μου”» (σ. 87-88) η λυρική πρόσληψη της αθλιότητας των εργασιακών συνθηκών απολήγει στο στοχαστικό συμπέρασμα: «Κι αλληλεγγύη μόνο σ’ αυτούς που μας βλέπουν από το ίδιο ύψος». Η Niemands μοιάζει να λειτουργεί σαν κοινωνικός επιστήμονας σε επιτόπια έρευνα: εισέρχεται σε βάθος στην καθημερινότητα των ηρώων της, τους ακολουθεί στην συναισθηματική τους διακύμανση, αλλά την κρίσιμη στιγμή θα εξέλθει του πεδίου, θεωρητικοποιώντας. Η έγνοια που κινεί την αφήγηση θα γίνει έννοια, η ενσυναίσθηση θα γίνει συνειδητοποίηση (με τη «σκληρή», ειδική μαρξική σημασία της):

«Ο εργάτης είναι μια θεία σου που δούλευε παλιά σε τυροπιτάδικο και μετά λαντζέρισσα και μετά καμαριέρα και μετά βοηθός μάγειρα και κάθε δουλειά του ποδαριού, όρθια, πάντα όρθια. Και μετά τρίψε τρίψε, καθάρισε κι άλλη πατάτα, κι άλλη πατάτα να φάνε τριακόσιοι, θα σακατέψει και μέση και πόδια και χέρια. Και δισκοκήλη και φλεβίτιδα και τενοντίτιδες. Και δεν είναι ένα σκυλί να του χαϊδέψεις έστω το κεφάλι».

Φύλο και σεξουαλικότητα (π.χ. «Απαξίωση», σ. 70-71,· «Κόκκινο τριαντάφυλλο», σ. 77-78· «Για τη γυναίκα, το γήρας, το γαμώτο», σ. 79-80), πολιτική (π.χ. «Πλαστική σακούλα» (σ. 60-63), βιοεξουσία και επιστήμη (π.χ. «Αυτός, αυτή, αυτισμός», σ. 66-69· «Τα δώρα που σπάνε», σ. 72-75) συνθέτουν ένα κολάζ μιας στρατευμένης λογοτεχνίας που δεν κάνει εντούτοις καμία παραχώρηση στη μορφή της, παραμένει δηλαδή λογοτεχνία και δεν γίνεται μανιφέστο· μια λογοτεχνία, εντέλει, «εγνοιακή».

Χρήστος Νάτσης