ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΕΝΟΣ ΑΛΚΟΟΛΙΚΟΥ

7620373-1

Joseph Roth «Ο θρύλος του αγίου πότη», μτφ. Μαρία Αγγελίδου, ξυλογραφίες Frans Masereel, εκδ. Άγρα, σελ. 84

Το αλκοόλ, η μέθη και οι πότες κάνουν την εμφάνισή τους στη λογοτεχνία μας, στη λογοτεχνία της Δύσης δηλαδή, από την πρώτη κιόλας ραψωδία της Ιλιάδας, όπως και στην ιστορία του Νώε στην Αγία Γραφή, και έκτοτε σπανίως απουσιάζουν από την εξιστόρηση των παθών και των εμμονών του ανθρώπου. Η αρχαιότερη σχετική μελέτη αποδίδεται στον Αριστοτέλη και στο έργο του «Συμπόσιον ή Περί μέθης», η τιμή όμως για την παραγωγή των σημαντικότερων σχετικών έργων ανήκει, χωρίς αμφιβολία, στον εικοστό αιώνα. Έχουμε και λέμε, αφήνοντας κατά μέρος τον Μπουκόφσκι και τον Κέρουακ, τον Χέμινγουεϊ, τον Φιτζέραλντ και όλα σχεδόν τα αστυνομικά μυθιστορήματα που μας αρέσουν: Μάλκολμ Λόουρυ «Κάτω από το ηφαίστειο», Τσαρλς Τζάκσον «Το χαμένο Σαββατοκύριακο», Τζακ Λόντον «Τζον Μπάρλεϋκορν, Απομνημονεύματα ενός αλκοολικού», Χανς Φάλαντα «Ο πότης» και Γιόζεφ Ροτ «Ο θρύλος του αγίου πότη».

Ο Ροτ γεννήθηκε το 1894 από γερμανοεβραίους γονείς στο Μπρόντι της Γαλικίας και διέτρεξε στη διάρκεια της σύντομης ζωής του χιλιάδες χιλιόμετρα της ευρωπαϊκής ενδοχώρας και ιστορίας: η περιοχή όπου γεννήθηκε ήταν μέρος της Αυστροουγγαρίας, ενώ περιήλθε τα επόμενα χρόνια στην Πολωνία, στη Σοβιετική Ένωση και, τέλος, στην Ουκρανία. Ο Γιόζεφ Ροτ περιπλανήθηκε πολύ, στη κεντρική Ευρώπη κυρίως, και έζησε στη Βιέννη, στο Βερολίνο και στο Παρίσι. «Έχω καλύψει πολλά χιλιόμετρα», θα γράψει ο ίδιος. «Ανάμεσα στον τόπο όπου γεννήθηκα και τις πόλεις και τα χωριά όπου βρέθηκα τα τελευταία δέκα χρόνια για να μείνω (και στα οποία έμεινα, προφανώς, μόνο και μόνο για να ξαναφύγω), βρίσκεται η ζωή μου: πιο εύκολα μπορώ να τη λογαριάσω με χωρικά παρά με χρονικά μέτρα. Τα χρόνια που άφησα πίσω μου είναι οι δρόμοι που ταξίδεψα».

Στο έργο του, μυθιστορήματα, νουβέλες, δημοσιογραφικά άρθρα και δοκίμια, περιγράφει με ελεγειακό τόνο, νοσταλγική διάθεση και στοχαστικό τρόπο το τέλος της αυτοκρατορικής Ευρώπης στην οποία μεγάλωσε και κατακρίνει εγκαίρως και με οξύτητα, ως μαχόμενος φιλελεύθερος διανοητής, την άνοδο των φασιστικών και ολοκληρωτικών καθεστώτων που ακολούθησε τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο. Ομολογεί στις πρώτες σελίδες τού προτελευταίου μυθιστορήματός του, της «Κρύπτης των Καπουτσίνων»: «Δεν είμαι παιδί τούτης της εποχής, μου είναι μάλιστα δύσκολο να μη με χαρακτηρίσω εχθρό της». Ενώ το 1932, έναν χρόνο πριν εγκαταλείψει οριστικά το Βερολίνο για να εγκατασταθεί στο Παρίσι, θα δηλώσει σε κάποιον φίλο του: «Πρέπει να φύγουμε. Θα κάψουν τα βιβλία μας και θα είμαστε εμείς ο στόχος… Πρέπει να φύγουμε ώστε μόνο τα βιβλία μας να παραδοθούν στην πυρά». Θα πεθάνει αλκοολικός στο Παρίσι στις 27 Μαΐου του 1939. Το τελευταίο βιβλίο που θα γράψει και θα δημοσιεύσει είναι «Ο θρύλος του αγίου πότη», η διαθήκη μου, όπως το ονόμαζε ο ίδιος ο συγγραφέας· η αφήγηση των τελευταίων ημερών και του θανάτου ενός αλκοολικού στο Παρίσι.

Τρεις φορές το αγόρασα το βιβλίο αυτό ώσπου να κατορθώσω τελικά να το φέρω στο σπίτι μου και να το διαβάσω. Την πρώτη ήμουν κάποιο μεσημέρι του καλοκαιριού με τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη και τον Θάνο Ανεστόπουλο και πίναμε αναψυκτικά στον Μύλο, όταν ο πρώτος εκ των δύο είχε τη φαεινή ιδέα να δωρίσουμε στον δεύτερο εκ των δύο τον «Θρύλο του αγίου πότη» (τον οποίο είχα μόλις αγοράσει και επεδείκνυα με καμάρι), όπερ και εγένετο. Φεύγοντας από κει, νωρίς το βράδυ, μπήκα σε κάποιο βιβλιοπωλείο και το ξαναγόρασα, για να το ξεχάσω αμέσως μετά μες στο τρένο που με πήγαινε προς το σπίτι. Την τρίτη φορά, δυο μήνες αργότερα, το παράγγειλα μέσω ίντερνετ και έφτασε στο σπίτι μου με το ταχυδρομείο· μια ώρα αργότερα το είχα κιόλας διαβάσει.

Plaque_Joseph_Roth,_18_rue_de_Tournon,_Paris_6

Πίσω από τον μάλλον πομπώδη τίτλο του σύντομου αυτού αφηγήματος υπάρχει μια απλή ιστορία που μοιάζει με παραμύθι· μόνο που οι ήρωές του δεν είναι ιππότες και πριγκίπισσες ούτε εμφανίζονται δράκοι και νεράιδες. Ο Αντρέας δεν είναι παρά ένας άστεγος αλκοολικός που περνάει τις νύχτες του κάτω από τις γέφυρες του Σηκουάνα στο Παρίσι. Ούτε καταραμένος συγγραφέας ούτε πολιτικά ενεργός ούτε απελπισμένος για τη μοίρα του ή οργισμένος με την κοινωνία που τον κρατάει στο περιθώριο: «Μπήκε με σιγουριά, παρά τα κουρελιάρικα ρούχα του, σ’ ένα καθωσπρέπει μπιστρό, και κάθισε σ’ ένα τραπεζάκι, που εδώ και τόσον καιρό ήταν μαθημένος να στέκεται όρθιος –ή μάλλον να γέρνει– στον πάγκο του καπηλειού. Κάθισε, λοιπόν. Κι επειδή απέναντί του ακριβώς ήταν κρεμασμένος ένας καθρέφτης, δεν μπόρεσε να μην κοιτάξει το πρόσωπό του – και του φάνηκε λες και έκανε τότε από την αρχή γνωριμία με τον εαυτό του. Αλλά αυτό που είδε, τον τρόμαξε. Κι αμέσως κατάλαβε γιατί τα τελευταία χρόνια φοβόταν τόσο τους καθρέφτες. Γιατί δεν ήταν ωραίο να βλέπει κανείς κατάματα τον ξεπεσμό του. Κι όταν κανείς δεν αναγκάζεται να βλέπει το πρόσωπό του, είναι κάπως σαν να μην έχει πρόσωπο, ή σαν να’ χει ακόμα το παλιό του πρόσωπο από την εποχή πριν από τον ξεπεσμό».

Ώσπου ως εκ θαύματος πέφτουν στα χέρια του, ξανά και ξανά, μεγάλα χρηματικά ποσά, τα οποία σχεδόν αμέσως τα ξοδεύει για ποτό και φαγητό, σε διασκεδάσεις με γυναίκες και με φίλους, έχοντας πάντα όμως την πρόθεση να επιστρέψει ένα μέρος από αυτά στην εκκλησία της μικρής αγίας Τερέζας, όπως είχε υποσχεθεί. Γιατί ο Αντρέας είναι ο άγιος που υπαινίσσεται ο τίτλος του βιβλίου: εύπιστος, αγαθός, τίμιος, ανθρώπινος, τρυφερός. Ένας άνθρωπος που, όπως και ο Γιόζεφ Ροτ την εποχή που έγραφε αυτή την ιστορία, αφήνεται σε μια αργή αυτοκτονία έχοντας κουραστεί, ίσως, από τη διαρκή περιπλάνηση και έχοντας παραιτηθεί από τη ζωή. «Γιατί εγώ πίστευα εδώ και καιρό», διαβάζουμε στην «Κρύπτη των Καπουτσίνων», ότι κακώς ανήκα στον κόσμο των ζωντανών. Είχα συνηθίσει από παλιά να παρατηρώ όλα εκείνα τα γεγονότα που οι εφημερίδες ονομάζουν “ιστορικά”, με το δίκαιο βλέμμα κάποιου που δεν ανήκει πια σ’ αυτόν τον κόσμο! Εδώ και καιρό δεν ήμουν παρά κάποιος που ο θάνατος τού είχε δώσει απεριόριστη άδεια! Και αυτός, ο Θάνατος, μπορούσε κάθε στιγμή να διακόψει την άδειά μου. Τι με ενδιέφεραν, λοιπόν, οι υποθέσεις αυτού του κόσμου;».

Ο Αντρέας θα πεθάνει μέσα στην εκκλησία κοιτάζοντας στα μάτια ένα μικρό κορίτσι με το όνομα Τερέζα. «Είθε να μας χαρίσει ο Θεός σ` όλους εμάς τους πότες, έναν τέτοιον όμορφο και ανάλαφρο θάνατο», είναι η τελευταία φράση του τελευταίου αυτού βιβλίου του Γιόζεφ Ροτ. Ενός σύγχρονου παραμυθιού για έναν ιδιότυπο κοσμικό άγιο στους δρόμους και στα μπιστρό του Παρισιού, που αποτελεί μια ωδή στην καλοσύνη, στην αθωότητα, στην καρτερικότητα, στο ποτό, στην κούραση και στην παραίτηση.

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

josephroth