ΚΛΕΦΤΙΚΟ

κλέφτικο

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη 2013

 

Εντάξει, σηκώσαμε τους ποδόγυρούς μας, περάσαμε από την Κόλαση, λερωθήκαμε, κυλιστήκαμε στη λάσπη, είδαμε τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μας διαλυμένα από την τρέλα, αναφωνήσαμε Μολόχ και βρεθήκαμε στο Ρόκλαντ. Και τι μας έμεινε; Στίχοι με διάρκεια μιας αναπνοής; Ένα περιθώριο περισσότερο φωταγωγημένο και από χριστουγεννιάτικο δέντρο; Άνεργοι με διδακτορικά να περιμένουν στον ΟΑΕΔ, που μεταφέρουν πίτσες, διαβάζοντας Λεοντάρη και Κορτάσαρ;

Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου

διαλυμένες από την φαιδρότερη Λογική

υστερικές, γυμνές και χρεωμένες

να σέρνονται σε βαλκάνιους δρόμους την αυγή γυρεύοντας

τρόπους να πληρωθεί μια αναγκαία δόση

 

Το Ουρλιαχτό του Γκίνσμπεργκ ήταν η κραυγή ενός ανθρώπου στις υπνωτισμένες αμερικάνικες μάζες. Τους ξεκούφανε, σηκώθηκαν και ζήσανε. Μαζί τους αφυπνίστηκε και ο υπόλοιπος δυτικός κόσμος. Έζησε και αυτός, με ένταση και με υπερβολή. Όλοι ήταν ξύπνιοι, όλοι ήταν δυνατοί. Soyez réaliste, demandez l’ impossible. Και ο χρόνος πέρασε. Και έμειναν ζωντανά και ευειδή όντα να βαυκαλίζονται μέσα στην ενέργειά τους. Και πέρασαν τα χρόνια. Από το Ζενικό Νιου Τζέρσεϋ, μέχρι τα Ζενικά Εξάρχεια, ο κόσμος περιστρεφόταν και το Ουρλιαχτό του Γκίνσμπεργκ αντηχούσε ακόμα, αλλά ήταν πια ξέπνοο και αδύναμο. Ο άνθρωπος όμως αφυπνίζεται μόνο μια φορά, δεν μπορεί δεύτερη. Και αυτός ο ζωντανός και εναργής κόσμος έμεινε ακρωτηριασμένος από τον ύπνο του. Ένα αυτόματο, μια νεύρωση χωρίς τρέλα, σε μια εξέγερση χωρίς τρέλα.

που έβαλαν σε λειτουργία τον αυτόματο πιλότο της νεύρωσης δίχως τρέλα

και χώνεψαν τη Μέθοδο και την Δομή

εκδίδοντας ιδίοις αναλώμασιν τ’ άβροχοις ποσίν

για να συνδιαλέγονται τα νούφαρα του νάρκισσου μεταξύ τους

 

Στην Ελλάδα της αυτονόητης αφύπνισης, ο Γιώργος Πρεβεδουράκης μάς παρουσιάζει τη νέα του δουλειά με τον τίτλο Κλέφτικο. Από τις πρώτες κιόλας αράδες καταλαβαίνεις πως πρόκειται για μια μεταγραφή του Ουρλιαχτού τού Γκίνσμπεργκ. Αν και αναπαράγει τη μορφή και τη δομή του ποιήματος και ενώ υπάρχουν σκόρπιοι στίχοι με σχεδόν ίδιο περιεχόμενο, ο Πρεβεδουράκης δεν ελέγχεται για έλλειψη πρωτοτυπίας. Γιατί δεν επέλεξε το Ουρλιαχτό ως επιρροή, αλλά ως μέσο. Γιατί εκεί που το Ουρλιαχτό είναι ένα θυμωμένο γράμμα αφύπνισης, το Κλέφτικο είναι ένα γράμμα απόσυρσης. Εκεί που ο Γκίνσμπεργκ βλέπει έναν κόσμο ο οποίος έχει «κάτι» μέσα του και προσπαθεί με φωνές να το κάνει να «κλωτσήσει», ο Πρεβεδουράκης είδε έναν κόσμο του οποίου οι άνθρωποι (με τα λόγια του) αναποδογύρισαν όλους τους κάδους των Αθηνών γυρεύοντας τον ευρυγώνιο φακό του ονείρου. Γιατί εκεί που ο ένας ελπίζει –και ας μην του φαίνεται, ο άλλος έχει απελπιστεί– και ας μην του φαίνεται. Γιατί τέλος εκεί που το Ουρλιαχτό, εξέφρασε το όραμα μιας γενιάς, το Κλέφτικο, εκφράζει τη γενιά εκείνων:

που σταύρωσαν τη χώρα από άκρη σ’ άκρη για να δουν εσένα που δεν είχες ένα όραμα

ή εμένα που δεν είχα όραμα ή αυτόν που δεν είχε όραμα

γιατί ήθελαν να μετρήσουν επακριβώς

ποια και κατά πόσο υπήρξε μεταξύ μας η Διαφορά

 

Το Κλέφτικο, χωρίζεται σε 4 μέρη, που όπως προαναφέρθηκε αρθρώνονται στο ίδιο πλαίσιο που αναπτύσσεται και το Ουρλιαχτό. Για την ακρίβεια ο Πρεβεδουράκης, χρησιμοποίησε ως πλατφόρμα το πρώτο και το τρίτο μέρος του Ουρλιαχτού, την Αμερική (Φευγάδα) και το Στη Θεία Ρόζα (Θεία Χάρις), όλα του Γκίνσμπεργκ. Συχνά υποδαυλίζεται η έντονη θρησκευτικότητα του Ουρλιαχτού. Μια μανιώδης, εμπύρετη λατρεία ενός οραματοφόρου θείου που διαπνέει το έργο του Γκίνσμπεργκ, είτε αυτό το θείο έχει τη μορφή του Βούδα, είτε του Θεού του Μπλέηκ, είτε της παγανιστικής θεότητας – του Μολόχ. Και αν στον Γκίνσμπεργκ υποδαυλίζεται, στον Πρεβεδουράκη απολύεται. Το Κλέφτικο δεν έχει κανένα Θεό, δεν είναι άλλωστε τυχαίο που ο ποιητής δεν χρησιμοποιεί  το δεύτερο κομμάτι του Ουρλιαχτού, που εγκαλεί τον Μολόχ. Αντ’ αυτού ίσα ίσα μας προτρέπει να πάρουμε και μια δόση από Πραγματικό. Ο μυστικισμός, το θείο, όλα αυτά είναι ένα βίωμα που το νιώθουμε, αλλά δεν μπορούμε να πούμε τίποτα γι’ αυτό, όπως έγραφε ο Λακάν. Η ποίηση του Πρεβεδουράκη δεν μπορεί να είναι μυστικιστική, δεν μπορεί να επιτρέπει στο θείο να παρέμβει, γιατί ο ποιητής είδε, άκουσε, ήταν εκεί, είχε γνώση! Το φως που έβλεπε στο τέλος του τούνελ ο Γκίνσμπεργκ δεν ήταν τίποτα άλλο από μια μικρή φωτιά που άναβε ο Θεός για να μη φοβάται την ώρα που κοιμάται κουρνιασμένος στην αιώνια νύχτα. Και ο Πρεβεδουράκης είδε αυτή την παρανόηση, και το βίωμα δεν ήταν πια βίωμα, αλλά γνώση.

Τι σόι κόκκαλα φοράει το σκοτάδι;

             πώς είναι εκεί;                                            έχει θρόισμα;

 

Το Κλέφτικο, δεν στερείται πολιτικής χροιάς και έντασης. Στην καρδιά του, είναι ένα βαθύτατα πολιτικό κείμενο, όχι όμως με την έννοια της συναίνεσης και της καθοδήγησης, αλλά με την έννοια της σύγκρουσης και της άρνησης. Δεν επαναστατεί, εξεγείρεται. Η κατάσταση της δικής μας γενιάς και τα γνωστά πολιτικό-κοινωνικά προβλήματα που μας ταλαιπωρούν είναι παρόντα. Άλλωστε είναι ένα ποίημα που γράφτηκε μέσα στην κρίση και δεν αλληθωρίζει προς άλλα πιο ευχάριστα θέματα. Οι στίχοι όμως είναι σαρκαστικοί και ειρωνικοί. Όλο το δεύτερο μέρος του Κλέφτικου, με τον τίτλο Φευγάδα, διαβάζεται σαν ένα μεγάλο αστείο και αυτό είναι που το κάνει τραγικό, γιατί όλα αυτά δεν είναι η καθημερινότητα στην υπερβολή της, αλλά η υπερβολή της σύγχρονης καθημερινότητά μας.

Φευγάδα δεν πήγα ποτέ σε φεστιβάλ της ΚΝΕ

και όμως έρχονται βράδια που αισθάνομαι

εντός μου να συνεδριάζει το Κρεμλίνο,

στέλνει την καρδιά μου στην Σιβηρία,

ξεβράζει το συκώτι μου στην Ικαρία

και μια ψυχή κακόηχη στα ωδεία του σοσιαλρεαλισμού κουρδίζει

 

Εν κατακλείδι το Κλέφτικο, είναι η προσπάθεια ενός ανθρώπου να αντεπεξέλθει. Να αντεπεξέλθει γενικά και όχι σε κάποια μόνο συγκεκριμένη δοκιμασία ή κατάσταση. Όσο το διάβαζα, στο μυαλό μου σχηματιζόταν ένας ερημίτης που μας κοιτούσε από κάποιο μακρινό βουνό με ένα ύφος been there, done that, ενώ κατέγραφε με οίστρο μια συντέλεια που κανένας μας ποτέ δεν κατάλαβε. 

το συμβάν έχει ήδη γίνει πριν να συμβεί

 

Ηλίας Μπιστολάς

Howl