ΜΗΝ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ, Ο,ΤΙ ΚΙ ΑΝ ΠΟΥΝ

hilda papadimitriou

Μην τους πιστεύεις, ό,τι κι αν πουν, το «Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς» δεν είναι η συνέχεια του «Για μια χούφτα βινύλια». Τα «Βινύλια» είναι το βιβλίο της Χίλντας, οι «Κακοί Σκοποί» το βιβλίο της κ. Παπαδημητρίου. Εξηγώ: αμφότερα τα μυθιστορήματα, με τον τρόπο του αστυνομικού, τοποθετούνται στο πεδίο της εμμονής της, που είναι η μουσική αλλά και η μουσικοφιλία. Μόνο που τα «Βινύλια» τα έγραψε ως μουσικόφιλη, ενώ τους «Κακούς Σκοπούς» ως συγγραφέας.

Τα «Βινύλια» ήταν ένα καλό βιβλίο, γιατί η Χίλντα έχει ένα σωρό αρετές. Ο αστυνόμος Χάρης Νικολόπουλος ήταν ένας αξιαγάπητος μπούλης που, κάπως, κάποτε, ήρθε στον κόσμο. Είχε μια δυναστική μητέρα, λίγες φίλες (μόνο φίλες) και λίγα όνειρα. Άκουγε λίγη μουσική και διάβαζε αστυνομικά. Ένας θεός ξέρει πώς έλυσε τελικά την υπόθεση.

Στους «Κακούς Σκοπούς» όλα έχουν ωριμάσει. Ο Χάρης φαίνεται περισσότερο ζωντανός, η χλιαρότητα των επιθυμιών του, των επιτυχιών του, αντιρροπείται από μία αναπάντεχη σθεναρότητα, ένα τόσο χαριτωμένο χλιαρό «ώς εδώ». Κι έχει τόση πλάκα καθώς βαρυγκομά στις ανηφόρες ή συγκινείται με παιδικές αναμνήσεις και μαγειρευτά φαγητά, που τον ονειρεύεσαι γέροντα να γκρινιάζει στην εφορία. Στο βάθος, η Αθήνα κι η Κρήτη προσφέρονται για κοινωνικό σχολιασμό, ενώ το ελληνικό φαγητό χαρτογραφεί μια ολόκληρη μυθολογία. Κι η μουσικοφιλία, όπως πρέπει, προκαλεί άλλοτε δέος κι άλλοτε σαρκασμό: όλων των ειδών οι φιλίες κάποτε εκφαίνονται παθολογικά.

Αφηγηματικά, το μυθιστόρημα παρουσιάζει πολυδιάσπαση. Πολλά πρόσωπα, με πολλές γλώσσες, τις δικές τους, εναλλάσσονται αρκετά γρήγορα, ώστε να φοβάσαι πως θα χάσεις τον λογαριασμό. Δεκάδες νήματα αφήνονται ελεύθερα, σπέρνοντας υποψίες: εκείνος θα μπορούσε να είναι ο δολοφόνος, αλλά κι εκείνος κι εκείνος. Κάθε κεφάλαιο, αλλά και κάθε υποκεφάλαιο, καθορίζεται από τον τόπο και τον χρόνο του, έτσι που μέσα στο σύστριγγλο της πλοκής, προσπαθείς να τα αξιολογήσεις ως στοιχεία: αν είμαι αρκετά προσεχτικός, αν συνδυάσω τους τόπους και τους χρόνους, θα βρω τον δολοφόνο προτού αποκαλυφθεί.

Η Χίλντα λέει συχνά ότι δεν τη νοιάζει τόσο ποιος το έκανε, ποιος σκότωσε, whodunnit, όσο γιατί το έκανε, whydunnit. Αυτό είναι ένα τέτοιο αστυνομικό μυθιστόρημα: στο τέλος, ανακαλύπτεις ότι κακώς σε απασχόλησε η ταυτότητα του δολοφόνου. Άλλα ήταν τα πραγματικά εγκλήματα, αλλού φώλευε το κακό. Το κακό που όταν σκάει, διασκορπίζεται, πάει παντού.

Μεταξύ άλλων, το «Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς» μοιάζει να γράφτηκε σε ένα απόγευμα, με την άνεση της ευκολίας. Και δεν μου το βγάζεις απ’ το μυαλό πως η Χίλντα είναι πια «η κ. Παπαδημητρίου που γράφει τα αστυνομικά».

Ρωμανός Σκλαβενίτης-Πιστοφίδης

401_1772398192900898_1819370073_n