ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΒΡΕΧΕΙ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΟΥ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

David Malouf

Ντέιβιντ Μαλούφ, Λύτρα, Μυθιστόρημα, μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Πατάκη

Διαβάζοντας ένα μεγάλο ποίημα, όπως είναι η Ιλιάδα που είναι γεμάτη αφηγηματικές και λυρικές κορυφές, είναι καμιά φορά δύσκολο να διακρίνει ο αναγνώστης ποια από αυτές χαρίζει τη συγκλονιστικότερη εμπειρία. Το επεισόδιο ωστόσο της νυχτερινής επίσκεψης του Πρίαμου στη σκηνή του Αχιλλέα αποκλείεται να μην ξεχωρίσει και να μη μείνει στο μυαλό όποιου το διαβάσει. Ο Αχιλλέας έχει σκοτώσει τον Έκτορα (ο οποίος είχε προηγουμένως σκοτώσει στη μάχη τον αδελφικό φίλο του Έλληνα πολεμιστή, τον Πάτροκλο) και επί έντεκα μέρες, τρελός απ’ τη μανία του για εκδίκηση, κακοποιεί το σώμα του νεκρού. Τότε ο Πρίαμος απεκδύεται τα βασιλικά του γνωρίσματα και φτάνοντας χωρίς να γίνει από κανέναν αντιληπτός στο στρατόπεδο των Ελλήνων με ένα κάρο φορτωμένο πολύτιμα λύτρα πέφτει στα πόδια του εχθρού του και ικετεύει για την κακοποιημένη σορό του γιού του. Ο Αχιλλέας συγκλονισμένος, όπως και ο αναγνώστης τού Ω της Ιλιάδας, θυμάται τον δικό του πατέρα, αναλογίζεται τη θνητή του μοίρα, συνειδητοποιεί τον ανθρώπινο σπαραγμό και το ανθρώπινο μεγαλείο και απλώνει το χέρι του στον γέρο βασιλιά. Το πολεμικό έπος κλείνει με εκεχειρία έντεκα ημερών, όσο χρειάζονται οι Τρώες για να φροντίζουν για την ταφή του Έκτορα.

Ο Αυστραλός συγγραφέας Ντέιβιντ Μαλούφ πρωτάκουσε την ιστορία του τρωικού πολέμου το 1943 από τη δασκάλα του, όταν ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος μαινόταν και ο φόβος για τις αεροπορικές επιδρομές των Γιαπωνέζων κυριαρχούσε στην καθημερινότητα της πόλης του. Η παιδική του φαντασία τοποθέτησε αμέσως στην αυλή του σχολείου τη συγκλονιστική σκηνή όπου ο Αχιλλέας σέρνει, δεμένο από τους αστραγάλους στο άρμα του, το σώμα του Έκτορα και τριάντα χρόνια αργότερα δοκίμασε σ’ ένα του ποίημα να συνδέσει τις δύο αυτές εμπειρίες του: τον πόλεμο που άκουσε στο σχολείο και τον πόλεμο που έζησε στην πόλη του. Ακόμη πιο μετά έγραψε ένα διήγημα για τον Αχιλλέα και τον Πάτροκλο, μα η αφηγηματική και ποιητική δύναμη της Ιλιάδας είναι τέτοια που άπαξ και κυριέψει την ψυχή σου δεν γίνεται να απελευθερωθείς από αυτήν. Έτσι, το 2009 ο Μαλούφ θα δημοσιεύσει το μυθιστόρημα «Λύτρα», για να αφηγηθεί άλλη μια φορά την ιστορία της συνάντησης του Πρίαμου με τον Αχιλλέα.

Αναπτύσσοντας σε περισσότερες από διακόσιες σελίδες ό,τι ο Όμηρος αφηγείται σε μερικές εκατοντάδες (αξεπέραστους όμως) στίχους, έχει τη δυνατότητα ο Μαλούφ να ξαναπιάσει και να επαναδιαπραγματευτεί όλα εκείνα τα μικρά και μεγάλα θέματα που συναντάμε και στην Ιλιάδα, άλλοτε πλήρως και άλλοτε ελάχιστα ανεπτυγμένα. Παράλληλα, η εισαγωγή ενός προσώπου που δεν εμφανίζεται σε καμία αρχαία πηγή, του αγωγιάτη Σόμακα, του δίνει την ευκαιρία να αντιπαραθέσει με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια τους δύο κόσμους που ορίζουν τη ζωή των ανθρώπων στο έπος και – τηρουμένων των αναλογιών – στον σύγχρονο κόσμο.

Από τη μία είναι ο σκληρός και άκαμπτος κόσμος της ιστορίας, αυτός στον οποίο γεννιέται και ζει ο Αχιλλέας και ο Πρίαμος, «ένας κόσμος οδύνης, απώλειας, εξάρτησης, εκρήξεων βίας και αγαλλίασης· μοιρολατρίας και μοιραίων αντιφάσεων, συναρπαστικών αλμάτων στο άγνωστο· και, τέλος, ένας κόσμος θανάτου – ενός ηρωικού θανάτου κάτω από το άπλετο φως της ημέρας και υπό το βλέμμα θεών και ανθρώπων». Και από την άλλη είναι ο κόσμος της φύσης, των απλών πραγμάτων και των ασήμαντων περιστατικών, «ένας φλύαρος κόσμος. Τα φύλλα όπως τα ανάδευε το αεράκι. Το νερό καθώς χοροπηδούσε πάνω στις πέτρες και ξαναγύριζε στον όγκο του και πηδούσε ξανά. Τα τζιτζίκια που δημιουργούσαν ένα τόσο παρατεταμένο και διαπεραστικό πανδαιμόνιο και κατόπιν σταματούσαν ξαφνικά, έτσι ώστε αντιλαμβανόσουν τη σιωπή».

Αυτός ο δεύτερος είναι ο κόσμος στον οποίο ζουν όσοι δεν έχουν την υποχρέωση να είναι πάντοτε ήρωες, αλλά μπορούν να είναι απλώς άνθρωποι, αυτοί τους οποίους ζήλευε, στην Οδύσσεια, ο Αχιλλέας και δήλωνε ότι θα προτιμούσε να είναι ένας φτωχός γεωργός στον επάνω κόσμο παρά βασιλιάς στον Άδη. Κι ίσως αυτό – λέει ο Πρίαμος στο μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Μαλούφ – να είναι το πραγματικό δώρο που έχει να προσφέρει στον Αχιλλέα, σε αντάλλαγμα για το σώμα του γιού του, ίσως αυτά να είναι τα λύτρα που του φέρνει: η ευκαιρία «να ξεφύγει από την υποχρέωση να είναι πάντοτε ήρωας […]. Να αναλάβει το ελαφρύτερο φορτίο να είναι απλώς άνθρωπος». Η ευκαιρία να βγει, για λίγο ή για πάντα, από τον ρόλο που οι θεοί, η καταγωγή του, η ιστορία, η αναγκαιότητα έχουν ορίσει γι’ αυτόν και να δει με καθαρή ματιά τα πράγματα που τον περιβάλλουν: τα πουλιά, τα ψάρια, τα φυτά, τους ανθρώπους, την ίδια τη θνητότητα, μια κατάσταση που κι οι θεοί οι ίδιοι, πιθανόν, ζηλεύουν, αφού δεν έχουν ποτέ τη δυνατότητα να δοκιμάσουν τη γλύκα που έχουν τα πράγματα όταν γνωρίζουμε ότι θα τα χάσουμε.

Ο Σόμαξ (επινόηση του συγγραφέα, όπως είπαμε), ο αγωγιάτης που συνοδεύει τον γέρο Πρίαμο στο στρατόπεδο των Ελλήνων, αυτόν τον ζωντανό κόσμο της καθημερινότητας και της ανθρωπινότητας αντιπροσωπεύει και αυτόν τον κόσμο συστήνει στον τρωαδίτη βασιλιά. Μα είναι επίσης ένας αφηγητής ιστοριών, μικρών ασήμαντων περιστατικών της δικής του ζωής αλλά και της ίδιας της παράτολμης και πρωτάκουστης ενέργειας του Πρίαμου να πέσει στα πόδια του φονιά των παιδιών του και να του φιλήσει τα αιματοβαμμένα χέρια. Γιατί τον ξαναβρίσκουμε τον Σόμακα, χρόνια μετά που η Τροία καταστράφηκε, γέρο και μέθυσο, να μαγεύει τους ακροατές του με τις διηγήσεις του, που μπορεί να μην πιστεύουν ότι έχουν συμβεί στον ίδιο, μπορεί να τις έχουν ακούσει τις ίδιες εκατοντάδες φορές, μα δεν παύουν να κρέμονται από τα χείλη του σαν παιδιά κάθε φορά που ξεκινάει να αφηγείται. Αυτό ακριβώς, η λειτουργία και η μαγεία της αφήγησης, είναι το δεύτερο μεγάλο θέμα αυτού του εξαιρετικού μυθιστορήματος.

Για να επιστρέψουμε έτσι στην αρχή της ιστορίας, της προσωπικής ιστορίας του Ντέιβιντ Μαλούφ, τότε που η δεσποινίς Φίνλεϊ, στα 1943, διάβασε στους μαθητές της λίγες σελίδες για τον τρωικό πόλεμο κι έθεσε σε κίνηση τον μαγικό μηχανισμό που οδήγησε τον αυστραλό συγγραφέα εξήντα χρόνια αργότερα να αφηγηθεί με τον τρόπο του τα ίδια αυτά γεγονότα. Οπότε σε μια παρουσίαση του μυθιστορήματος στην πόλη όπου γεννήθηκε ο Μαλούφ μια γηραιά κυρία τον πλησίασε, με πόση συγκίνηση, και του συστήθηκε ως μις Φίνλεϊ: ήταν εκείνη η πρώτη αφηγήτρια, αιωνόβια πια, που θυμήθηκε τον παλιό της μαθητή και έσπευσε να τον συναντήσει. Και είναι αυτό το γεγονός ένα δείγμα ακόμα της δύναμης και της μαγείας που κρύβει μέσα της και που εκλύει η λογοτεχνία.   

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος     

ΛΥΤΡΑ - ΜΑΛΟΥΦ