Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ. ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΌΤΗΤΑΣ

 maria-fakinou

Μαρία Φακίνου, Η αρχή του Κακού, Καστανιώτης, 2012

Τι χρειάζεται για να στήσει κανείς μια ενδιαφέρουσα αφήγηση εστιασμένη στην εξάπλωση του κακού; Ενδεχομένως αρχικά τους ορισμούς του κακού (βιολογικώς, νομικώς, ιστορικώς, θεολογικώς και πάνω απ’ όλα φιλοσοφικώς) και το τι σημαίνει, ή πώς προσδιορίζεται, η »αρχή» του, με άλλα λόγια εάν υφίσταται “γενετικά” εντός της ανθρώπινης φύσης.

Εν προκειμένω στο βιβλίο που θα προσεγγίσουμε, στο επίκεντρο βρίσκεται η χωρική συνθήκη. Μια μικρή πόλη με διακριτές τις επαγγελματικές και χαρακτηρολογικές ιδιότητες των κατοίκων της, ιδιότητες που είναι τελεσίδικες και δηλώνονται με κεφαλαίο γράμμα (ο Χασάπης, ο Ταχυδρόμος κ.ο.κ. ως μια αναφορά που θα την ονομάσω λίγο καταχρηστικά λογοτεχνικονομιναλιστική) και αντικαθιστούν τα ανύπαρκτα ονόματα. Επιπλέον χρειάζονται οι απαραίτητοι συμβολισμοί και φυσικά ο χαρακτήρας-καταλύτης, που εμφανίζεται για να κινηθεί η ιστορία, να αναστατωθούν οι κανονικότητες. Η Μαρία Φακίνου, παρότι παραλείπει τους ορισμούς -έστω τους έμμεσους- που αναφέραμε στην αρχή, επιτυγχάνει έναν καλό χειρισμό και στα τρία λοιπά επίπεδα.

Επί της καθεαυτής ιστορίας: μια μυστηριώδης, μεσήλικη γυναίκα καταφθάνει σε μια επαρχιακή κωμόπολη, συντροφιά με μια μικρή βαλίτσα, δυο χρυσόψαρα και με σκοπό να συναντήσει έναν -ακόμη πιο μυστηριώδη- άγνωστο άνδρα, τον Χορδιστή, που της έχει δώσει εκεί ραντεβού. Η παρουσία της σηματοδοτεί (τυχαία;) μια σειρά από αλλόκοτα συμβάντα, ξεκινώντας από την επέλαση περίεργων και ακραίων καιρικών φαινόμενων.

To κακό εκδιπλώνεται σταδιακά. Μετά τα ανεξήγητα καιρικά φαινόμενα, με μια τερατογένεση, κατάσταση που φέρνει τρόμο και παραβιάζει όχι μόνο τον τυπικό νόμο αλλά και τον φυσικό. Στη συνέχεια με έναν περίεργο μαζικό βόμβο που σκεπάζει την πόλη και τον οποίον άλλοι τον ακούν και άλλοι όχι, με μια μεγάλη διακοπή ρεύματος και, ασφαλώς, με έναν φόνο. Το σύστημα αξιών της πόλης κλονίζεται. Η πόλη, όντας αδιάφορη, ουδέτερη, γκρίζα αποκτά ένα ενδιαφέρον.

Η νοηματοδοσία της νουβέλας κινείται μεταξύ αλληγορίας και μιας σειράς συμβολισμών, εμφανών αλλά και πλάγιων. Νομίζω πως η βασικότερη αρετή εντοπίζεται στο υποβλητικό τής προσδοκίας πως κάτι συγκλονιστικό θα συμβεί – συγκλονιστικό από οποιαδήποτε άποψη. Λιγάκι σαν την αναμονή της γυναίκας για την έλευση του Χορδιστή. Το φινάλε, εμφανίζεται ως νέμεση δίχως διακριτή κάθαρση αποκαλύπτοντας και τη βασική θέση του βιβλίου: το κακό μπορεί να βρίσκεται -έστω και δυνητικά- διαρκώς παρόν. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι οι τρόποι που το ξορκίζουμε: ο συνηθέστερος είναι ρίχνοντας την ευθύνη, το ανάθεμα και εν τέλει την τιμωρία στον Άλλον, στον ξένο, στον ανυπεράσπιστο. Η ιστορία που διαβάζουμε έχει κάτι να πει, έστω κι αν χρησιμοποιεί ορισμένα μεταφυσικά τεχνάσματα για να προχωρήσει.  

Η γραφή της Φακίνου είναι εμφανώς κινηματογραφική. Όχι τόσο επειδή ακολουθεί μια αφηγηματική προσέγγιση που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σεναριακή, αλλά κυρίως για την εικονοποιητική στόχευση, τους ορισμούς του σκηνικού. Ο άγνωστος αφηγητής είναι επί της ουσίας μια φωνή voice off. Εμφανείς και οι συγγένειες με κινηματογραφικές αφηγήσεις του Τρίερ ή του Μπέλα Ταρ. Ο θάνατος ενυπάρχει επίσης σταθερό μοτίβο, όπως και στο πρώτο της βιβλίο – “Το καπρίτσιο της κυρίας Ν.”.

Οι κλισέ περιγραφικές-κριτικογραφικές ατάκες που χρησιμοποιούνται για παρεμφερείς αφηγηματικές συνθήκες είναι συνήθως “καφκικό σύμπαν”, “κλειστοφοβικό” κλπ. Προτιμώ να επισημάνω το συχνό της χρήσης των μικρών κοινωνιών ως αφηγηματικό υπέδαφος, καθώς το ζήτημα -ή και παιχνίδι- της ανοικείωσης είναι από τα θεμελιώδη της λογοτεχνίας. Και στη συγκεκριμένη νουβέλα λειτουργεί εξαιρετικά.

Ιορδάνης Κουμασίδης

14101-i-arhi-tou-kakou-maria-fakinou-d