ΤΗΣ ΦΡΑΓΚΟΓΙΑΝΝΟΥΣ ΤΑ ΠΑΘΗ

0

Καθισμένη στην άκρη του τζακιού σκεφτόταν τη ζωή της, τη ζωή των γονιών της και των παιδιών της, πώς να μην «ψηλώσει» ο νους της; Ποιος να μην κλάψει για τα πάθη της;

Κάθομαι από μια γωνιά και την κοιτάζω, εκείνη δεν με βλέπει, δεν κλαίει ούτε μιλάει, μοναχά κάνει «τα πάθια της τραγούδια» και συνεχίζει. Άξαφνα, σηκώνεται. Ο νους της έχει ταξιδέψει στα ενδότερα, εκεί που ξέρει να φυλάει καλά τον εαυτό της αλώβητο από τον κόσμο. Την ακούω να μονολογεί: «όχι δεν θα περάσουν όσα πέρασα εγώ, δεν θα αφήσω το κακό να γίνει αιώνιο σε τούτο τον κόσμο, θα γίνω θεός στη θέση του Θεού. Δεν μπορώ να κάνω κατακλυσμούς, έχω όμως τα χέρια μου, κι αυτά θα είναι ο κατακλυσμός μου που θα σώσει τον κόσμο.» Κι έτσι το έγκλημα αποφασίζεται, κι αρχίζει να εκτελείται σιγά-σιγά και ανυποχώρητα, μέχρι το τέλος. Ή τουλάχιστον μέχρι εκεί που στη σκέψη του Παπαδιαμάντη, η «θεία δικαιοσύνη», και όχι η «ανθρώπινη», επεμβαίνει ώστε να μη διαιωνιστεί το κακό. Γι’ αυτό άλλωστε ο συγγραφέας αφήνει στο τέλος μετέωρη τη φόνισσα «μεταξύ θείας και ανθρωπίνης δικαιοσύνης»…

Γιατί ξέρει ότι η ανθρώπινη δικαιοσύνη δεν είναι σε θέση να την κρίνει, μιας και δεν έχει περάσει τους καημούς της.

Γιατί ξέρει πως η δικαιοσύνη του Θεού είναι παλαβή, κρίνει τον καθένα, αδιακρίτως, με τα δικά της κριτήρια, γεμίζοντας την Κόλαση με αγίους και τον Παράδεισο με αμαρτωλούς.

Γιατί ξέρει πως αν την κατακρίνει, δεν θα μπορέσει να της δώσει «πτέρυγας ωσεί περιστεράς», για να γλυτώσει από τον εαυτό της.

Γιατί ξέρει πως αν την αθωώσει, δεν θα μπορέσει να τελέσει την κατ’ άνθρωπον ηθική της ζωής στο πρόσωπό της, πράγμα απαράβατο για την εποχή του.

Συνεχίζω να την παρακολουθώ αθέατος. Έχει τελέσει κιόλας δύο εγκλήματα και προσπαθεί να λυτρωθεί. «Ήρθε εις εαυτόν», βγήκε δηλαδή από τον σκοτεινό της κόσμο και αντίκρισε πάλι το φως της πραγματικότητας, αντιλήφθηκε ξανά την ιερότητα της ζωής, ακόμα και αν αυτή είχε φτάσει στο έσχατο σημείο της. [Άραγε ο Παπαδιαμάντης αυτό να ήθελε να πει μέσα από τη Φόνισσα; Να είναι, άραγε, ένας κόντρα ρόλος η γριά Χαδούλα η Φραγκογιαννού;] Νά, τώρα τη βλέπω να στέκει κάπου στον Ασέληνο και να ψάχνει διέξοδο. Τρέχω μαζί της στα ρουμάνια της Σκιάθου για να δω τι θα συμβεί… φτάνει στο Κοιμητήριο των μοναχών στη Ζωοδόχο Πηγή [Νά που πάλι ο κυρ-Αλέξανδρος δεν στέκεται στον θάνατο και την καταστροφή, επιμένει στη ζωή] κι από κει κατηφορίζει στο σπίτι του Καμπαναχμάκη… εκεί θα τελέσει και το στερνό μυστήριο του παραλογισμού της. Θα ξαναγυρίσει πίσω στην αρχή, στη ζωή των δικών της, τη δική της, των παιδιών της, και τούτη τη φορά χωρίς επιστροφή. Τα πόδια μου δεν με βαστούν πλέον να την ακολουθήσω, έχει χαθεί από τη γη, έχει γίνει ένα από τα αερικά της υπαίθρου της Σκιάθου, βαδίζει πλέον μονάχη στη ζωή και το θάνατο…

Απέχει πια μόνο «δέκα βήματα από τον Άη-Σώστη», εκεί θα τελειώσουν όλα, θα μείνει για πάντα στον δικό της κόσμο. Παρακολουθώ τη λύση του μαρτυρίου της, καθώς κοιτάζει «το προικιό της», τη θωρώ να κάνει την τελευταία της απόπειρα να επανέλθει στην πραγματικότητα, αλλά μάταια. Αποφάσισε «να ομοιωθεί τω Θεώ» και να σώσει τον κόσμο μ’ έναν δικό της κατακλυσμό, όμως «ο δικαιοκρίτης Θεός» του Παπαδιαμάντη, κάμει τον δικό Του, και «Η γραία Χαδούλα εύρε τον θάνατον εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηρά, εις το ήμιση του δρόμου, μεταξύ θείας και ανθρωπίνης δικαιοσύνης».

Γι’ αυτό μένουμε «μεθόριοι», όπως θα έλεγε και ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, μεταξύ ουρανού και γης, γιατί δεν μπορούμε να αγγίξουμε τίποτα από τα δύο με σιγουριά. Και η Φραγκογιαννού μάς το φωνάζει με όλη τη δύναμη της ψυχής της.

Ο Μάνος Ελευθερίου θα γράψει ένα στιχούργημα για τη Φραγκογιαννού και θα ονομάσει τα πάθη της φυλαχτό. Και είναι φυλαχτό, φυλαχτό και καθαρτήριο. Η γρια-Χαδούλα, άλλωστε, δεν έχει τίποτα λιγότερο από μιαν ηρωίδα της αρχαίας τραγωδίας ή από μιαν αγία.

Γιάννης Χριστόπουλος

fonissa