ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ. Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ

295156_10151158896164336_867296650_n

Δεν υπάρχει συγγραφέας (δεν υπάρχει άνθρωπος, στην πραγματικότητα) που να μην κατέχεται δια βίου από ορισμένες έμμονες ιδέες οι οποίες με τη μία ή την άλλη μορφή επανέρχονται στα γραπτά του ξανά και ξανά. Το έργο του Κάφκα, όπως κι εκείνο του Μπόρχες, του Παπαδιαμάντη ή του Sebald, είναι βασισμένα πάνω σε δυο-τρεις βασικούς άξονες από τους οποίους λίγο ή σπάνια ξεφεύγει ο καθένας απ’ αυτούς τους συγγραφείς. Το έργο του Κυριάκου Αθανασιάδη επίσης· μία από αυτές τις σταθερές αναφορές (όχι η μοναδική πάντως), που σε κάθε του σχεδόν διήγημα ή μυθιστόρημα τη συναντάμε, είναι η ιδέα του βιβλίου. Ο Αθανασιάδης το χρησιμοποιεί στις ιστορίες του άλλοτε κυριολεκτικά ως αντικείμενο ενασχόλησης, πόθου ή και μανίας εκ μέρους των ηρώων του και άλλοτε (ή και ταυτόχρονα) αλληγορικά προκειμένου να μιλήσει για την ανθρώπινη ζωή.

Διαβάζουμε στην πρώτη-πρώτη συλλογή διηγημάτων του, τις «Ιστορίες υπερβολής» από το μακρινό 1987: «Το βιβλίο είσαι εσύ. Τίποτε δεν υπάρχει έξω από αυτό. Τίποτε δεν υπάρχει. Κανείς Λόγος. Κανείς εσύ». Δέκα χρόνια αργότερα, ο ήρωας του μυθιστορήματος «Μικροί κόσμοι» θα ρισκάρει τα πάντα προκειμένου να γράψει το επόμενο έργο του και θα βρεθεί σε μια κατάσταση όπου το βιβλίο που γράφει εισχωρεί στη ζωή του και ο ίδιος στις σελίδες του βιβλίου αυτού. Στο «Σάβανο της Χιονάτης», ένα μυθιστόρημα που κρύβει μέσα του ένα ακόμη μυθιστόρημα και πολλές άλλες ιστορίες, η απελπισία του πρωταγωνιστή λόγω του συγγραφικού του μαρασμού θα τον οδηγήσει επίσης στα άκρα, για να κατορθώσει να γράψει το Βιβλίο. Όχι όμως τόσο μακριά όσο θα φτάσει ο συγγραφέας που εμφανίζεται στη νουβέλα του 2002, «Το βασίλειο του αποχαιρετισμού», ο οποίος θα αποφασίσει να γίνει ο ίδιος ένα ένσαρκο μυθιστόρημα. 

Στη «Ζα Ζα», το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα του Κυριάκου Αθανασιάδη, το βιβλίο εμφανίζεται και με τις δύο μορφές που αναφέραμε. Είναι καταρχάς το αντικείμενο εργασίας της πρωταγωνίστριας του έργου, της Άννας, η οποία ωστόσο δεν είναι συγγραφέας αλλά επιμελήτρια εκδόσεων – η δουλειά της, την περίοδο που εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα, είναι η προετοιμασία ενός λευκώματος με ορισμένα από τα ex libris που περιείχε η συλλογή του εργοδότη της (ex libris ονομάζονται τα μικρά εκείνα χαρακτικά που, επικολλημένα στο εσώφυλλο ενός βιβλίου, δηλώνουν τον κάτοχό του – το παλαιότερο απ’ αυτά πιστεύεται ότι χαράχτηκε το 1450, όπως μαθαίνουμε στο πρώτο κιόλας κεφάλαιο). Μα το βιβλίο επίσης είναι, και εδώ, μια μεταφορά για τη ζωή: «Η ζωή είναι ένα βιβλίο που όλο αλλάζει, που μέσα του εγκλωβίζει κι άλλα, πνίγοντάς τα φανερώνοντάς τα, βουβαίνοντάς τα, θυσιάζοντάς τα, βγάζοντάς τα απ’ το καπέλο της όπως ο ταχυδακτυλουργός τα περιστέρια του».

Κι οι άνθρωποι μέσα σε αυτό το βιβλίο (στη ζωή), δεν είναι τίποτε άλλο παρά ρόλοι, όπως συνειδητοποιεί κάποια στιγμή η Άννα και αποφασίζει να γράψει έναν άλλο ρόλο για τον εαυτό της, να σκηνοθετήσει η ίδια τη ζωή της, να αρνηθεί τη μοίρα της και να τραβήξει τον δρόμο που μόνη της θα έχει επιλέξει. Αυτό είναι και το κύριο θέμα της «Ζαζάς», το πώς γίνεται ο άνθρωπος να αλλάξει τη ζωή του. Αυτό είναι πιθανότατα το βασικό μοτίβο κάθε λογοτεχνικού έργου που γνωρίζουμε: ένας δυστυχισμένος άνθρωπος και η προσπάθειά του ν’ αλλάξει τη ζωή του (τον εαυτό του ή τον κόσμο ολόκληρο). Γι’ αυτό εξάλλου μόνο οι δυστυχισμένοι άνθρωποι ενδιαφέρουν την πεζογραφία – ο Τολστόι το έχει διατυπώσει αυτό από καιρό: «Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους. Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια, όμως, είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο».

404303_524932890859772_774985086_n

Η Άννα, που σύντομα θα γίνει γνωστή με το όνομα Ζα Ζα, δεν μοιάζει πάντως να έχει λόγους να δυστυχεί: είναι όμορφη και νέα, αλλά όχι τόσο νέα ώστε να μην ξέρει τι της γίνεται, έχει οικονομική ευχέρεια, της αρέσει η δουλειά της και είναι παντρεμένη με έναν άντρα που την αγαπάει και που τον αγαπάει και η ίδια με μιαν αγάπη «φανερή, απροκάλυπτη και πηγαία – το πιο ατόφιο και ειλικρινές αίσθημά της». Μα κάτι λείπει. Πάντα κάτι λείπει. «Η Άννα συνειδητοποίησε με τρόμο και έκπληξη πως δεν ήταν πια σε θέση να αντλεί από τον άντρα της τίποτε, τίποτε συναρπαστικό ή δελεαστικό, τίποτε καινούργιο και αισθησιακό, καμιά χαρά και κανέναν οργασμό. Τον αγαπούσε, τον λάτρευε, τον πίστευε, ήταν σίγουρη γι’ αυτόν, και δοσμένη σ’ αυτόν, μα δεν ήθελε —και έπαψε να του ζητά— όσα εκείνος τής χάριζε τόσο απλόχερα μέχρι τότε».

Η «Ζα Ζα» είναι φανερά και ομολογημένα υφασμένη πάνω στον καμβά της «Ωραίας της ημέρας», του γνωστού ερωτικού μυθιστορήματος που έγραψε ο Ζοζέφ Κεσέλ το 1928 και δημιούργησε αμέσως σκάνδαλο. Η νεαρή πρωταγωνίστρια αυτού του έργου αγαπάει επίσης βαθιά τον άντρα της, αλλά δεν μπορεί να πάρει από αυτόν την ηδονή που ζητάει το σώμα της και η ψυχή της και έτσι επιλέγει να προσφέρει τις υπηρεσίες της σε έναν οίκο ανοχής. Τον ίδιο περίπου δρόμο θα ακολουθήσει και η Άννα του σύγχρονου μυθιστορήματος, που και αυτή αισθάνεται τη σεξουαλικότητά της στομωμένη. Μα οι δεκαετίες που έχουν μεσολαβήσει, ο τρόπος αφήγησης και η διαφορετική στόχευση των δύο συγγραφέων κάνουν τα δύο αυτά βιβλία, παρά την κοινή τους βάση, εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους. Με μια φράση θα λέγαμε ότι ενώ η κύρια επιδίωξη του Ζοζέφ Κεσέλ φαίνεται να είναι να διερευνήσει τη γυναικεία ψυχή (κι ίσως να τρομάξει τους αστούς), κεντρικό θέμα του Κυριάκου Αθανασιάδη αποτελεί αυτό που ονομάζει προσωπική αφήγηση, επιδιώκει δηλαδή να δείξει πώς μπορεί ο άνθρωπος να επινοήσει ο ίδιος τη ζωή που θα ζήσει – όποιο κι αν είναι το τίμημα.

Μπορεί η ψυχολογική ανάλυση της γυναίκας να μην είναι, όπως είπαμε, η βασική επιδίωξη του συγγραφέα, ωστόσο είναι τέτοιο το θέμα του που θα ήταν αδύνατο να την προσπεράσει ή να την παραμελήσει. Κι έτσι ο αναγνώστης βρίσκεται να διαβάζει ένα βιβλίο γραμμένο από άντρα στο οποίο συναντάει τόσο λεπτές, διεισδυτικές και καίριες παρατηρήσεις και αναλύσεις για τον γυναικείο ψυχισμό που δεν μπορεί παρά να εντυπωσιαστεί. Χωρίς όμως – και αυτό είναι το μεγάλο κατόρθωμα του Αθανασιάδη – να αισθανθεί ότι έχει μπροστά του ένα «γυναικείο» μυθιστόρημα, ένα έργο δηλαδή που απευθύνεται κυρίως σε γυναίκες μηρυκάζοντας την καθημερινότητά τους. Όπως επίσης δεν αισθάνεται ο αναγνώστης ότι διαβάζει ένα επί τούτου προκλητικό μυθιστόρημα, αν και σε μεγάλο βαθμό πραγματεύεται θέματα όπως το σεξ, η γυναικεία ηδονή, η πορνεία.

Η μέθοδος που εφαρμόζει ο συγγραφέας (τόσο φυσικά όμως που δύσκολα αντιλαμβάνεσαι ότι όντως υπάρχει κάποια μέθοδος) για να αποφύγει αυτούς τους κινδύνους, να θεωρηθεί δηλαδή το έργο του «γυναικείο», αισθηματικό ή σκανδαλώδες, είναι αυτό που θα μπορούσαμε καταχρηστικά να το ονομάσουμε συγχρονισμό. Υπάρχουν ερωτικές στιγμές, εντονότατες μάλιστα και απερίφραστα διατυπωμένες, αλλά μοιράζονται τον χρόνο της αφήγησης, συμβαίνουν ταυτόχρονα δηλαδή, άλλοτε με μια κινηματογραφική προβολή, άλλοτε με μια φιλοσοφική διάλεξη και άλλοτε με ένα μεθυσμένο παραλήρημα. Υπάρχουν καταγραφές των σκέψεων, των κινήτρων και των συναισθημάτων της πρωταγωνίστριας, που αποκαλύπτουν το βάθος του ψυχισμού της και τα στάδια της εξέλιξής της, αλλά ποτέ ξεκομμένα από τα γεγονότα και τις σκηνές που τα προκαλούν. Με αυτόν τον τρόπο ο αναγνώστης διανύει την απόσταση που τον χωρίζει από τους ήρωες του μυθιστορήματος και ταυτίζεται με αυτούς, σχεδόν χωρίς να το συνειδητοποιήσει.    

33777065926366489_mNxOcqBG_c  

Η Άννα λοιπόν αισθάνεται ότι στη σχέση της με τον άντρα της έχει δημιουργηθεί – άγνωστο από ποιαν αιτία – ένα ρήγμα που εμποδίζει και τους δύο, την ίδια όμως περισσότερο, να συνεχίσουν να βιώνουν την ψυχική και σωματική πληρότητα που γνώριζαν ως πριν από λίγους μήνες. Η πρώτη της αντίδραση είναι η αυτοτιμωρία της θεωρώντας ότι η ίδια είναι υπεύθυνη που η κοινή τους ζωή μοιάζει να έχει καταστραφεί, που η σεξουαλικότητά της έχει βυθιστεί στα Τάρταρα, καθώς το διατυπώνει η ίδια. Στη συνέχεια θα στραφεί και θα παραδοθεί με έναν ιδιότυπο τρόπο σε έναν άλλο άντρα, τον οποίο όμως ποτέ δεν θα συναντήσει, με την (παράλογη;) προσδοκία ότι έτσι θα κατορθώσει να αναθερμάνει, να ξαναζωντανέψει όσα τη συνδέουν με τον σύζυγό της. Επόμενος σταθμός σε αυτή την απεγνωσμένη διαδρομή είναι η πορνεία και η σταδιακή μεταμόρφωση της ενοχικής Άννας σε οργισμένη και επικίνδυνη Ζα Ζα, η μετάλλαξη της γυναίκας σε λύκο.

Είναι η στιγμή που η πρωταγωνίστρια τολμάει να χαράξει η ίδια τον δρόμο που θα ακολουθήσει στο εξής κι ας μην ξέρει πού θα τη βγάλει, που αποφασίζει να αρνηθεί τη δοτή μοίρα της και να επινοήσει την προσωπική της αφήγηση, μην επιτρέποντας σε κανέναν και σε τίποτα πλέον να της επιβληθεί. «Έχω αποφασίσει, εδώ και λίγο καιρό», θα δηλώσει, «να συνδέω ό,τι μου συμβαίνει με την κύρια αφήγηση της ζωής μου». Έχει αποφασίσει με άλλα λόγια να μην αφήσει κανέναν εξωτερικό παράγοντα να επηρεάσει τη ζωή της, όποιο κι αν είναι το τίμημα που θα αναγκαστεί να πληρώσει. Γιατί τίμημα πάντα υπάρχει, όταν ο άνθρωπος αποφασίζει να πάρει μιαν απότομη στροφή στη ζωή του, όταν επιχειρεί να αλλάξει ό,τι ως αυτή τη στιγμή ισχύει. Γι’ αυτό λίγοι το αποτολμούν κι ακόμη λιγότεροι φτάνουν ως το τέλος. Για τους άλλους υπάρχει η λογοτεχνία, άλλοτε ως πικρή επιβεβαίωση του μαθήματος αυτού και ως ανακούφιση κι άλλοτε σαν δικλίδα ασφαλείας ή σαν θάλαμος αποσυμπίεσης. Η «Ζα Ζα» του Κυριάκου Αθανασιάδη μπορεί να δείχνει έναν δρόμο ή μπορεί απλώς να παρηγορεί που τέτοιος στρωμένος δρόμος δεν υπάρχει. Ο αναγνώστης φτάνοντας στο τέλος του βιβλίου ξέρει λίγο καλύτερα τον εαυτό του.

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

 301175_519494151397822_1649271462_n