ΒΟΚΑΚΙΟΣ, ΔΕΚΑΗΜΕΡΟΝ, ΧΟΡΟΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΚΑΣΕΛΑ

Decameron-cuna[1]

Ήταν δυο φίλοι, κι ο ένας πλάγιαζε με τη γυναίκα του άλλου. Ο άλλος το παίρνει είδηση, με τη συνενοχή της γυναίκας του τον κλείνει μέσα σε μια κασέλα και πλαγιάζει με τη γυναίκα του φίλου του πάνω στην κασέλα.

 

[…] Θα σας διηγηθώ την ιστορία ενός νέου, που δέχτηκε μια προσβολή με τη μεγαλύτερη ηρεμία και εκδικήθηκε με τον ηπιότερο τρόπο. Έτσι, θα καταλάβετε πως είναι με το παραπάνω αρκετό να χτυπάς το γάιδαρο με την ίδια δύναμη που σ’ έριξε κι αυτός πάνω στον τοίχο. Αν θέλεις να εκδικηθείς για το κακό που σου έχουν κάνει, δεν πρέπει να καταφεύγεις σε υπερβολές και να ξεπερνάς κάθε μέτρο.

Φαντάζομαι να ξέρετε, όπως το ‘χω κι εγώ ακουστά, πως ζούσαν στη Σιένα δυο νέοι, αρκετά πλούσιοι και από καλές αστικές οικογένειες, που τον έναν τον έλεγαν Σπινελότσιο ντι Ταβένα και τον άλλον Ζέπα ντι Μίνο, και που τα σπίτια τους γειτόνευαν, στη συνοικία Καμολία. Τους έβρισκαν πάντα μαζί, έδειχναν ν’ αγαπιούνται σαν αδέλφια, ίσως και περισσότερο, και ήταν παντρεμένοι με δυο πολύ όμορφες κοπέλες.

Όταν δεν ήταν ο Ζέπα στο σπίτι του, ο Σπινελότσιο π΄γαινε συχνά, κι η οικειότητά του με τη γυναίκα του Ζέπα μεγάλωσε, σε σημείο που άρχισαν να πλαγιάζουν μαζί – κι αυτό συνεχίστηκε κάμποσο καιρό, δίχως κανένας να το ‘χει πάρει είδηση. Αλλά μια μέρα που ο Ζέπα ήταν στο σπίτι και η γυναίκα του νόμιζε πως είχε φύγει, ήρθε ο Σπινελότσιο και τη φώναξε, κι εκείνη του αποκρίθηκε πως ο άντρας της δεν ήταν εκεί. Τότε ο Σπινελότσιο μπήκε δίχως να χασομεράει, βρήκε την κυρά στη σάλα, και μη βλέποντας κανέναν άλλο, την αγκάλιασε και άρχισαν να φιλιούνται.

Ο Ζέπα τα είδε όλα και δεν είπε τίποτα· έμεινε μόνο κρυμμένος, για να δει πού θα κατέληγε αυτή η ιστορία. Και σε λίγο είδε τη γυναίκα του και τον Σπινελότσιο να πηγαίνουν αγκαλιασμένοι στην κρεβατοκάμαρα και να κλειδώνονται. Ταράχτηκε, μα σκέφτηκε πως με το να δημιουργήσει φασαρία, όχι μόνο δε θα μείωνε το πάθημά του, αλλά και θα μαθαινόταν το ντρόπιασμά του. έπρεπε λοιπόν να εκδικηθεί μ’ έναν τρόπο, που και οι γειτόνοι να μην πάρουν είδηση από τίποτα, και αυτός να ξαναβρεί την ψυχική ηρεμία του. Αφού το στριφογύρισε πολλή ώρα στο νου του, έκρινε πως είχε βρει τον τρόπο. Έμεινε κρυμμένος όση ώρα ήταν ο Σπινελότσιο με τη γυναίκα του, κι όταν εκείνος έφυγε, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και βρήκε την κυρά να τακτοποιεί στο κεφάλι της τα πέπλα που είχαν πέσει από τα χάδια του Σπινελότσιο.

«Κυρά μου», τη ρώτησε, «τι κάνεις εκεί;».

«Δε βλέπεις;», του αποκρίθηκε.

«Βλέπω», της λέει, «και είδα μάλιστα και κάτι άλλο, που καλύτερα να μην το ‘βλεπα».

facsimil-decameron

Μπήκε τότε στο θέμα, κι εκείνη, από το φόβο της, αφού του αράδιασε πρώτα διάφορες ιστορίες, αναγκάστηκε να του ομολογήσει τις σχέσεςι της με τον Σπινελότσιο, μια και ήταν τόσο ολοφάνερες, που δεν μπορούσε να τις αρνηθεί, και κλαίγοντας τον παρακαλούσε τα τη συγχωρήσει. Τότε ο Ζέπα τής είπε:

«Γυναίκα, δε φέρθηκες καλά. Αν θέλεις να σε συγχωρήσω, να κάνεις ακριβώς ό,τι θα σου ζητήσω. Θέλω να πεις του Σπινελότσιο, όταν θα είμαι αύριο το πρωί μαζί του να βρει κάποια πρόφαση για να με παρατήσει κατά την Τρίτη ώρα και να ‘ρθει να σε βρει εδώ. Σε λίγο θα γυρίσω κι εγώ, και μόλις με πάρεις είδηση, πες του να χωθεί μέσα σε τούτη την κασέλα και κλείδωσέ τον. Ύστερα, θα σου πω τι άλλο θα ‘χεις να κάνεις. Και μην έχεις κανένα φόβο – σου υπόσχομαι πως δε θα του κάνω τίποτα κακό».

Εκείνη, για να τον ευχαριστήσει, τον βεβαίωσε πως θα συμμορφωθεί – και κράτησε το λόγο της. Το κατοπινό πρωί, ο Ζέπα και ο Σπινελότσιο ήταν μαζί, όταν, κατά την τρίτη ώρα, ο Σπινελότσιο, που είχε υποσχεθεί στην κυρά να πάει να τη βρει εκείνη την ώρα, είπε του Ζέπα:

«Είναι να φάω με κάποιο φίλο μου σήμερα και δε θέλω να τον κάνω να περιμένει. Γεια σου, λοιπόν, κι ο Θεός μαζί σου».

«Μα δεν είναι ακόμα η ώρα του φαγητού», αποκρίθηκε ο Ζέπα.

«Δεν έχει σημασία», του λέει ο άλλος. «Πρέπει να του μιλήσω και για μια υπόθεση που μ’ ενδιαφέρει, κι έτσι καλύτερα να πάω πιο νωρίς.»

Ο Σπινελότσιο παράτησε τον Ζέπα, κι αφού έκανε ένα γύρο, πήγε στο σπίτι της ερωμένης του. πήγαν στην κρεβατοκάμαρα, και σχεδόν αμέσως γύρισε κι ο Ζέπα. Σαν τον πήρε είδηση η γυναίκα του, προσποιήθηκε μεγάλο φόβο, έκρυψε τον εραστή της μέσα στην κασέλα, όπως της είχε πει ο άντρας της, τον κλείδως εκαι βγήκε π’ το δωμάτιο.

«Γυναίκα», της είπε τότε ο Ζέπα, «είναι ώρα να φάμε;»

«Ναι, σε λιγάκι», του αποκρίθηκε.

 Τότε της είπε:

«Ο Σπινελότσιο πήγε να φάει στο σπίτι κάποιου φίλου του, και η γυναίκα του είναι μονάχη. Βγες στο παράθυρο και φώναξέ την, και πες της να ‘ρθει να φάει μαζί μας».

Η γυναίκα του, που ανησυχούσε πάντα για το τι την περίμενε, προθυμοποιήθηκε να κάνει ό,τι της είχε ζητήσει ο άνδρας της. Και η γυναίκα του Σπινελότσιο, ύστερα από τα επίμονα παρακάλια της άλλης και αφού έμαθε πως δε θα ‘ρχόταν ο άντρας της για το φαγητό, δέχτηκε την πρόσκληση. Σαν ήρθε, ο Ζέπα τής έκανε πολλά κομπλιμέντα και φιλικές εκδηλώσεις, την έπιασε απ’ το χέρι με οικειότητα, είπε σιγανά στη γυναίκα του να πάει στην κουζίνα και πήρε την άλλη στην κρεβατοκάμαρα. Έκλεισε την πόρτα και τη σύρτωσε, μα βλέποντας αυτό η κυρά, του είπε:

«Ε, Ζέπα, τι σημαίνει αυτό; Γι’ αυτή τη δουλειά με φέρατε εδώ; Αυτή είναι η αγάπη σου για τον Σπινελότσιο, η απόδειξη της τιμιότητάς σου και της φιλίας σου;»

Τότε ο Ζέπα πήγε κοντά στην κασέλα όπου ήταν κλεισμένος ο άντρας της, και κρατώντας την πάντα σφιχτά, της είπε:

«Κυρά μου, πριν θυμώσεις, άκουσε τι έχω να σου πω. Αγαπούσα και αγαπώ τον Σπινελότσιο σαν αδελφό. Αλλά χτες, δίχως να το αντιληφθεί ο ίδιος, είδα το αποτέλεσμα της εμπιστοσύνης που του είχα: πλαγιάζει με τη γυναίκα μου, όπως πλαγιάζει και μαζί σου. Η φιλία που έχω γι’ αυτόν μού απαγορεύει να του επιβάλω μια τιμωρία που να μην είναι του ίδιου χαρακτήρα με το σφάλμα του – όπως εκείνος πλάγιασε με τη γυναίκα μου, εννοώ να πλαγιάσω κι εγώ μαζί σου. αν αρνηθείς, είμαι αποφασισμένος να μην αφήσω ατιμώρητη την προσβολή που μου έκανε, και θα τον συγυρίσω έτσι, που ούτε εσύ ούτε εκείνος θα ξαναδείτε χαρά.»

Σαν το άκουσε η κυρά και αφού πείστηκε από τις λεπτομέρειες και τις πληροφορίες που της έδωσε ο Ζέπα, του είπε:

«Ζέπα μου, αφού σ’ εμένα πέφτει να γίνω το όργανο της εκδίκησής σου, και είμαι πρόθυμη γι’ αυτό, φρόντισε αφού θα κάνουμε αυτό που πρόκειται να κάνουμε, να μη μου κρατήσει κακία η γυναίκα σου, όπως κι εγώ δεν της κρατάω κακία, παρόλη τη συμπεριφορά της απέναντί μου».

«Μείνε ήσυχη», της αποκρίθηκε. «Χώρια απ’ αυτό, θα σου χαρίσω ένα τόσο ακριβό κι ωραίο διαμαντικό, που ποτέ σου δεν είχες το όμοιο».

tumblr_m3v4kuUOW01qmemvwo1_1280

 Και λέγοντας αυτά, την πήρε στην αγκαλιά του, τη γέμισε φιλιά, ύστερα την ξάπλωσε πάνω στην κασέλα μέσα στην οποία ήταν κλεισμένος ο άντρας της, και χόρτασαν ερωτικές χαρές.

Ο Σπινελότσιο, μέσ’ απ’ την κασέλα όπου βρισκόταν, άκουσε όλα τα λόγια του Ζέπα και την απάντηση της γυναίκας του, κι ύστερα ένιωσε τον ερωτικό χορό πάνω απ’ το κεφάλι του. Πήγε να πεθάνει απ’ το κακό του, κι αν δε φοβόταν τον Ζέπα, θα ‘βριζε αισχρά τη γυναίκα του από κει μέσα που ήταν κλεισμένος. Ύστερα, αναλογίστηκε πως αυτός είχε κάνει την αρχή σ’ αυτή την παλιοϊστορία, πως ο Ζέπα είχε δίκιο να φερθεί έτσι, και πως, τέλος πάντων, έδειξε ανθρωπιά και φιλικά αισθήματα. Πήρε λοιπόν την απόφαση να διατηρήσει τη φιλία του με τον Ζέπα, αν το ‘θελε κι αυτός.

Στο μεταξύ, ο Ζέπα γλέντησε με την κυρά όση ώρα τού έκανε κέφι. Καθώς κατέβαινε απ’ την κασέλα, η γυναίκα του Σπινελότσιο τού ζήτησε το διαμαντικό που της είχε υποσχεθεί, και τότε εκείνος άνοιξε την πόρτα και φώναξε τη γυναίκα του, που περιορίστηκε να πεις στην άλλη, γελώντας:

«Αγαπητή μου, με πλήρωσες με το ίδιο νόμισμα»,

Τότε της είπε κι ο Ζέπα:

«Άνοιξε την κασέλα».

Την άνοιξε, κι ο Ζέπα τής έδειξε τον Σπινελότσιο της. Και κανένας δεν ήξερε να πει ποιος ήταν περισσότερο ντροπιασμένος: ο Σπινελότσιο, που είδε πως ο Ζέπα ήταν ενήμερος σε όλα, ή η γυναίκα του, που είδε τον άντρα της και ήξερε πως είχε απόλυτα αντιληφθεί τι είχε κάνει πάνω απ’ το κεφάλι του.

Τότε ο Ζέπα τής είπε:

«Ορίστε το διαμαντικό που σου χαρίζω».

Ο Σπινελότσιο βγήκε από την κασέλα, και δίχως να κάνει φασαρίες, είπε του Ζέπα:

«Ε, τώρα είμαστε πάτσι. Δεν θα ‘ταν άσκημα, όπως έλεγες πριν από λίγη ώρα στη γυναίκα μου, να εξακολουθήσουμε να ‘μαστε φίλοι όπως πρωτύτερα. Το μόνο που είχαμε χωριστά ήταν οι γυναίκες μας – ας τις έχουμε τώρα από κοινού».

Ο Ζέπα βρήκε περίφημη την ιδέα. Κάθισαν κι οι τέσσερις στο τραπέζι κι έφαγαν, μονοιασμένοι όσο ποτέ. Από κει κι έπειτα, η κάθε γυναίκα είχε δυο άντρες, κι ο κάθε άντρας δυο γυναίκες, δίχως ποτέ να προκύψει μεταξύ τους η παραμικρότερη διαφορά ή δυσαρέσκεια.

Μετάφραση Κοσμάς Πολίτης, εκδ. Γράμματα

 RLES1769.1L