ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΤΗΤΑΣ

Φωτογραφία: Γιάννης Βανίδης

Φωτογραφία: Γιάννης Βανίδης

Σάκης Σερέφας, Γιάννης Μαρία Χένριξ, ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, 2013, σελ. 40

Τον Σάκη Σερέφα δεν μπορείς εύκολα να τον κατατάξεις ως συγγραφέα σε μία κατηγορία· έχει γράψει κι έχει εκδώσει ώς σήμερα περισσότερα από πενήντα βιβλία: ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, παιδικά, μελέτες για πόλεις, για τόπους και για ποιητές, μεταφράσεις και ανθολογίες, ένα σενάριο για ταινία μεγάλου μήκους. Κι όμως μού αρκεί συνήθως να διαβάσω λίγες μόνο φράσεις από ένα βιβλίο του, για να το αναγνωρίσω αμέσως ως δικό του. Λόγω του χαρακτηριστικού του χιούμορ ενδεχομένως, λόγω της αναρχικής του γραφής και της αχαλίνωτης φαντασίας του, λόγω του ξαφνιάσματος, σίγουρα, που όλα αυτά προκαλούν στον αναγνώστη, αλλά και λόγω της προσήλωσής του σε ορισμένα θέματα: στον θάνατο, στη μνήμη, στον αστικό χώρο, στη βία, στην καθημερινότητα, στον άνθρωπο. Πάνω απ’ όλα ό,τι χαρακτηρίζει τον Σερέφα είναι η ανθρωπιά του βλέμματός του, η «ανθρωπίλα», που ‘λεγε ο Σάντσο Πάντσα προσπαθώντας να περιγράψει την ομορφιά της Δουλτσινέας, την οποία τη βρίσκουμε σε ό,τι έχει γράψει.     

Πάντα ωστόσο τον σκέφτομαι, πρωτίστως, ως ποιητή – έχει βγάλει εξάλλου οχτώ ποιητικές συλλογές μέσα σε μια τριακονταετία, από το 1983 ως σήμερα. Η πιο πρόσφατη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ίκαρος» με τον τίτλο «Γιάννης Μαρία Χένριξ» και είναι αφιερωμένη στον εκλιπόντα Μίμη Σουλιώτη. Πρόκειται για είκοσι πέντε ποιήματα τα οποία αναφέρονται σε ανθρώπους που άφησαν πρόωρα –όπως καταχρηστικά λέμε– την τελευταία τους πνοή στη Θεσσαλονίκη από το 1930 ο πρώτος ώς το 2011 ο τελευταίος, κυρίως όμως μες την εικοσαετία που ξεκινάει από το 1960. Όλα τα τραγικά αυτά περιστατικά είναι αληθινά, τα ονόματα, οι ηλικίες και τα τοπωνύμια αυθεντικά (δίνονται μάλιστα σε όλες τις περιπτώσεις οι ακριβείς διευθύνσεις από τον ποιητή) και, επίσης, σε κάποια ποιήματα παρεμβάλλονται φράσεις από ρεπορτάζ της εφημερίδας Μακεδονία, καθώς και από τις εκθέσεις των ιατροδικαστών, όπως διαβάζουμε σε σημείωση στην αρχή του βιβλίου.

Γνωρίζουμε βέβαια ποιήματα παρόμοιας έμπνευσης ήδη από τ’ αρχαία χρόνια: περισσότερα από τρεις χιλιάδες επιτύμβια επιγράμματα έχουν φτάσει στα χέρια μας γραμμένα από τον 6ο αιώνα π.Χ. ως τον 6ο μ.Χ. – χωρίς, εννοείται, τα επόμενα χρόνια, ώς την εποχή μας, να υπολείπονται σε αντίστοιχη παραγωγή. Το εγχείρημα του Σερέφα διαφέρει ωστόσο από τα γνωστά προηγούμενα ως προς τη συγγραφική πρόθεση τουλάχιστον. Τα επιτύμβια επιγράμματα του παρελθόντος –πραγματικά ή λογοτεχνικά– γράφονταν κυρίως για να απαθανατίσουν το όνομα και την προσωπικότητα του νεκρού και, με αυτό τον τρόπο, να παρηγορηθούν οι συγγενείς κι οι φίλοι για την απώλεια του αγαπημένου τους προσώπου. Ο Σερέφας γράφει για νεκρούς που ποτέ δεν γνώρισε –παρά μόνο μέσα από τα ξεχασμένα ρεπορτάζ των εφημερίδων– και για τη μοίρα των οποίων έχει σβηστεί πια πιθανότατα κάθε ανάμνηση. Άλλο είναι αυτό που ενδιαφέρει τον Σερέφα: η μνήμη πάλι – πώς αλλιώς όταν μιλάμε για νεκρούς; πώς αλλιώς αφού το γράψιμο είναι μια εκδήλωση που αφορά τη μνήμη, καθώς διαβάζουμε στη φράση του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη που κλείνει το βιβλίο; Αλλά όχι τόσο η μνήμη των προσώπων όσο η μνήμη του τόπου και, παράλληλα, η εναργής υπενθύμιση του γεγονότος του θανάτου.

Ο ποιητής με τα ανάπηρα αυτά ελεγεία του, όπως τα ονομάζει, επιχειρεί να φέρει τον κόσμο των πεθαμένων κοντά στον κόσμο των ζωντανών, να υπενθυμίσει στον αναγνώστη ότι ο θάνατος είναι κάτι που συμβαίνει εκεί ακριβώς όπου συμβαίνει και η ζωή: στα ίδια δωμάτια όπου μένει κι αυτός, στα ίδια ξενοδοχεία και στους ίδιους δρόμους, στις προκυμαίες και στις πλατείες που περνάει καθημερινά: «Στο προαύλιο που κάθε μέρα διασχίζει / Ποδοπατά το κείμενο μιας άγραφης ιστορίας». Η συνείδηση του θανάτου, μας λέει εδώ ο Σάκης Σερέφας, πλουτίζει και βαθαίνει τη βίωση της ζωής και τη μνήμη της πόλης κι ο άνθρωπος αλλιώς πια διασχίζει την καθημερινότητά του, έχοντας διδαχθεί το μέγιστον μάθημα που μπορεί να προσφέρει η ποίηση, την ανθρωπινότητα. Δυο μικρά παιδιά ρίχτηκαν από το μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου: «Οι σαγιονάρες των παιδιών έμειναν καιρό στο πεζοδρόμιο παρατημένες. / Στις βόλτες, βλέπεις τέτοιες συχνά κι εσύ. / Νομίζεις πως πάνω στο παιχνίδι τις αφήσαν ξεχασμένες». Σε μια πολυκατοικία ένας εργάτης χτύπησε το κεφάλι του στο σκαλοπάτι κι άφησε εκεί την τελευταία του πνοή. Ο θυρωρός σχολιάζει: «Τριάντα χρόνια δούλεψα στην πολυκατοικία. Ολόκληρη ζωή. / Όταν σφουγγάριζα, κάθε φορά που έφτανα σ’ εκείνο το σκαλί / Στεκόμουν και ψιθύριζα μια δική μου προσευχή. / Πες μου τι θα ‘κανες εσύ».

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Η πρώτη, συντομευμένη, δημοσίευση της κριτικής αυτής έγινε στην Εφημερίδα των Συντακτών, στο Ανοιχτό βιβλίο στις 29.6.2013.

1002821_10151715167675129_344178419_n