ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΤΗ ΛΙΣΑΒΟΝΑ

1676BF7A-0872-4B2C-9F92-88E1BDA07A920

Αντόνιο Ταμπούκι, Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα, μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδ. Άγρα

 

Για αρχή, τρεις προκαταρκτικές προσωπικές παρατηρήσεις, απ’ αυτές που καμιά φορά λένε ό,τι έχει να πει κανείς για ένα βιβλίο και δεν χρειάζεται κατόπιν να προσθέσει κάτι άλλο:

α) Το «Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα» είναι ένα μυθιστόρημα διακοσίων περίπου σελίδων και αποτέλεσε για μένα μία ακόμη απόδειξη της σταθερής και δοκιμασμένης αγάπης που τρέφω για αυτού του είδους τα βιβλία: τα βιβλία –μυθιστορήματα κυρίως– που μπορείς μια χαρά να τα διαβάσεις μέσα σε δύο απογεύματα και, μόλις τα τελειώσεις ή λίγο καιρό αργότερα, να τα διαβάσεις άλλη μια φορά – κάτι που δύσκολα αποφασίζεις να το κάνεις με ένα βιβλίο πεντακοσίων ή επτακοσίων σελίδων, όσο κι αν σου έχει αρέσει. Γι’ αυτό αγαπάω τόσο αυτά τα βιβλία: γιατί διακόσιες σελίδες είναι αρκετές για να ζήσεις πλήρως στον κόσμο που έχει δημιουργήσει ο συγγραφέας και γιατί έχεις πάντα τη δυνατότητα να δοκιμάσεις τη μαγεία, την απόλαυση και την ωφέλεια που μόνο μια δεύτερη ανάγνωση μπορεί να σου προσφέρει. Τέτοιο βιβλίο είναι το μυθιστόρημα του Ταμπούκι.

β) Το είχα πρωτοδιαβάσει, θυμάμαι, πριν από μια δεκαετία περίπου, τα δύο εκείνα χρόνια που δούλευα σε μια καλά οργανωμένη σχολική βιβλιοθήκη και είχα στρωθεί να διαβάσω όλα τα βιβλία που υπήρχαν στα ράφια της (αλλά δεν τα κατάφερα τελικά, γιατί υπάρχουν πολύ περισσότερα πράγματα που οφείλει να κάνει ο υπεύθυνος μιας βιβλιοθήκης). Κυκλοφορούσε τότε από τις εκδόσεις Ψυχογιός, στην ίδια ωστόσο μετάφραση του Ανταίου Χρυσοστομίδη, με μια φωτογραφία του Μαρτσέλο Μαστρογιάνι στο εξώφυλλο από την κινηματογραφική μεταφορά του έργου. Λίγο καιρό αργότερα, όταν βάλθηκα να καταρτίσω μια λίστα με τα εκατό πιο αγαπημένα μου βιβλία, την οποία μάλιστα ακόμα δεν την έχω ολοκληρώσει, το τοποθέτησα από τα πρώτα εκεί μέσα κι ως σήμερα δεν έχω αλλάξει γνώμη. Τρία κυρίως ήταν τα πράγματα που όλα αυτά τα χρόνια θυμόμουν πολύ καλά από το έργο αυτό και που τα ξαναβρήκα με αφάνταστη ικανοποίηση αυτές τις μέρες που το ξαναδιάβαζα: οι δρόμοι, οι πλατείες και τα καφέ της Λισαβόνας, η φρικτή ζέστη, οι ανεμιστήρες και οι παγωμένες λεμονάδες που καταναλώνει ο πρωταγωνιστής του βιβλίου και η απαράγραπτη και συγκλονιστική δυνατότητα του ανθρώπου να αλλάξει αυτό που είναι και μαζί να αλλάξει τη ζωή του, και τη ζωή μερικών ακόμη ανθρώπων.

γ) Η Λισαβόνα των τελευταίων χρόνων πριν απ’ τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο υπήρξε ανέκαθεν ο πιο αγαπημένος μου ιστορικός και λογοτεχνικός τόπος: είναι η εποχή που ο δικτάτορας Σαλαζάρ παίρνει την εξουσία στην Πορτογαλία και στη γειτονική Ισπανία μαίνεται ο εμφύλιος πόλεμος που θα καταστήσει τον Φράνκο κυρίαρχο, ενώ στην Ελλάδα κυβερνάει ο Μεταξάς, στην Ιταλία ο Μουσολίνι και στη Γερμανία ο Χίτλερ. Εκεί τοποθετείται η ιστορία που αφηγείται ο Αντόνιο Ταμπούκι, στη Λισαβόνα το 1938. Εκεί, κάνα δυο χρόνια νωρίτερα, τοποθετεί ο Ζοζέ Σαραμάγκου την υπόθεση του, επίσης αγαπημένου μου, μυθιστορήματός του «Ο θάνατος του Ρικάρντο Ρέις» και εκεί, επίσης, την ίδια εποχή έζησε ο Φερντάντο Πεσσόα και έγραψε, μεταξύ άλλων, «Το βιβλίο της ανησυχίας» με τις δικές του εξαίσιες περιγραφές της πόλης. Μέσω αυτής της διαδρομής οδηγήθηκα και στον Ταμπούκι, μέσω Πεσσόα και Σαραμάγκου, και παραδόξως δεν προχώρησα παραπέρα. Εννοώ δεν διάβασα παρά μόνο τα πορτογαλικά του, ας τα πούμε, έργα: τον «Περέιρα» πρώτο, τη «Χαμένη κεφαλή του Νταμασένου Μοντέιρου», κατόπιν, το «Ρέκβιεμ» και τις «Τρεις τελευταίες μέρες του Φερνάντο Πεσσόα, τα δοκίμιά του για τον Πεσσόα και δυο-τρία ακόμη δοκιμιακά δικά του. Ο Ταμπούκι λοιπόν για τον οποίο εγώ μπορώ να μιλήσω είναι ένας σχεδόν πορτογάλος συγγραφέας.

tumblr_m1hfgwDXzZ1qb1n35o1_500 

«Ποιος θα τολμούσε να δημοσιεύσει μια τέτοια είδηση, ότι ένας σοσιαλιστής καραγωγέας σφαγιάστηκε πάνω στο κάρο του στην επαρχία Αλεντέζο, πιτσιλίζοντας με αίμα όλα τα πεπόνια του; Κανείς, γιατί η χώρα ολόκληρη σιωπούσε, δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο από το να σιωπά, και στο μεταξύ ο κόσμος πέθαινε και η αστυνομία διαφέντευε παντού. Ο Περέιρα άρχισε να ιδρώνει, γιατί σκέφτηκε άλλη μια φορά το θάνατο. Και σκέφτηκε: αυτή η πόλη βρομάει θάνατο, όλη η Ευρώπη βρομάει θάνατο. Πήγε στο Καφέ Ορκίντεα που ήταν εκεί κοντά, μετά το εβραϊκό κρεοπωλείο, και κάθισε σε ένα τραπεζάκι, στο εσωτερικό του καταστήματος, γιατί εκεί υπήρχαν τουλάχιστον ανεμιστήρες ενώ έξω δεν μπορούσε να καθίσει κανείς από τον καύσωνα. Παράγγειλε μια λεμονάδα.»     

Οι λίγες αυτές γραμμές από το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αρκετές, νομίζω, για να εντοπίσουμε τα βασικά στοιχεία της υπόθεσης: μια Πορτογαλία που αισθάνεται να σφίγγουν όλο και περισσότερο γύρω της τα δεσμά της δικτατορίας του Σαλαζάρ· ένας καύσωνας που διαρκώς δυναμώνει και δοκιμάζει τις φυσικές και ψυχικές αντοχές των κατοίκων της πόλης· και ένας παχύσαρκος ηλικιωμένος δημοσιογράφος, υπεύθυνος για την πολιτιστική σελίδα μιας μικρής απογευματινής εφημερίδας, ο οποίος προσπαθεί να αντιμετωπίσει τη ζέστη πίνοντας παγωμένες λεμονάδες, προσπαθεί να αντιμετωπίσει την πολιτική κατάσταση πείθοντας τον εαυτό του πως αυτά τα πράγματα δεν έχουν θέση στο πανόραμα της ζωής του, στην οποία δεν χωράει παρά μόνο η λογοτεχνία, και προσπαθεί να αντιμετωπίσει τον θάνατο, τη νοσταλγία και τη ζωή του μιλώντας στη φωτογραφία τής από επτά χρόνια πεθαμένης γυναίκας του.

Το καλοκαίρι του 1938 ήταν όμως μια δύσκολη εποχή για όποιον ήθελε να καμωθεί τον αδιάφορο και να παραμείνει αμέτοχος. Ο Περέιρα θα γνωρίσει έναν νεαρό ιταλικής καταγωγής και την όμορφη αρραβωνιαστικιά του, οι οποίοι αγωνίζονται ενάντια στον επελαύνοντα σε ολόκληρη την Ευρώπη φασισμό, και -ανεξήγητα για τον ίδιο- θα δεθεί μαζί τους. Θα παλέψει με τον ίδιο του τον εαυτό, με το παρελθόν του και τη μνήμη του, με το σώμα του και τις πεποιθήσεις του, με τον σαλαζαρικό διευθυντή της εφημερίδας του και με το απόμακρο χαμόγελο της γυναίκας του στη φωτογραφία, για να φτάσει τελικά στη συνειδητή εκείνη πράξη αντίστασης που θα τον φέρει χωρίς δυνατότητα επιστροφής απέναντι στο δικτατορικό καθεστώς της πατρίδας του.

Πρόκειται αναμφίβολα, όπως γίνεται φανερό, για ένα πολιτικό μυθιστόρημα, στο οποίο ένας άνθρωπος, κάθε άνθρωπος, καλείται να πάρει σαφή και ξεκάθαρη θέση και να αντιδράσει σ’ ένα εθνικιστικό, ξενοφοβικό, ρατσιστικό και βίαιο περιβάλλον· και με αυτόν ακριβώς τον τρόπο διαβάστηκε στην Ιταλία όταν κυκλοφόρησε το 1994, λίγους μόλις μήνες πριν αναρριχηθεί στην εξουσία ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Με τον ίδιο πάνω-κάτω τρόπο διαβάζεται ο «Περέιρα» και από τους σημερινούς αναγνώστες. Ο Ταμπούκι ωστόσο, χωρίς να αρνείται αυτή την πολιτική ανάγνωση του έργου του, επισημαίνει και τονίζει και την υπαρξιακή του διάσταση: την ιστορία ενός ανθρώπου που εξελίσσεται, που αλλάζει, που βάζει κατά μέρος, σε κάποιο βαθμό, ό,τι επί δεκαετίες υπήρξε και γίνεται κάποιος άλλος. Κι αυτό αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη πτυχή του μυθιστορήματος, το σημαντικότερο μάθημα που έχει να μας διδάξει, ότι ο άνθρωπος, ο καθένας από μας, μπορεί να αλλάξει. Δοκιμάζοντας ίσως τους πόνους που αισθάνεται το φίδι όταν αλλάζει το δέρμα του, μα μπορεί.         

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος       

assets_LARGE_t_420_14345545