ΤΟ ΛΗΜΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΣΩΤΙΑΣ

 Καπετάν Μιχάλης

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, «Ουζομαυσωλείον Καπετάν Μιχάλης», εκδ. Γαβριηλίδης, σελ. 59

Ο Παπαδιαμάντης στη «Δεξαμενή». Ο Καραγάτσης στο «Μπραζίλιαν», αλλά και ο Ταχτσής. Στο πατάρι του «Λουμίδη»: ο Ελύτης, ο Χατζιδάκις, ο Γκάτσος κι ο Σαχτούρης. Το ουζερί του Απότσου που έκανε τόση εντύπωση στον Σεφέρη, ο Πεντζίκης, ο Ιωάννου και ο Πετρόπουλος στα γραφεία του περιοδικού «Διαγώνιος», ο Αναγνωστάκης στο βιβλιοπωλείο «Βιβλιοθήκη», το καφέ Ντορέ για τη σύναξη των σινεφίλ… αγροφυλάκων (Αγγελόπουλος, Κανελλόπουλος, Τάσιος).

Το Ουζομαυσωλείον «Καπετάν Μιχάλης», το οινοπνευματικό ανάχωμα για τον Γουδέλη, τον Στεφανίδη, τον Αριστηνό, τον Βρόντο, τον Σταθόπουλο, τον (κατά)γραφέα Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη και κάμποσους άλλους Καππαδόκες.

Έξω από τη Φειδίου το χάος: κόσμος που πηγαίνει και δεν έρχεται, τριζάτες κόρνες που γρυλίζουν άναρθρα· η βαθιά ριζωμένη αντίφαση της ζωής. Μέσα στο λημέρι του «Καπετάν Μιχάλη», μια φορά την εβδομάδα, η καθημερινή τύρβη γίνεται συμπόσιο, τα σχήματα της πόλης μεταπλάθονται σε τερψιλαρύγγια πυροτεχνήματα.

Το αψύ ανάδεμα του τσίπουρου, η γαργαλιστική οσμή του τηγανισμένου λαδιού, η χαλαρή συνάφεια της μουσικής που παίζει σιγά για να μη διακόψει τη σκέψη. Οι κύριοι στη γαλαρία είναι καταδικασμένοι να ζήσουν, αλλά μην τους το πείτε γιατί θα αρχίσουν να φωνασκούν αγρίως, να βάζουν τον Χέγκελ να συγκρουστεί μετωπικά με τον Καστοριάδη ή να εμφανίσουν από τη μέσα τσέπη του σακακιού τους τον εξαφανισμένο Τόμας Πύντσον (α, εκεί κρυβόσουν τόσο καιρό;), ή να απαγγείλουν Χέρντερλιν  εις την γερμανικήν ή να γαργαλίσουν την καρδιά τους με έναν κυκεώνα γέλιου που δεν καταλήγει πουθενά (ω, τι θαυμαστή ελευθερία).

Δεν είναι θαμώνες, καίτοι ακολουθούν την αρχή της επαναληπτικότητας στις συναντήσεις τους. Είναι επινοημένες figuras που ζουν μια μυστική χαρά συναπαντήματος. Γι’ αυτούς ο «Καπετάν Μιχάλης» λειτουργεί ως πρόσχημα, ως ορμητήριο· δύσκολα μένουν εντός των τειχών και των τοίχων. Το μειονέκτημά τους: αδυνατούν να κινηθούν «μαριονετίστικα», τα μέλη τους κινητοποιούνται από μια σφοδρή ζέση, τα στόματά τους (όταν δεν γεμίζουν από το ευγενές τσίπουρο), εκτοξεύουν εμπρηστική ύλη πνεύματος.

Όπως θα έλεγε και ο Κέρουακ είναι «οι καλύτεροι παλιοκαιρίτες στο προσκήνιο», έτοιμοι να ποιητικοποιήσουν τα πάντα, να εκλογικεύσουν τη μεγαλύτερη φαντασιοπληξία, να  παραδοθούν στη μαγεία του πιο ευτελούς (αφού πρώτα του την προσδώσουν με χάρη).

Αίφνης ο «Καπετάν Μιχάλης» γίνεται το μόνο προσηλιακό σημείο της πόλης και άσε τους άλλους να καίγονται στο λιοπύρι.

Η idée fixe του κόσμου είναι η εξής: οι διανοούμενοι είναι κάτι περίεργοι τύποι που δεν βγαίνουν ποτέ από τα σπίτια τους, που ως άλλοι σκώληκες τρώνε σελίδες βιβλίων, που κοιμούνται πάνω από στοίβες γραπτών, που ζουν σε ανάμνηση της ζωής.   

Την ημέρα της Κρίσης οι σεπτοί θαμώνες του «Καπετάν Μιχάλη» θα έχουν να απολογηθούν μόνο για τούτο: υπήρξαν και έδρασαν σαν συνειδητοί κινητήρες.

Η προκλητική fiction του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη επιστρατεύεται στο συγκεκριμένο βιβλίο, όχι για να καταγράψει ανέκδοτες ιστορίες, ούτε για να υποσημειώσει κορδόνια ατέρμονων συνομιλιών (θα χρειαζόταν να γραφτεί ολόκληρος τόμος), αλλά για να μεταφέρει την αίσθηση ενός πνεύματος επείγοντος και θαλερού. Ή μάλλον πολλών πνευμάτων μαζί.

Λεκτικά θραύσματα, μουσικές και λογοτεχνικές αναφορές, παρορμητικές εγγραφές, ποιητικές αποχρώσεις, χρησιμοποιούνται από τον Μπαμπασάκη για να ορίσει την ιδρυματική αρχή της παρέας: πρώτα ζουν και μετά γράφουν κι αυτά που δεν γράφονται ποτέ δεν παραγράφονται.

Κάπως έτσι τα νεκρά πράγματα της ζωής αγαλλιάζουν. Κάπως έτσι τα καθημερινά ντοκουμέντα αποκτούν χαρακτήρα ζωτικού ζήλου που πλειοψηφεί. Ευτυχώς…

Διονύσης Μαρίνος 

July2013 038