ΕΠΤΑ ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΡΙΣΗΣ

Το συγγραφικό έργο της Rebecca Miller είναι σχεδόν άγνωστο στην χώρα μας  παρ’ όλο που έχουν ήδη μεταφραστεί στα ελληνικά και κυκλοφορούν τρία βιβλία της. Το πιο πρόσφατο είναι η συλλογή διηγημάτων  με τον τίτλο «Προσωπική Ταχύτητα» (μτφρ. Μάρας Μοίρα – Πατάκης, 2013) – ένα βιβλίο με επτά βασικές και σκούρες αποχρώσεις του γυναικείου ψυχισμού, όσες και οι ηρωίδες του βιβλίου.  Επτά γυναίκες, επτά διαφορετικές ιστορίες, ένα κοινό στοιχείο – η στιγμή της μεγάλης κρίσης. Το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι, που θα έλεγε κι ο Καβάφης, είναι εκείνο που καταβάλει τις γυναίκες των διηγημάτων. 

Abby-1

Η Γκρέτα είναι μία 28χρονη επιμελήτρια βιβλίων μαγειρικής γνωστή για την αυστηρότητα στην δουλειά της. Είναι παντρεμένη με τον ήπιων τόνων Λι αλλά αυτό δεν την εμποδίζει να τον απατά – και στις δύο περιπτώσεις ενεργεί για να πάει κόντρα στον πατέρα της και σε όσα εκείνος θεωρεί πως θα έπρεπε να γίνει η κόρη του. Όταν ο ανερχόμενος συγγραφέας  Θάβι Μάτολα την ζητά επίμονα για να επιμεληθεί το νέο του μυθιστόρημα, η Γκρέτα θα δεχθεί την πρόταση του. Μαζί με την επιμέλεια θα δεχθεί και τις ερωτικές διαθέσεις του. Το βιβλίο θα γνωρίσει μεγάλη επιτυχία, η δουλειά της θα αναγνωριστεί, η ίδια θα γίνει περιζήτητη και οι σχέσεις με τον πατέρα της αναθερμαίνονται – στο επίσημο πάρτυ που διοργανώνει προς τιμήν της, «Κάποια στιγμή, κατά την διάρκεια του δείπνου κάποιος έριξε μια μπηχτή για την εξαφάνιση της Γκρέτα όλα αυτά τα χρόνια και το πόσο καλά ήταν τώρα. ¨Να σας πω’ είπε ο Άβραμ, βάζοντας το χέρι του γύρω από τους ώμους της Γκρέτα. ‘Ο καθένας έχει την προσωπική του ταχύτητα’.»  Μετά από αυτή την τριπλή επιτυχία (του βιβλίου, της ίδιας ως επιμελήτριας και ως κόρης) η Γκρέτα θα παραδεχθεί πως έχει πολλά αποθέματα φιλοδοξίας για να παραμείνει στον μικρό εκδοτικό οίκο που δούλευε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Και στον γάμο της με τον Λι…

 

Η Ντέλια, η άλλοτε «τσούλα» της τάξης της, αποφασίζει στα 29 της να εγκαταλείψει τον βίαιο άντρα της παίρνοντας μαζί και τα τρία παιδιά της. Μετά την φιλοξενία της σε άσυλο για κακοποιημένες γυναίκες, επιστρέφει στην πόλη όπου μεγάλωσε και βρίσκει καταφύγιο στο γκαράζ μιας παλιάς της συμμαθήτριας την οποία είχε χρόνια να δει. Δουλεύει ως σερβιτόρα στο τοπικό εστιατόριο και η ζωή της κυλά μέσα σ’ ένα τέλμα το οποίο φαίνεται πως δεν μπορεί να αποφύγει. Ώσπου μία βόλτα στον αυτοκινητόδρομο με τον γιο της συναδέλφισσάς της την κάνει να σκεφτεί κάπως αλλιώς.

 

Η Λουίζα έγινε ζωγράφος για να εκδικηθεί την μητέρα της, μια άβουλη και συνεσταλμένη γυναίκα που έγινε κατά τύχη διάσημη καλλιτέχνιδα όταν, στο μάθημα κεραμικής στο τοπικό εργαστήριο, τα κεραμικά τασάκια της εκτιμήθηκαν ως πρωτοποριακά. Στα 30 της, η Λουίζα έχει ήδη δέκα χρόνια «περιπλάνησης» και συναισθηματικής κακοποίησης σε ανδρικά κρεβάτια προσπαθώντας να καλύψει τόσο την οργή για την μητέρα της όσο και την έλλειψη του δίδυμου αδερφού της που γεννήθηκε νεκρός. Αφήνοντας την πρώτη μεγάλη έκθεση ζωγραφικής της στα σκαριά, η Λουίζα επιστρέφει στο πατρικό της όπου θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει τόσο τον αόρατο αδερφό όσο και την προβληματική σχέση με την μητέρα της.

 

Η Τζουλιάν  στα 41 της αρχίζει να αμφιβάλλει για την εμφάνισή της και να δυσανασχετεί για την (πολύ) υποδεέστερη ποιότητα των ποιημάτων της σε σχέση μ’ εκείνα του συζύγου της,  του αναγνωρισμένου ακαδημαϊκού Τζόε. Μπροστά στην αγάπη της κόρης της για τον πατέρα της αμφισβητεί και την ίδια την υπόστασή της – θα είναι πάντα η όμορφη νοσοκόμα του καλλιεργημένου ποιητή; Πηγαίνοντας την κυρία Ντόυλ, την οικιακή βοηθό, στο σπίτι της μετά από μια ξαφνική αδιαθεσία, η Τζουλιάν θα πάψει να κατακρίνει το επερχόμενο γήρας – μέσα και πάνω της.

 

Η Μπρύνα (41) δουλεύει ως οικιακή βοηθός στο σπίτι της Τζουλιάν. Παντρεμένη με ένα γεωργό και με τα παιδιά της ήδη μεγάλα και μακριά από το σπίτι, ζει την απόλυτη ανία. Επιπλέον, υπομένει την δύστροπη πεθερά της η οποία τα τελευταία 27 χρόνια έχει κάνει κατάληψη στην μοναδική πολυθρόνα της κουζίνας επιβλέποντας τα πάντα μέσα στο σπίτι. Ο κόσμος της φαντασίας είναι εκείνος που την βοηθά να αντεπεξέλθει, όχι όμως πάντα – όπως εκείνη την φορά που η πεθερά της την αντεκδικήθηκε όταν την είδε να κάθεται στην πολυθρόνα της.

 

Η εννιάχρονη Νάνσυ, παρακολουθεί τους γονείς της να συναναστρέφονται με εγκαρδιότητα τους φίλους και γνωστούς τους και να ετοιμάζονται για πάρτυ και κοινωνικές εκδηλώσεις της υψηλής κοινωνίας της Νέας Υόρκης, ενώ η ίδια μένει πίσω με ρητές εντολές για το τί θα κάνει, πόση ώρα θα δει τηλεόραση και τι ώρα θα πάει για ύπνο.  Για να τραβήξει λίγη από την προσοχή και την φροντίδα των γονιών  της παίζει διάφορα περίεργα παιχνίδια – το πιο ακίνδυνο είναι να μετρά την ώρα που μπορεί να μείνει αθέατη στο ίδιο δωμάτιο με τον πατέρα της πριν εκείνος την ανακαλύψει. Το πιο επικίνδυνο, να παίζει με τις ζωές της φίλης της και του χάμστερ που κρατά στο δωμάτιό της. Οι γονείς της, από την άλλη, θεωρούν πως η σωστή αντιμετώπιση της μικρής με τα συμπεριφορικά προβλήματα και την παραβατική συμπεριφορά είναι η ψυχολόγος που έχουν προσλάβει ως νταντά.

 

Η Πόλα, τέλος, μετά από έναν καβγά με τον φίλο της φεύγει από το σπίτι και πηγαίνει με τις φίλες της σ’ ένα μπαρ. Εκεί γνωρίζει έναν τύπο από τη Νορβηγία. Περπατώντας αργότερα προς το σπίτι του θα αλλάξουν θέσεις και δευτερόλεπτα αργότερα ένα αυτοκίνητο θα τον χτυπήσει. Ο Νορβηγός θα πεθάνει ακαριαία και η Πόλα θα το σκάσει τρομοκρατημένη με την σκέψη πως θα μπορούσε να ήταν εκείνη στην θέση του. Στον δρόμο προς το πατρικό της, θα περιμαζέψει και θα περιποιηθεί έναν κακοποιημένο έφηβο ο οποίος άθελά του θα «εκβιάσει» την απόφαση της Πόλα για το μέλλον της σχέσης της και του παιδιού που κυοφορεί. 

Abby-2

Πως επιλέγουμε; και γιατί; Τι είναι αυτό που μας κάνει να επιλέγουμε; Κατά πόσο η κάθε επιλογή μας είναι ολόδική μας και κατά πόσο επηρεάζεται από τους άλλους, τις πρότερες εμπειρίες μας ή ακόμη και την Ιστορία; Τα ερωτήματα  που ενθουσιάζουν την Ρεμπέκα Μίλλερ είναι ωραία μα δύσκολα όπως είναι, επίσης, και η έννοια και η πράξη της διαφυγής που επίσης την απασχολούν. Ίσως επειδή οι γυναίκες καλούνται να δώσουν υπόσταση σε τούτα τα ερωτήματα πολύ συχνά και οι αποφάσεις τους επηρεάζουν τους πολλούς και σημαντικούς μικρόκοσμους που διαχειρίζονται.

 

Ακόμη ένα βιβλίο για τις γυναίκες και την σκληρή αμερικανική πραγματικότητα, θα σκεφτείτε αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι.  Σ’ αυτά τα διηγήματα, με την στρωτή δομή, το πολύ γρήγορο τέμπο και τη φειδωλή  γλώσσα, το αξιοπρόσεκτο είναι  το τέλος τους – ένα τέλος ανοικτό και ιδιαίτερα επιτυχημένο, χωρίς αυτό να σημαίνει ευτυχές. Δεν είναι. Τουλάχιστον δεν μπορείς να το δεις αμέσως. Και ναι μεν οι ηρωίδες ανταποκρίνονται στο ύψος των περιστάσεων ωστόσο κάποιες από αυτές διαψεύδουν τις ίδιες τις επιθυμίες τους – από τη μια, η Γκρέτα αποφασίζει να εγκαταλείψει τον Λι και να προχωρήσει στην επόμενη φάση της ζωής της, και η Ντέλια να ξεφύγει από την βιαιότητα και να επιστρέψει τελικά στον παλιό της εαυτό. Από την άλλη, η Λουίζα συμβιβάζεται με τις καταστάσεις κι αποδέχεται την μητέρα της και η Τζουλιάν συνεχίσει την τακτοποιημένη κι άνετη ζωή της δίπλα στον υπερήλικα Τζόε για χάρη της αγαπημένης της κόρης. Η Μπρύνα δεν αποδρά σωματικά αλλά επιλέγει να αγνοήσει επιδεικτικά την γριά πεθερά της ενώ η Πόλα επιστρέφει, τελικά, στον φίλο της με διάθεση συμφιλίωσης.  Διαφορετικοί χαρακτήρες, διαφορετικές επιλογές. Όποια όμως κι αν είναι η επιλογή των γυναικών αυτών, η Ρεμπέκα Μίλλερ δεν τις επικρίνει. Δεν τους προσδίδει ούτε ίχνος ήττας. Αντίθετα, όλες οι επιλογές αποπνέουν μια αίσθηση εσωτερικής δύναμης κι ελευθερίας – παράδοξο αυτό εν μέρει αλλά όμορφο.

 Rebecca Miller

Με γονείς διάσημους και καταξιωμένους καλλιτέχνες, τον συγγραφέα Άρθουρ Μίλλερ και την Αυστριακής καταγωγής φωτογράφο Ίνγκε Μόραθ, σύζυγο τον επίσης διάσημο και καταξιωμένο ηθοποιό Ντάνιελ Ντέι Λιούις -δεν χρειάζεται λινκ εδώ, όλες και όλοι τον γνωρίζουμε- και με καλλιτεχνικές σπουδές, η Ρεμπέκα Μίλλερ  πειραματίστηκε αρχικά με την ζωγραφική. Αργότερα, εργάστηκε ως ηθοποιός σε χολλυγουντιανές παραγωγές, και κατόπιν ασχολήθηκε   με την συγγραφή και  την σκηνοθεσία γράφοντας και μεταφέροντας στην μεγάλη οθόνη τα βιβλία της. Η τελευταία ταινία της «Οι κρυφές ζωές της κυρίας Λι» (2009) πέρασε σχεδόν απαρατήρητη – μού είχε αρέσει, θυμάμαι, η απλότητα της κινηματογραφικής αφήγησης και η «σκοτεινή»  ανατροπή της πλοκής. Πιο παλιά, (2002), η κινηματογραφική μεταφορά τριών διηγημάτων από την συλλογή, που παρεμπιπτόντως ήταν το πρωτόλειό της, το «Προσωπική ταχύτητα: Τρία Πορτραίτα»,  απέσπασε το βραβείο της Μεγάλης Κριτικής Επιτροπής του Φεστιβάλ του Sundance και την καθιέρωσε ως σκηνοθέτιδα.

 

Τόσο για την ταινία όσο και για την πεζογραφική εκδοχή τους που προηγήθηκε, οι ξένες κριτικές μιλούν με επαινετικά λόγια. Δεν έχω δει την ταινία, αλλά  στο βιβλίο μπορώ να διακρίνω πολλά θετικά στοιχεία,  αν και μ’ έβαλε σε σκέψεις για το αν η Μίλλερ πεζογραφεί ή σεναριογραφεί καθώς 3 από τα 5 βιβλία της έχουν γυριστεί άμεσα σε ταινία από την ίδια ενώ έχει γράψει και το σενάριο μίας ακόμη ταινίας, της «Angela» με την οποία έκανε το σκηνοθετικό της ντεμπούτο. Όποιος κι αν είναι ο λόγος που γράφει, τελικά, το αποτέλεσμα είναι ενδιαφέρον διότι η Μίλλερ παρατάσσει τις προτάσεις δίχως να την νοιάζουν και πολύ η σύνταξη, οι σύνδεσμοι και η σωστή μορφολογία μιας πρότασης κι αυτό δίνει ένα μοναδικό αποτέλεσμα. Μην φανταστείτε κάτι άναρχο και δυσκολονόητο αλλά κάτι έντονα προφορικό με προσεγμένο λόγο – σαν να είναι απένταντί σου και να σού διηγείται η ίδια την ιστορία.

 

Ωστόσο, δεν μπορώ να συμμεριστώ τον ενθουσιασμό των ξένων εντύπων καθώς στην παρούσα έκδοση προβάλλουν συνεχώς εμπόδια στην ανάγνωση – αν και στο πρωτότυπο το κείμενο έρρεε με φυσικότητα, εδώ αρκετές λέξεις μοιάζουν εξεζητημένες και με έκαναν ν’ αναρωτιέμαι αν ήταν πράγματι εμπνευσμένες επιλογές της συγγραφέως ή ατυχείς επιλογές απόδοσής τους από την μεταφράστρια. Επιπλέον, ο τονισμός των μονοσύλλαβων ονομάτων είναι επιλεκτικός – άλλα ονόματα ακολουθούν τον κανόνα (δηλαδή δεν τονίζονται, βλ. Γκριν, Μπρουκ) ενώ άλλα τονίζονται κατ’ επανάληψη (βλ. Ντιούν). Ορισμένες από τις επεξηγηματικές σημειώσεις, επίσης, σε αποσπούν από το κυρίως κείμενο για να σού δώσουν στοιχεία που είναι είτε περιττά (βλ. σελ. 107  όπου  παρατίθενται στα αγγλικά οι αρχικές ονομασίες χρωμάτων ζωγραφικής χωρίς αυτό να εξυπηρετεί την πλοκή ή να έχει κάποια χρησιμότητα στην πληρέστερη κατανόηση του κειμένου), είτε ελλιπή (βλ. σελ.169 όπου δίνονται πολλές γενικές πληροφορίες σχετικά με το τραγούδι που ακούει ο πατέρας της Νάνσυ, το «Το κορίτσι από την Ιπανέμα», ενώ δεν κατονομάζονται τα βασικά στοιχεία του, δηλαδή το όνομα συνθέτη και της ερμηνεύτριας). Λεπτομέρειες θα μου πείτε, αλλά…

 

Σε τούτα τα κείμενα, που θα μπορούσαν  να μάς συστήσουν μία πιθανή θηλυκή εκδοχή του Χέμινγουέι για τη σταράτη αφήγηση των περιστατικών, του Ρέιμοντ Κάρβερ για τη φυσικότητα με την οποία η Μίλλερ αφηγείται βίαια, γκροτέσκα, μίζερα περιστατικά από την αμερικανική πραγματικότητα, ή ακόμη και της Βιρτζίνιας Γουλφ για τον σφιχτό και σαν συνειρμικό λόγο της, εκείνο που σου μένει, τελικά, δεν είναι η αύρα ενός πρωτότυπου κι αυθεντικού ύφους αλλά η αίσθηση του ατελούς. 

Bookworm Sue

http://bookworm-sue.blogspot.gr/