Ο ΒΥΣΣΙΝΟΚΗΠΟΣ ΠΟΥΛΗΘΗΚΕ, XI

Απορούσε γιατί εκείνος δεν μιλάει, γιατί επιλέγει τη σιωπή, τη διακριτική παρουσία-απουσία. Απορούσε γιατί δεν αντιλαμβανόταν ότι τα λόγια κρύβουν, αλλοιώνουν, είναι μία τακτική παρενδυσίας. Τουλάχιστον έτσι, κινούμενος αυτός ανάμεσα στις παύσεις του, περιπλανώμενος εντός της σιωπής του, ήταν μπροστά της αμακιγιάριστος.

.

Οι εκκωφαντικές σιωπές των αναχωρήσεων, των αποχωρισμών, και η υπόγεια αμετροέπεια ενός «a Dio», που τα συνοδεύει. Ήταν γνώστης.

1098479_10151812938380833_1107604877_n

Κι όμως, μπορούσε να την καταλάβει. Ήταν πολύ σκληρή αυτή η δυνατότητά του, ήταν σαν να πρόδιδε τη δυστυχία ενός αγαπημένου προσώπου, αλλά, παρόλα αυτά, μπορούσε να μπει στη θέση της και να νιώσει όπως εκείνη θα ένιωθε: Το δικό της δράμα, ναι, το δικό της δράμα, αυτή την ασφυξία, το δράμα τού διλήμματος, τις ανάπηρες λύσεις, τις παλινδρομικές διευθετήσεις, τον θυμωμένο συμβιβασμό. Ήταν μια πικρή ενσυναίσθηση. Κι όμως, μπορούσε.

 971193_10151812941695833_592417594_n

Πρόσωπο, χαμόγελο, φωνή ανεπανάληπτης γλυκύτητας.

.

Ναι, ναι, πρέπει να ήταν ρυτίδα, έτσι τη λένε, εκείνη η πτυχή τής γοητείας της.

 1013198_10151812943385833_1391816733_n

Όπως το χέρι της έπεφτε στο μπράτσο τής πολυθρόνας με έναν απαλό, αδιόρατο ερωτισμό, με μια ρομαντική νωχέλεια, θυμήθηκα τον ερωτισμό των δαχτύλων εκείνης της φλαουτίστριας κάποτε στη Φλωρεντία. Κάποτε.

 550986_10151812945040833_506534289_n

Διαγραφόταν το προφίλ της μέσα από τα πεσμένα της μαλλιά καθώς έγερνε για να μιλήσει στη φίλη της. Τα χείλη, τα χείλη και η μύτη… Απλές εικόνες για να σε ακολουθούν ίσως και για μερικές εβδομάδες.

.

Αδυνατούσε να κρίνει, καλά καλά δεν έβλεπε: Ήταν φρικτά ερωτευμένος. Δικαιολογούνταν.

Δημήτρης Σαραντάρης

1011387_10151812946040833_527766533_n