ΧΟΥΑΝ ΡΟΥΛΦΟ, «ΠΕΔΡΟ ΠΑΡΑΜΟ» – ΜΙΑ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

690351

Για κάποιον ιδιαίτερο λόγο οι Λατινοαμερικανοί είναι ιδιαίτερα συμφιλιωμένοι με τον θάνατο. Όχι πως τον αποδέχονται μοιρολατρικά, ούτε πως διακατέχονται από μια ευχή θανάτου, αλλά τον έχουν βγάλει από το περιθώριο, από την σκοτεινιά πέραν της ύπαρξης, και τον έχουν φέρει στο φως. Εκεί που ο ευρωπαϊκός πολιτισμός έχει κάνει έξωση στον θάνατο, ο λατινοαμερικάνικος τον τοποθετεί στο ίδιο χωροχρονικό συνεχές με αυτό της ζωής. Και τον γιορτάζει την Ημέρα των Νεκρών και στη θρησκεία της Σάντα Μουέρτε. Οι Λατινοαμερικανοί δεν τιμούνε τους νεκρούς, όπως συμβαίνει  στις αντίστοιχες ευρωπαϊκές παραδόσεις (βλ. ημέρα των Αγίων Πάντων των Καθολικών), αλλά ζούνε με αυτούς. Το τέλος, η Κόλαση, ο Παράδεισος, ο νεκρός και ο ζωντανός συνυπάρχουν όλα μαζί στη χωροχρονική σούπα του άναρχου και ατελείωτου τώρα. Ο Ευρωπαίος νίκησε τον θάνατο και τον πέταξε εκτός της ζωής. Ο Λατινοαμερικανός συμβιβάστηκε μαζί του και τον άφησε να «μολύνει» και να αποδομεί τη θετικότητα και γραμμικότητα της ζωής, σαν μια βελονιά που διαπερνά κάθε στιγμή του χρόνου και κάθε σημείο του τόπου.

Ο Πέδρο Πάραμο[1] του Χουάν Ρούλφο, το σημαντικότερο ίσως μυθιστόρημα της μεξικανικής λογοτεχνίας συμπυκνώνει ακριβώς την κοινή πορεία ζωής και θανάτου, με τέτοιον τρόπο που μόνο μια λατινοαμερικανική πένα θα μπορούσε να αποδώσει. Η υπόσχεση του πρωταγωνιστή Χουάν Πρεσιάδο στη νεκρή του μάνα να γυρίσει στο χωριό της νιότης της (Κομάλα) ώστε να βρει τον πατέρα του Πέδρο Πάραμο, τον πιο πλούσιο άντρα της περιοχής, μετατρέπεται σε μια Τηλεμάχεια όπως περιγράφεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Όταν φτάνει στην Κομάλα, ανακαλύπτει πως η αναλογία νεκρών και ζωντανών είναι δυσανάλογη. Την κατοικούν οι ψυχές των νεκρών, με σποραδικές εμφανίσεις ελάχιστων ζωντανών.

 laobra-bibliofilia2-pedroParamo9

Κόλαση είναι το Ασυνείδητο

Στη συνέντευξη του Ρούλφο που φιλοξενείται στο τέλος της εξαιρετικής έκδοσης του Πέδρο Πάραμο, ο ίδιος δηλώνει «Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα του οποίου κεντρικός ήρωας είναι το χωριό… οι νεκροί δεν έχουν χώρο και χρόνο. Δεν κινούνται ούτε μέσα στον χρόνο, ούτε μέσα στον χώρο». Όντως οι νεκροί εμφανίζονται και εξαφανίζονται όποτε το επιθυμούν. Η ιδιαίτερη δομή του βιβλίου και οι εξαιρετικές αφηγηματικές δυνατότητες του Ρούλφο δεν επιτρέπουν τη διολίσθηση της ιστορίας σε ένα «φτηνό» κυνήγι φαντασμάτων. Οι ψυχές αλληλεπιδρούν με τον Χουάν Πρεσιάδο, και μαθαίνουμε την ιστορία τους και τη σχέση τους με τον τοπικό τύραννο Πέδρο Πάραμο μέσα από την πολυφωνική αφήγηση. Όμως τα πρόσωπα δεν έχουν καμία σημασία, εν τέλει. Είπαμε, κεντρικός ήρωας είναι το χωριό.

Το όνομα του χωριού –Κομάλα– σημαίνει το πήλινο σκεύος το οποίο τοποθετείται στα αναμμένα κάρβουνα για να ζεσταθούν οι τορτίγιες. Σαν να λέμε το καζάνι της Κόλασης. Ο συμβολισμός είναι εμφανής, πόσο δε όταν οι μόνες ψυχές που συνεχίζουν να κατοικούν σε αυτόν το καταραμένο τόπο, είναι αυτές των αμαρτωλών. Αυτή η Κόλαση όμως θυμίζει έντονα το Ασυνείδητο. Στην ιστορία της λογοτεχνίας πολλοί προσπάθησαν να πλησιάσουν το περιλάλητο Ασυνείδητο. Είτε με ανόητους τρόπους, όπως η αυτόματη γραφή και οι ελεύθεροι συνειρμοί, είτε με την καταγραφή των ονείρων ως αφηγηματικό πυρήνα, είτε γράφοντας για το μυαλό ενός παρανοϊκού. Όμως μόνο στον Πέδρο Πάραμο βρίσκουμε την πιο πειστική περιγραφή του.

Το Ασυνείδητο δεν γνωρίζει από χρόνο, δεν γνωρίζει από τόπο. Κατοικείται από διάσπαρτα ανήξερα σημαίνοντα. Είναι ένας έρημος τόπος γεμάτος από σύμβολα, το σώμα των οποίων είναι βυθισμένο σε μια κατάμαυρη άβυσσο. Μερικές φορές το κουφάρι τους ξεβράζεται στην ακτή της συνείδησής μας, αλλά η άμπωτη τα γυρνάει πάλι πίσω. Σαν τα φαντάσματα της Κομάλα, εμφανίζονται για λίγο και μετά εξαφανίζονται σαν να είναι τα σημαίνοντα του Ασυνειδήτου του χωριού. Το  Ασυνείδητο δεν γνωρίζει τον θάνατο ούτε τι σημαίνει νεκρός. Τα σημαίνοντα που κατοικούν σε αυτό δεν πεθαίνουν ποτέ – γι΄αυτό και στα όνειρά μας οι νεκροί εμφανίζονται ως ζωντανοί. Στην Κομάλα, στο χαρτογραφημένο αυτό Ασυνείδητο, ζωή και θάνατος συμπορεύονται στην ίδια άχρονη διάσταση. Τα φαντάσματα στον Πέδρο Πάραμο εμφανίζονται με δυο τρόπους. Άλλοτε ως ξεστρατισμένες ψυχές που συνδιαλέγονται με τον Χουάν Πρεσιάδο και άλλοτε ως αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο, σαν το μουρμουρητό ενός νεκρού μέσα στον τάφο του, τις άπειρες ώρες που αναμένει μέχρι να λιώσουν τα κόκαλά του. Αυτές οι αφηγήσεις αν και μιλάνε για το παρελθόν δεν έρχονται από εκεί, αλλά συμβαίνουν σε έναν παράλληλο χρόνο με αυτόν που εξελίσσεται η ιστορία του Χουάν Πρεσιάδο. Όλα συμβαίνουν τώρα, γιατί ο μόνος χρόνος που υπάρχει είναι αυτός της αφήγησης. Τα πρόσωπα αυτά έχουν φωνή και ας είναι νεκροί στον φυσικό κόσμο, γιατί ο θάνατος δεν αγγίζει τα σύμβολα. Γιατί αυτά τα σύμβολα σκέφτονται αλλά δεν υπάρχουν – χρησιμοποιώντας με διαστροφικό τρόπο την γνωστή καρτεσιανή ρήση.

foto-pedro-paramo-nota-cine

Νέκυια

Το ταξίδι του Χουάν Πρεσιάδο έχει χαρακτηριστεί σαν μια σύγχρονη Τηλεμάχεια, ενώ ο ίδιος φέρει και αρκετές ομοιότητες με τον θρυλικό Κουρτζ του Κόνραντ, στην Καρδιά του Σκότους. Ένας τοπικός δεσπότης, ικανός και ταυτόχρονα βίαιος και εκδικητικός, που αφήνει στο τέλος την Κομάλα να πεθάνει παρατώντας τα κτήματά του, που είναι πηγή ζωής για το χωριό. Είναι το ίδιο ταξίδι που επιχειρείται τόσο στην Καρδιά του Σκότους όσο και στον Πέδρο Πάραμο, όμως η αναζήτηση του Κουρτζ –δομικά– είναι πιο κοντά στην Τηλεμάχεια.

«Να απαιτήσεις μόνο ό,τι μας ανήκει», λέει η μάνα του Χουάν Πρεσιάδο καθώς τον στέλνει να βρει τον Πάραμο. Τι είναι αυτό που τους ανήκει όμως; Η χέρσα πατρική περιουσία; Η αγάπη; Η αναγνώριση; Το ταξίδι του Χουάν δεν είναι σαν το ταξίδι του Τηλέμαχου να βρει τον Οδυσσέα, αλλά το ταξίδι του ιδίου να βρει την Ιθάκη του. Θυμηθείτε τα λόγια του Ρούλφο «…πρωταγωνιστής είναι το χωριό». Ο Πέδρο Πάραμο, λοιπόν, μοιάζει μάλλον περισσότερο σε ένα άλλο κομμάτι της Οδύσσειας, την περίφημη Νέκυια, το ταξίδι του Οδυσσέα στον Άδη. Ο Χουάν Πρεσιάδο προσέρχεται στην άδικη Κομάλα, «ένα χωριό που μυρίζει σαν χυμένο μέλι» –μέλι και ρόδια, σύμβολα του Άδη– με την ελπίδα να ανακαλύψει τον δρόμο για τη σκοτεινή και απροσδιόριστη Ιθάκη του, να βρει τον δρόμο για την επιθυμία του. Σκοπός του Χουάν δεν είναι ο ίδιος ο Πέδρο Πάραμο, αλλά αυτό που θα απαιτήσει από εκείνον, ό,τι και να είναι.

428356889_938a19c918

Μουρμουρητά

Σουσάνα Σαν Χουάν λέγεται η γυναίκα με την οποία είναι αθεράπευτα ερωτευμένος ο Πέδρο Πάραμο. Κατά διαβολική σύμπτωση Χουάν λέγεται και ο γιος του, Χουάν Πρεσιάδο. Αυτός που είναι πολύτιμος, στα ισπανικά. Από την  άλλη πλευρά, τον Πέδρο Πάραμο δολοφονεί ένας άλλος γιος του, ετεροθαλής αδελφός του Χουάν. Και εδώ, βέβαια, υφίσταται μια διπλή μεταφορά: από τη μια, ο αδελφός του Χουάν ικανοποιεί τον διαβόητο πια στην ψυχανάλυση φόνο του πατέρα, ενώ από την άλλη, το πιο πολύτιμο πράγμα στη ζωή του Πέδρο Πάραμο φέρει κι αυτό το όνομα Χουάν. Ίσως τελικά αυτές να είναι οι δύο μύχιες επιθυμίες του Πρεσιάδο: να δολοφονήσει τον πατέρα του και ταυτόχρονα να είναι το πιο πολύτιμο πράγμα γι΄αυτόν. Η πλοκή και η αφήγηση της ιστορίας φαίνεται εξυπηρετούν άριστα τις καλυμμένες επιθυμίες του.

Ο ίδιος ο Χουάν, βέβαια, πεθαίνει τελικά, με τη σειρά του, από τα μουρμουρητά των ίδιων των νεκρών, που βρίσκονται και ακούγονται παντού μέσα στο ερειπωμένο χωριό. Μουρμουρητά και παραισθήσεις που κατακλύζουνε τον νου του, και φυσικά η συνομιλία του Χουάν με μια άλλη νεκρή ενώ μοιράζονται τον ίδιο τάφο. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος πως ο Χουάν Πρεσιάδο είναι σχιζοφρενής.

Ίσως ο Πέδρο Πάραμο να είναι μια Τηλεμάχεια ή μια αναλογία του μύθου του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Μπορεί να είναι ένα συμβολικό ή έστω φιλοσοφικό μυθιστόρημα. Το σίγουρο είναι πως πέρα από τις διάφορες αναγνώσεις, ο Πέδρο Πάραμο είναι έργο τομή για τη σύγχρονη πεζογραφία, που θέτει τις βάσεις για ό,τι ακολούθησε έπειτα στη λατινοαμερικανική λογοτεχνία.

Ηλίας Μπιστολάς

27961028

[1] Χουάν Ρούλφο (μτφ. Έφη Γιαννοπούλου), Πέδρο Πάραμο, Πατάκης: Αθήνα, 2005