ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΩΝ

Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ

Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ

Καρδιά από φλόγα, μυαλό από πάγο. Έφυγαν από τη Ρωσία μετά τη μεγάλη οκτωβριανή επανάσταση για να καταφύγουν αρχικά στο Βερολίνο και, στη συνέχεια, στο Παρίσι. Όχι για πολύ ωστόσο· τρία χρόνια αργότερα το ζεύγος Β&Β Ναμπόκοφ μαζί με τον γιο τους Ντμίτρι θα μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά από έναν δύσκολο χρόνο εκεί, χωρίς λεφτά, χωρίς δουλειά και χωρίς θετικές προοπτικές, ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ θα βρεθεί στο Ρίτζφιλντ του Κονέκτικατ, προκειμένου να κουβεντιάσει για μια θεατρική διασκευή του Δον Κιχώτη που είχε προτείνει στο Θέατρο Τσέχοφ της πόλης. Θα του προσφέρουν μια μόνιμη έμμισθη θέση, την οποία όμως ο ιδιοφυής συγγραφέας και παθιασμένος λεπιδοπτερολόγος θα απορρίψει – για ν’ ανακαλύψει το ίδιο βράδυ πως δεν έχει χρήματα για την επιστροφή του στη Νέα Υόρκη και να περάσει έτσι τη νύχτα του, όπως-όπως, στους κοιτώνες των ηθοποιών. Δυο-τρεις μέρες αργότερα θα γράψει στη Βέρα, για να της εξηγήσει τους λόγους που τον οδήγησαν στην απόρριψη της δουλειάς: «Στ’ αλήθεια, είναι ωραία εδώ, αλλά βάζουν χημικά σε όλα τα δέντρα και μάλλον δεν θα έχει πολλές πεταλούδες».

Λουίς Μπουνιουέλ

Λουίς Μπουνιουέλ

Γη χωρίς ψωμί, άνθρωποι με συνέπεια. Στη Σαραγόσα ο Ισπανός κινηματογραφιστής Λουίς Μπουνιουέλ μιλάει στους φίλους του Σάντσεθ Βεντούρα και Ραμόν Ασίν για τη φιλοδοξία του να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ που να αναφέρεται στην εγκαταλελειμμένη ορεινή περιοχή Λας Χούρδες. Ο Ραμόν Ασίν, γνωστός αναρχικός, ακούει προσεκτικά και με ενδιαφέρον· αίφνης, μεταξύ φαγητού και ποτού, γυρίζει και λέει στον Μπουνιουέλ πως, αν κερδίσει στο λαχείο τον πρώτο αριθμό, θα του δώσει εκείνος τα λεφτά για την ταινία. Δυο μήνες αργότερα κέρδισε πράγματι ένα σεβαστό ποσό στο λαχείο και, τηρώντας χωρίς δεύτερη σκέψη τη λησμονημένη από τους υπόλοιπους υπόσχεσή του, έδωσε στον μεγάλο Ισπανό σκηνοθέτη τα χρήματα με τα οποία εκείνος γύρισε την ταινία του Γη χωρίς ψωμί.

Άσγκερ Γιορν

Άσγκερ Γιορν

Στο διάολο εσύ και τα λεφτά σου. «Στο διάολο εσύ και τα λεφτά σου μπάσταρδε. ΣΤΟΠ. Αρνούμαι το βραβείο. ΣΤΟΠ. Δεν το ζήτησα ποτέ. ΣΤΟΠ. Με ποταπότητα ανακατεύεις τον καλλιτέχνη, παρά τη θέλησή του, με τη διαφήμισή σου. ΣΤΟΠ. Απαιτώ δημόσια διαβεβαίωση ότι δεν έχω συμμετάσχει στο γελοίο παιχνίδι σου». Το οργισμένο τηλεγράφημα ανήκει στον απόλυτο και άτεγκτο Δανό εικαστικό καλλιτέχνη και θεωρητικό Άσγκερ Γιορν και απευθύνεται στον Χάρι Γκούγκενχαϊμ. Με αυτό ο Γιορν αρνείται στις 15 Ιανουαρίου του 1964 το βραβείο του Μουσείου Γκούγκενχαϊμ που του είχε προσφερθεί. Όπως είχε ήδη αρνηθεί το βραβείο Eckersberg, τη σημαντικότερη διάκριση που δίνεται σε Δανούς καλλιτέχνες, καθώς και τη συμμετοχή του στην Μπιενάλε της Βιέννης το 1962. «Η πειραματική ελευθερία στην εφεύρεση και η αποδοχή “άχρηστων” χειρονομιών που δεν είναι απόλυτα αναγκαίες για τη συντήρηση και την προάσπιση της ζωής είναι η πολυτιμότερη πολυτέλεια του ανθρώπου», έγραφε ο ίδιος λίγα χρόνια νωρίτερα.

Σάμιουελ Μπέκετ

Σάμιουελ Μπέκετ

Ο έχων έναν χιτώνα. Μια βαθιά ριζωμένη στην προσωπικότητά του γενναιοδωρία, συνδυασμένη με την αδυναμία του ν’ αρνηθεί την προσφορά βοήθειας, όταν αντιλαμβανόταν ότι κάποιος είχε ανάγκη, ωθούσε τον Σάμουελ Μπέκετ να σκορπάει σχεδόν αλόγιστα τα χρήματά του, ακόμη κι αν ο ίδιος βρισκόταν σε εξίσου δυσχερή θέση με τον ευεργετούμενο. Έτσι στις αρχές του 1955 συνεισέφερε ένα σεβαστό ποσό, προκειμένου να αποκτήσει ο Bram van Velde ένα απλόχωρο και φωτεινό ατελιέ στο Παρίσι, γεγονός που έφερε τον ίδιο τον Μπέκετ σε δεινή οικονομική κατάσταση. Όσο για τα χρήματα του βραβείου Νόμπελ (1969) πολύ γρήγορα εξανεμίστηκαν σε δωρεές προς διάφορα ιδρύματα και ανώνυμες προσφορές προς δεκάδες συγγραφείς, σκηνοθέτες και ζωγράφους. Εξίσου θαυμαστή και χαρακτηριστική του ανθρώπου είναι η ιστορία που συνέβη σε κάποιο μπαρ στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50, όταν κάποιος αλήτης πλησίασε τον Μπέκετ, που έπινε μόνος στον πάγκο, δύο η ώρα τη νύχτα, και θαύμασε το σακάκι που φορούσε. Ο Μπέκετ έβγαλε αμέσως το σακάκι του και, χωρίς καν ν’ αδειάσει τις τσέπες, το χάρισε στον άγνωστο αλήτη.

Τσε Γκεβάρα

Τσε Γκεβάρα

Κοντοτιέρος του εικοστού αιώνα. Πρώτη Απριλίου του 1965, ο Ερνέστο Che Γκεβάρα παραιτείται από το αξίωμα τού Υπουργού Βιομηχανίας της Κούβας, παραιτείται από τον στρατιωτικό βαθμό του Κομαντάντε, παραιτείται από τη θέση του στην Καθοδήγηση του Κόμματος, παραιτείται ακόμη και από την ιδιότητα τού Κουβανού πολίτη και, με δεκατρείς άλλους Κουβανούς εθελοντές (που θα φτάσουν τελικά τους εκατό περίπου), εγκαταλείπει την Αβάνα με προορισμό το Κονγκό και με πρόθεση τη δημιουργία ενός αντάρτικου στρατού σε αφρικανικό έδαφος. «Νιώθω και πάλι κάτω απ’ τα πόδια μου τα πλευρά της Ροσινάνδης», θα γράψει στους γονείς του, «ξαναπαίρνω τους δρόμους, με την ασπίδα μου στο χέρι». Όπως είχε κάνει και εννέα χρόνια νωρίτερα, τότε που είχε ξεκινήσει από τις Ηνωμένες Πολιτείες, μαζί με άλλους ογδόντα άνδρες υπό τις διαταγές του Φιντέλ Κάστρο, για την απελευθέρωση της Κούβας από τον δικτάτορα Μπατίστα και όπως έναν χρόνο αργότερα, τον Νοέμβριο του 1966, θα ξεκινούσε, για τη Βολιβία αυτή τη φορά, όπου με καμιά πενηνταριά συμπολεμιστές θέτει ως αρχικό στόχο του τη δημιουργία ενός επαναστατικού μετώπου εκεί και ως τελικό σκοπό την απελευθέρωση ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής, μιας ηπείρου με περισσότερους από τριακόσια εκατομμύρια κατοίκους. «Να θυμάστε πού και πού αυτόν τον ασήμαντο κοντοτιέρο του εικοστού αιώνα», θα γράψει στους γονείς του αποχαιρετώντας τους.

Ερρίκο Μαλατέστα

Ερρίκο Μαλατέστα

Η Κοινωνική Επανάσταση στην Ιταλία. «Αηδιασμένοι, μπουχτισμένοι, μπερδεμένοι, σχεδόν πισθάγκωνα δεμένοι, από τα ψέματα και τις πλάνες της φοβερής ετούτης εποχής» (κατά τη γνωστή διατύπωση του Ανδρέα Εμπειρίκου), κάποια Κυριακή Απριλίου του 1881, ο Ερρίκο Μαλατέστα, ο Κάρλο Καφιέρο και περίπου είκοσι πέντε ακόμη σύντροφοί τους αναρχικοί εισέρχονται στο ορεινό χωριό της Ιταλίας Λεντίνο και, συναινούντων των κατοίκων του χωριού τού παπά συμπεριλαμβανομένου, κηρύσσουν στη χώρα την “Κοινωνική Επανάσταση”. Διακηρύσσουν από εκεί που βρίσκονται την καθαίρεση του βασιλιά Βίκτορα Εμμανουήλ, ο οποίος είναι αμφίβολο αν πληροφορήθηκε ποτέ την πτώση από το αξίωμά του, ρίχνουν στη φωτιά όλα τα αρχεία της κοινότητας (συμβόλαια ιδιοκτησίας, καταγραφές χρεών και φόρων) και βαδίζουν προς το επόμενο χωριό, το Γκάλλο, ακολουθώντας περίπου την ίδια διαδικασία, με την πρόθεση να διατρέξουν ολόκληρη την επικράτεια προπαγανδίζοντας με τη δράση τις αναρχικές τους ιδέες. Δύο μέρες αργότερα συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στη φυλακή.

Μίλτος Σαχτούρης

Μίλτος Σαχτούρης

Πλάτωνας από την ανάποδη. Αθήνα, οδός Καλύμνου. Ο Μίλτος Σαχτούρης, νεαρός, παραμονές των πτυχιακών του εξετάσεων στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ρίχνει στην αναμμένη σόμπα του σπιτιού του όλα τα πανεπιστημιακά του συγγράμματα και τις σημειώσεις του αποκηρύσσοντας με αυτή του τη χειρονομία κάθε επαγγελματική σταδιοδρομία και εμπιστευόμενος στο εξής την ύπαρξή του μόνο στην ποίηση («κατάρα με τις εφτά σκιές», θα αναφωνήσει πολύ αργότερα, «πάντα θα γράφω ποιήματα»). Ο Πλάτων, δύο χιλιάδες πεντακόσια χρόνια νωρίτερα, παίρνει μια ανάλογη απόφαση, πράττοντας όμως ακριβώς το αντίθετο: καίει άπαντα τα χειρόγραφα των τραγικών του ποιημάτων, προκειμένου να αφοσιωθεί έκτοτε στην αυστηρή επιστήμη.

Γκέοργκ Λούκατς

Γκέοργκ Λούκατς

Ο καθείς και τα όπλα του. Κατά τη διάρκεια της ουγγρικής επανάστασης του 1956, οπότε ένα σωρό επαναστατικές ψευδαισθήσεις διαλύθηκαν αφήνοντας πίσω τους έναν πικρό απελευθερωτικό λυγμό, ο Ούγγρος φιλόσοφος Γκέοργκ Λούκατς, σε προχωρημένη πλέον ηλικία, βρέθηκε αντιμέτωπος με ένοπλο άνδρα των σοβιετικών δυνάμεων καταστολής, ο οποίος τον διέταξε αυστηρά να παραδώσει αμέσως τα όπλα του. Δίχως να χάσει την ψυχραιμία του ο Λούκατς βάζει αργά το χέρι στην τσέπη και βγάζει από εκεί το στυλό του, το οποίο και παραδίδει στον σοβιετικό αξιωματικό.

Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν

Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν

Το χρέος της μεγαλοφυΐας. Με τη λήξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου η οικογένεια τού Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν, από τις πλουσιότερες οικογένειες όχι μόνοι της Αυστρίας αλλά ολόκληρης της Ευρώπης εκείνη την εποχή, με έκπληξη και ανησυχία πληροφορείται και παρακολουθεί τις ενέργειες στις οποίες προβαίνει ο νεαρός Λούντβιχ (μετά από τέσσερα χρόνια μάχιμης υπηρεσίας στον στρατό της πατρίδας του και έναν χρόνο φυλάκισης στην Ιταλία) προκειμένου να διασφαλίσει ότι δεν θα του ανήκει πια με καμία μορφή η τεράστια περιουσία του. Αφού λοιπόν αποκλειστεί κάθε ενδεχόμενο επιστροφής της περιουσίας στα χέρια του, γράφεται στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Βιέννης, με την πρόθεση να πάρει πτυχίο για να εργαστεί ως δάσκαλος (όπως και έγινε, λίγο αργότερα), μετακομίζει, από το πατρικό μέγαρο όπου διέμενε ως τότε σε μία φτηνή πανσιόν, και αρχίζει να εργάζεται ως κηπουρός σε ένα μοναστήρι λίγο έξω από τη Βιέννη. «Από δω που είμαστε πρέπει να πάμε εκεί όπου είναι η Απόφαση», έλεγε ο ίδιος.

Λουίς Μπουνιουέλ

Λουίς Μπουνιουέλ

Πίστη στο έθνος. Διαπλέοντας ο Λουίς Μπουνιουέλ τον Ατλαντικό ωκεανό, με προορισμό την Ευρώπη του Μεσοπολέμου, βρίσκεται προσκεκλημένος στη γιορτή που δίνεται για τα γενέθλια του κυβερνήτη του υπερωκεανίου. Όταν η ορχήστρα αρχίζει, μετά τα καθιερωμένα “Να ζήσεις, καπετάνιο…”, να παιανίζει τον αμερικανικό εθνικό ύμνο, οι παριστάμενοι σηκώνονται όρθιοι αποδίδοντας τον οφειλόμενο προς το μεγάλο έθνος σεβασμό. Όχι όλοι ωστόσο: ο Ισπανός υπερρεαλιστής σκηνοθέτης παρέμεινε καθισμένος στη θέση του. Την ώρα μάλιστα που, όπως προβλέπει το πρωτόκολλο, ακούστηκε και η Μασσαλιώτιδα, ανέβασε τα δυο του πόδια επάνω στο τραπέζι. Ένας αγγλόφωνος νεαρός που του επισήμανε πως η συμπεριφορά του αυτή είναι αισχρή και ανάρμοστη, έλαβε από τον Μπουνιουέλ την απάντηση πως αισχρότεροι όλων είναι οι εθνικοί ύμνοι. Ακολούθησε η αναμενόμενη ανταλλαγή ύβρεων και επιχειρημάτων μεταξύ των δύο, προτού ο νεαρός εγκαταλείψει την αίθουσα – για να επιστρέψει όμως λίγη ώρα αργότερα και να ζητήσει συγγνώμη και συμφιλίωση από τον Μπουνιουέλ, ο οποίος αδιάλλακτος του χτύπησε με δύναμη το χέρι.

Άρης Αλεξάνδρου

Άρης Αλεξάνδρου

Υποταγή στο κόμμα. 2 Νοεμβρίου του 1953, Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών. Ο Άρης Αλεξάνδρου δικάζεται με την κατηγορία της ανυποταξίας σε καιρό επιστράτευσης και δίχως καθόλου να διστάσει απαντάει στην ερώτηση του οργισμένου βασιλικού επιτρόπου αν είναι κομμουνιστής ή όχι, μονολεκτικά και υπερήφανα, Είμαι, με αναμενόμενο αποτέλεσμα να καταδικαστεί σε δεκαετή κάθειρξη. Φτάνοντας στις Φυλακές Αβέρωφ οι κομμουνιστές συγκρατούμενοί του τον υποδέχονται ως ηρωικό και ασυμβίβαστο σύντροφό τους, ο ίδιος όμως σπεύδει να δηλώσει πως δεν είναι κομμουνιστής, αλλά έκανε εκείνη τη δήλωση μόνο και μόνο επειδή τον ρωτούσε ένας αντικομμουνιστής. Αναμενόμενο, κι αυτή τη φορά, αποτέλεσμα να απομονωθεί και να αντιμετωπίζεται εχθρικά απ’ όλους και, βέβαια, η κατηγορία του χαφιεδισμού να πλανιέται στο εξής από πάνω του.

Νηλ Κάσσαντι

Νηλ Κάσσαντι

Σεβασμός στην ιδιοκτησία. «Είχε κλέψει αυτοκίνητα μόνο και μόνο για τη χαρά της οδήγησης». Με αυτές τις έντεκα όλες κι όλες λέξεις, και εντελώς παρενθετικά, αναφέρεται ο Κέρουακ σε μια από εκείνες τις θαυμαστές χειρονομίες του φίλου του Νηλ Κάσσαντι, που τον έκαναν να γίνει θρύλος (και πρότυπο) για μια ολόκληρη γενιά νέων Αμερικανών και για πολλές γενιές ακόμη σε όλο τον κόσμο. Ολόκληρη η αλήθεια είναι ότι ο Νηλ ξεκινώντας από δεκατεσσάρων χρονών, το 1940, είχε κλέψει σε διάστημα τεσσάρων χρόνων τουλάχιστον 500 αυτοκίνητα και είχε συλληφθεί από την αστυνομία του Ντένβερ μόνο τρεις φορές (για να οδηγηθεί κάθε φορά στο αναμορφωτήριο). Η μέθοδός του και η πρόθεσή του ήταν να βουτάει όποιο αυτοκίνητο κατάφερνε να βάλει μπρος, να κάνει με αυτό μακρινές βόλτες στα γύρω βουνά, για τη χαρά της οδήγησης μόνο και μόνο και την απελευθερωτική αίσθηση της φυγής, και, στη συνέχεια, να το εγκαταλείπει για να το βρει ο ιδιοκτήτης του. «Ο Νηλ πρέπει να βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση», έγραψε γι’ αυτόν ο Μπάροουζ. Έτσι ακριβώς.

Χένρι Ντέιβιντ Θορώ

Χένρι Ντέιβιντ Θορώ

Πολιτική ανυπακοή. Την τετάρτη Ιουλίου (Ημέρα της Ανεξαρτησίας) του 1845 ο Χένρι Ντέιβιντ Θορώ εγκαθίσταται σε μια καλύβα στις όχθες της λίμνης Ουόλντεν, στην οποία θα ζήσει μόνος για δύο ολόκληρα χρόνια καλλιεργώντας τον κήπο του και αφιερώνοντας τον υπόλοιπο χρόνο του στους μακρινούς περιπάτους, στη συγγραφή και στην ανάγνωση βιβλίων και στον στοχασμό. Τον άλλο χρόνο όμως, το 1846, οι ΗΠΑ θα κηρύξουν τον πόλεμο στο Μεξικό, έναν πόλεμο αποτέλεσμα του οποίου θα είναι, σύμφωνα με τον Θορώ, η ακόμη μεγαλύτερη εξάπλωση της δουλείας. Προκειμένου, λοιπόν, να αντιδράσει, όχι μόνο με τον καταγγελτικό του λόγο αλλά και με τη δράση του, σε μια κυβέρνηση που διατηρεί σκλάβους, αρνείται να πληρώσει τους φόρους που θα χρηματοδοτούσαν αυτόν τον πόλεμο. Συνέπεια της άρνησής του αυτής ήταν ο εγκλεισμός του στη φυλακή (για μια νύχτα μόνο, τελικά). Στην ερώτηση «Χένρι, γιατί είσαι εδώ;» που του απηύθυνε στο κελί του ο φίλος και δάσκαλός του Ραλφ Ουόλντο Έμερσον, ο Θορώ απάντησε «Ουόλντο, εσύ γιατί δεν είσαι εδώ;». Για να διευκρινίσει ο ίδιος λίγο αργότερα: «Σε ένα καθεστώς που φυλακίζει αδίκως, η θέση του δίκαιου ανθρώπου είναι επίσης στη φυλακή».

Ούγκο Φόσκολο

Ούγκο Φόσκολο

10 χρονών. Όταν ακόμα ζούσε στη γενέθλια Ζάκυνθο και το όνομά του ήταν Niccolò, ο Ιταλός αργότερα ποιητής Ugo Foscolo σχηματίζει και ηγείται μιας ομάδας η οποία θα επιτεθεί σε μια από τις Πύλες που χωρίζουν το εβραϊκό γκέτο από την υπόλοιπη πόλη και με ένα βαρύ τσεκούρι στο χέρι προσπαθεί να την γκρεμίσει. Συλλαμβάνεται αμέσως από την αστυνομία της πόλης. «Δεν είναι σωστό να είναι φυλακισμένοι μ’ αυτόν τον τρόπο οι Εβραίοι», θα διαμαρτυρηθεί. Ήταν δέκα χρονών. Πολλά χρόνια αργότερα και χωρίς να έχει αλλάξει μυαλά θα γράψει τον στίχο «αντίμαχος στον κόσμο εγώ, αντίμαχα τα πράματα σ’ εμένα».

Άρης Αλεξάνδρου

Άρης Αλεξάνδρου

Τα μέτρα και τα σταθμά. Το 1974 ο Άρης Αλεξάνδρου ζούσε ήδη αυτοεξόριστος στο Παρίσι (απ’ όπου δεν επρόκειτο να επιστρέψει ποτέ) και, παρόλο που μόλις δυο χρόνια νωρίτερα είχε κυκλοφορήσει την πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των τριών ποιητικών συλλογών του, λίγοι υπολόγιζαν ακόμα την παρουσία του στα ελληνικά γράμματα. Ο παλιός του φίλος, ωστόσο, Χρήστος Θεοδωρόπουλος σε κριτικό του σημείωμα, το οποίο απέστειλε στον ποιητή πριν τη δημοσίευσή του, τοποθετούσε τον Αλεξάνδρου στην «κορυφή της πυραμίδας των μεταπολεμικών ποιητών». Ο πάντοτε ακέραιος Άρης Αλεξάνδρου απάντησε αμέσως στον φίλο του με τόση οργή και σφοδρότητα, που εκείνος δεν τόλμησε να δημοσιεύσει ποτέ την εγκωμιαστική του κριτική: «Με τι μέτρα τους μέτρησες όλους, με ποιο αρχιτεκτονικό σχέδιο έχτισες την πυραμίδα;»

Τζοακίνο Ροσίνι

Τζοακίνο Ροσίνι

Ροσίνι. Υπήρξε ο διασημότερος συνθέτης όπερας όχι μόνο στην Ιταλία αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη – και παραμένει σχεδόν το ίδιο διάσημος και σήμερα. Ως τα τριάντα έξι του χρόνια είχε γράψει τον Γουλιέλμο Τέλλο, τη Σταχτοπούτα, το Μια Ιταλίδα στο Αλγέρι, τον Κουρέα της Σεβίλλης (μέσα σε δεκατρείς μόνο μέρες), τον Οθέλλο, την Κλέφτρα κίσσα, δεκάδες ακόμη όπερες και εκατοντάδες μουσικά έργα. Και τότε ξαφνικά, στο αποκορύφωμα της δόξας του, ο Τζοακίνο Ροσίνι σταμάτησε να συνθέτει! Δεν είχε παιδιά για να τους κληροδοτήσει την περιουσία του, καθώς έλεγε, δεν χρειαζόταν να δουλέψει άλλο· και ο σκεπτικισμός του καθώς και η ραθυμία του δεν του επέτρεπαν να υπερβάλλει τη σημασία που είχε το έργο του για την ανθρωπότητα. Έζησε σαράντα ακόμη ευτυχισμένα χρόνια απολαμβάνοντας τον θαυμασμό και την αγάπη, τη μαγειρική και τα γεροντικά του αμαρτήματα, το φαγητό και το ποτό, τη διασκέδαση και τη φιλία. Είναι διάσημος τόσο για τα αδιαμφισβήτητα μουσικά του επιτεύγματα όσο και για τις γαστρονομικές του επινοήσεις (το “τουρνεντό Ροσίνι” είναι η γνωστότερη δημιουργία του). Τον αγαπάμε όμως, επίσης, και για τον γενναιόδωρο τρόπο που διαχειρίστηκε το ταλέντο του και έζησε τη ζωή του. 

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος