ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ ΧΑΛΕΠΑΣ, Ο ΝΕΩΤΕΡΙΣΤΗΣ

Χαλεπάς

Γιάννης Μπόλης, Γιαννούλης Χαλεπάς «Γιαννούλης Χαλεπάς, Ο νεωτεριστής», επιμέλεια: Παρασκευή Κατημερτζή, Μαίρη Αδαμοπούλου, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, 2009

Είναι από τις σημαντικότερες μορφές της νεοελληνικής τέχνης από τα τέλη του 19ου αιώνα και ως σήμερα. Μοναχικός, αινιγματικός και καταραμένος, πλανιέται σαν μύθος αξεπέραστος μέσα στην ιστορία και στις καρδιές των ανθρώπων. Από την Τήνο, από οικογένεια μαρμαράδων, θα παλέψει με τη μοίρα, την τρέλα και τη μοναξιά, θα χαθεί σε σκοτάδια και σιωπές, για να αναδυθεί πάλι καθάριος και ωραίος σαν όλους τους μεγάλους της Τέχνης. Χωρίς να δεσμεύεται από σχολές, ρεύματα και κινήματα προχωρά στον δικό του δρόμο, δημιουργεί με δικό του ιδιαίτερο ύφος, με το βλέμμα στον μοντερνισμό. Διδάσκεται για ένα φεγγάρι από τον Λύτρα και από τον Δρόση και από τον κλασικιστή γλύπτη Μαξ Φον Βίντμαν (Ακαδημία Μονάχου), μα έχει τη δύναμη να χαράξει τη γραμμή του, όπως κάθε εμπνευσμένος καλλιτέχνης. Έχοντας πάρει εφόδια ακαδημαϊκής εκπαίδευσης και έχοντας αφομοιώσει τον κλασικισμό επιστρέφει στην Αθήνα και θα κερδίσει την εκτίμηση όλων, την ίδια στιγμή που βγαίνει στην επιφάνεια η ψυχική του πάθηση.

Η Κοιμωμένη και ο Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα αποτελούν ώριμα δείγματα υψηλής τέχνης. Πρόκειται για έργα που «οδηγούν τον κλασικισμό στα όριά του και τον υπερβαίνουν». Ο γλύπτης πάντα παίζει με τα όρια στη ζωή του, υπάρχει και δεν υπάρχει, κινείται για σαράντα χρόνια περίπου μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Το μυαλό του γνωρίζει το απόλυτο χάος. Την τρέλα. Ένα φάντασμα, μια σκιά. Στο Φρενοκομείο Κέρκυρας για «δεκατρία έτη, δέκα μήνες και είκοσι επτά ημέρες», στο σωφρονιστήριο του Πύργου, με μια υπερπροστατευτική μητέρα. Παρατά την εργασία του, «κλειστόν λόγω μελαγχολίας υπέρμετρης», βυθίζεται σε σκοτάδια. Το εύθραυστον της ύπαρξής του…

Αυτή ήταν η πορεία. Υπερευαισθησία, καταπίεση από τους γονείς, σπουδές μισοτελειωμένες, ανταγωνισμός από τους ομοτέχνους του, υπερκόπωση, ο βαθύς έρως για τη Μαριγώ Χριστοδούλου. Με όλα αυτά η διάλυση μοιραία. Γέλια άνευ λόγου, φόβοι και φοβίες, παραμιλητά, έντονοι πονοκέφαλοι, σύγχυση, ατελείωτη σιωπή. Απόπειρες αυτοκτονίας. Πολλαπλές. Συνεχείς ονειρώξεις και τάσεις προς αυνανισμό. Άκρατη επιθετικότητα κατά οικείων και μη οικείων. Η τέχνη μπαίνει στην άκρη για μεγάλα διαστήματα, η τέχνη πνίγεται μαζί με τον δημιουργό. Μα εκείνη θα ζήσει κι όταν αυτός θα χαθεί.

Κι εδώ δεν μπορώ να μην κάνω λόγο για την τραγική του μητέρα. Αυτή θα δει έναν ακόμη γιο της, τον Αριστοκλή, να αυτοκτονεί και την κόρη της, την Αικατερίνη, επίσης ψυχικά ασθενή, να «τρέχει μισόγυμνη τις θυελλώδεις νύχτες του χειμώνα μέσα στις σπηλιές του νησιού». Η μάνα αρνείται τον εγκλεισμό του, ο πατέρας τον επιβάλλει. [Ωστόσο, το βιβλίο κινήσεως του Φρενοκομείου της Κέρκυρας μαρτυρά ότι ποτέ κανένα μέλος της οικογενείας του δεν τον επισκέφθηκε.] Μετά το θάνατο της αυταρχικής μητέρας του ο Χαλεπάς λυτρώνεται. Μέχρι τότε ήταν φυλακισμένος σε αυτήν, ειδικά μετά την έξοδό του από το Φρενοκομείο και τον θάνατο του πατέρα. Ο θάνατος της μάνας αυτόματα σημαίνει την άρση των απαγορεύσεων για να ασχοληθεί με τον πηλό του, με την τέχνη που αγαπά. Γιατί εκείνη τον απέτρεπε και υπονόμευε τις προσπάθειές του επειδή θεωρούσε ότι η ενασχόλησή του με την τέχνη ήταν μια από τις αιτίες της «επίκτητης» πάθησής του. Μετά λοιπόν από αυτόν τον θάνατο ακολουθεί μια κάπως φωτεινή περίοδος.

Ο Χαλεπάς δημιουργεί θαύματα απερίσπαστος. Η Αριάδνη, το παραμύθι της Πεντάμορφης, ο Σάτυρος, ένας καθολικός ιερέας καθισμένος σε θρόνο. Σιγά σιγά μπαίνει και πάλι στον αγαπημένο του χώρο της τέχνης, επικοινωνεί, ενημερώνεται, δουλεύει, δημιουργεί την Ακαδημία Τέχνης για να διδάξει σε παιδιά την πλαστική, ονειρεύεται και ελπίζει πάλι, ζητά την αναγνώριση των άλλων. Κι ας ζει μόνος, φτωχικός,  ατημέλητος, μέσα στην εγκατάλειψη και την εξαθλίωση, με χαλασμένα έπιπλα κι ένα παλιό παλτό για σκέπασμα. Ώσπου βρίσκεται στον δρόμο του και τον «ανακαλύπτει» ο καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών Θωμάς Θωμόπουλος και του οργανώνει έκθεση στην Ακαδημία Αθηνών (1925). Ενθουσιασμένος και συγκινημένος από το μεγαλείο της τέχνης του Χαλεπά δηλώνει σε σχετική ομιλία του για τον γλύπτη ότι «εξετάζει την τέχνη του Χαλεπά “ως το έργο ενός μεγαλοφυούς που προσήγγισε τα όρια της τρέλας”».

Όταν τον «ανακάλυψε» ο Θωμόπουλος ο Χαλεπάς είχε προχωρήσει πολύ στην Τέχνη του, είχε υπερβεί συμβατικότητες, Ακαδημίες, Κλασικισμούς, Σχολές, είχε πετάξει προς άλλες, νεωτερικές μορφές «έκφρασης και δημιουργίας, γοητευτικές και ρωμαλέες». Σύμφωνα με ψυχιάτρους, η αυθεντικότητα, η πρωτοτυπία και η «πρωτόγονη τεχνοτροπία» οφείλονται στον αποκλεισμό και την τρέλα. Χωρίς καλά καλά κι ο ίδιος να το καταλάβει, από κλασικιστής είχε γίνει μοντέρνος! Λόγω της κλειστής ζωής του δεν κατάφερε να έρθει σε επαφή με τους μεγάλους ευρωπαίους γλύπτες της εποχής του, αλλά οι ειδικοί τον θεωρούν έναν από αυτούς τελικά και «κάνουν λόγο για ύπαρξη μεγαλοφυΐας». Πρόκειται για έργο εκφραστικά καθαρό, λαμπερό, ευρηματικό, ευφάνταστο, έργο που έχει συνδέσεις με αρχαία πρότυπα και ενώνει τους θεούς της μυθολογίας με τους αγίους της εκκλησίας. Και ο ίδιος μέσα στην οδύνη του αγιοποιείται και μυθοποιείται όπως κάθε καταραμένος. Και… ΔΕΝ ΣΥΝΤΡΙΒΕΤΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΤΡΑΓΙΚΗ ΤΟΥ ΜΟΙΡΑ! ΓΙΝΕΤΑΙ ΦΩΣ!

Ασημίνα Ξηρογιάννη

 koim