ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, ΕΝΑ ΕΙΚΟΣΙΤΕΤΡΑΩΡΟ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

1013149_555274321196415_1835557140_n

1. – Αλλάζοντας πλευρό μέσα στον ύπνο σου καταλαβαίνεις ότι ξημερώνει. Πετιέσαι μια στιγμή να κλείσεις τα παραθυρόφυλλα, και σε χτυπά μαζί με το φως ο αέρας από την αντικρινή συκιά. Ύστερα ξαναπλαγιάζεις και βυθίζεσαι με βουλιμία στον ύπνο. Τώρα νιώθεται η δροσιά. Το δέχεσαι το σεντόνι.

2. – Στο βορινό ταρατσάκι αχνίζουν τα φλιτζάνια. Δε μιλάει κανένας. Ακούς μονάχα το μάσημα της φρυγανιάς ή το βρυσάκι από τη διπλανή κουζίνα. Τρεις τέσσερις μέλισσες πάνε κι έρχονται γύρω από τη μαρμελάδα και τον μεγάλο δίκσο με τα φρούτα.

3. – Στο καλντερίμι που το κατεβαίνεις άκρη άκρη για να φυλαχτείς απ’ τον ήλιο. Ανεβαίνει απ’ αντίκρυ σου ένας χωρικός με δυο μουλάρια, που τα τραβάει απ’ το καπίστρι. Στο πρώτο άνοιγμα προς τη θάλασσα βλέπεις ένα κομμάτι σταματημένο βαπόρι. Έπειτα, όσο προχωρείς, το λιμανάκι ολόκληρο. Στο μόλο, δεμένες από το παλαμάρι στη σειρά, τις βάρκες άδειες που ανεβοκατεβαίνουν.

4. – Μέσα στο εμπορικάκι που μυρίζει μπαχαρικά και παλιές εφημερίδες. Μέσα και το Ρηνιώ με το σκισμένο του φουστάνι. Τα στηθάκια του μυτερά και το κεφάλι του ένας μεγάλος, ασύμμετρος αχινός.

5. – Σηκώνεις το πανί και ξανοίγεσαι. Αν έχεις πρίμο τον αέρα, λασκάρεις τη σκότα και πας ίσια, φουσέκι. Αν τον έχεις κόντρα, βολτατζάρεις, και το σκαφάκι σου πηδάει σαν αγριοκάτσικο.

6. – Η αφρόσκονη, ώρες ώρες κατάμουτρα. Σκαρφαλωμένα σε κάτι βράχια πέντ’ έξι αγόρια γυμνά που χοροπηδούν και σου κάνουν σινιάλα.

aspromavres-photo-okeanos-1

7. – Ρίχνεις την άγκυρα και πηδάς έξω. Έχεις βρει ένα μέρος ανάμεσα στα ύφαλα, που κάνει φυσικό σκαλοπάτι. Από κει προχωράς, βουτάς, κι ανοίγεσαι, πότε με μεγάλες οργιές, πότε ανάσκελα. Στο βάθος οι στεριές κοκκινόμαυρες, μ’ εδώ κι εκεί κάτι άσπρες πιτσιλάδες.

8. – Πας να βγεις από τη μεριά του γιαλού. Να τηνε πάλι η ίδια εκείνη γνώριμη αίσθηση χρόνια και χρόνια: το ελαφρύ λαχάνιασμα· η αντίσταση του νερού στο πόδι, κάπου λίγο πιο πάνω απ’ το γόνατο· τέλος, οι σταλαγματιές, καθώς κυλούν από το μέτωπό σου και μετεωρίζονται στα τσίνορα. Στον αέρα κάποια θολούρα, έτσι που βράζει ο τόπος. Όμως πίσω απ’ αυτήν, στο βάθος, οι ελαιώνες αμετακίνητοι.

9. – Τώρα έχεις απλώσει την πετσέτα σου και κοιτάς πώς να βολευτείς έτσι που να μη σ’ ενοχλούν στην πλάτη τα χοντρά βότσαλα που προεξέχουν. Με την ψάθα κατεβασμένη ώς πάνου στα μαύρα σου γυαλιά ρεμβάζεις, ακούς πλαφ πλαφ το κυματάκι που σπάει στα πόδια σου, και κάποτε, με λοξές ματιές, μισανοίγοντας τα βλέφαρα, πιάνεις τα μαύρα και τα ξανθά επίπεδα, τις απίθανες πρασινογάλαζες ραβδώσεις.

10. – Στο γυρισμό παίρνεις και το φίλο σου με τις δύο ξένες κοπέλες. Εκείνος ανοίγει μ’ ένα μαχαίρι τους αχινούς που μάζευε όλο το πρωί. Αυτές κοιτάνε αδιάφορα. Στους γυμνούς μηρούς, που μοιάζουν απίθανα μεγάλοι, λάμπουν μία μία οι νεροσταγόνες σαν μαργαριτάρια.

11. – Πάνω στο στρωμένο τραπέζι: πελώριες συναγρίδες, πελώριες ντοματοκρεμμυδοσαλάτες, πελώριες φέτες καρπούζι.

12. – Τρεις το μεσημέρι. Μαίνονται τα τζιτζίκια. Μέσα στο μισοσκότεινο δωμάτιο κυκλοφορείς ηλιοκαμένος, γυμνός, με μιαν ανεπαίσθητα ερωτική διέγερση, που σε κάνει στο τέλος να τρίβεσαι πάνω στα χοντρά φαντά σεντόνια. Γυρνάς πάλι ανάσκελα και κοιτάς πολλή ώρα το ζωγραφιστό ταβάνι με τ’ αγγελάκια. Ώσπου σε παίρνει βαρύς ο ύπνος.

13. – Καταφθάνουν τα γλυκά, τριώ λογιών: βύσσινο, καϊσί, μελιτζανάκι. Με πολλά ποτήρια νερό παγωμένο και κουταλάκια στο δίσκο. Σκύβοντας να τον απιθώσει στο τραπέζι το χαμηλό η Πολυξένη, βλέπεις τα στήθη της, δυσανάλογα βαριά κι άσπρα.

413574-02

14. – Ο δρόμος, αφήνοντας τα τελευταία σπίτια, συνεχίζεται ψηλά, πλάι πάντοτε απ’ τη θάλασσα. Μικροσκοπική φαίνεται από δω μια μηχανότρατα, που περνάει σέρνοντας πίσω της δύο βαρκάκια. Ο αέρας έχει πέσει. Όλα είναι καστανά κι άσπρα. Μυρίζει καμένο χόρτο κι ο ήλιος πάει να γείρει.

15. – Στην επιστροφή λες να περάσεις κι από τον Άγιο Φωκά. Δρασκελάς, για να κόψεις δρόμο, πολλά μποστάνια, βραγιές, πεζούλες. Όλο το εσωτερικό τρεμοσβήνει, από το μοναδικό καντήλι. Στο μάρμαρο του μικρού παραθύρου, κάτι ξεραμένα λουλούδια. Σκοτεινιάζει.

16. – Στο σπίτι το πεζούλι κρατιέται ακόμη απ’ τ’ απόγεμα ζεστό. Μα το φως ολοένα λιγοστεύει, κι ολοένα δυναμώνει το γιασεμί. Ο κυρ Παντελής έχει ξεδιπλώσει τα λάστιχα και ποτίζει. Ποτίζουν και στον διπλανό κήπο. Αυτό το νερό είναι σαν αγίασμα.

17. – Ένα ένα, πιο σιμά ή πιο μακριά σου, ανάβουν τα φώτα σαν πυγολαμπίδες. Ύστερα, διαμιάς, όλα τα φώτα του δρόμου μαζί. Έχεις ξεκόψει από κάποιο μονοπάτι. Πίσω από τον ερειπωμένο μύλο περιμένεις καπνίζοντας. Ο αέρας έχει δυναμώσει πάλι. Ακούγεται από μακριά η βουή που κάνουν τα κύματα. Ξάφνου βλέπεις έν’ άσπρο φουστάνι να ‘ρχεται καταπάνω σου.

18. – Αυτός ο αέρας που ανεμίζει το άσπρο φουστάνι σμίγει τα ψιθυριστά λόγια, τα δένει. Και τα παρατεταμένα φιλιά. Και τις παρατεταμένες σιωπές. Κάτι αιώνιο, γεμάτο από τωρινά πράγματα, έτσι σαν να γίνονται όλα για πρώτη φορά και για πάντα. Ώς ένα σημείο περπατάτε μαζί, έπειτα χωρίζετε. Νιώθεις ελαφρύς. Το χέρι σου ευωδιάζει, όπως όταν το περνάς πάνου σε δεντρολίβανο.

19. – Στο γυρισμό συναντάς πάλι τα πρώτα σπίτια τ’ αραιά. Οι γυναίκες κάθονται στις ξώπορτες. Άλλες φωνάζουν στα παιδιά πως είναι ώρα για ύπνο. Εκείνα παίζουν ακόμη, κι οι φωνές τους είναι σαν να ‘ρχονται από μακριά, πολύ μακριά, τόσο που σφίγγεται η καρδιά σου.

2267871509_a53370146f_z

20. – Στο ταβερνάκι πίσω απ’ τις καλαμιές η παρέα σου. τηγανίζουν. Μυρίζει ψάρι και φρεσκοκομμένο αγγούρι. Μυριάδες ζουζούνια συνάζονται στη μεγάλη λάμπα επάνω στο τραπέζι. Από δω δε φαίνεται μήτε που ακούγεται η θάλασσα. Τη νιώθεις όμως πανταχού παρούσα, πίσω απ’ τα δέντρα, πίσω απ’ τις μάντρες, πίσω απ’ τα χωράφια, τα χρυσοκίτρινα μες στο σκοτάδι. Καμιά φορά οι κουβέντες, σαν από σύνθημα, σταματούν όλες μαζί. Τότε ακούγονται σταθερά, μονότονα, επίμονα, τα τριζόνια.

21. – Περασμένα μεσάνυχτα, μα δεν έχει ύπνο. Διαβάζεις: «Αλλά και θνήσκων ο Έλλην δεν θέλει ν’ αποχωρισθή της φύσεως· επιθυμεί ο τάφος του να έχη θυρίδα δι’ ης να βλέπη τας χελιδόνας την άνοιξιν και ν’ ακούη τον Μάιον τα κελαδήματα των αηδόνων· ο δε ναύτης θέλει τον τάφον του εις την ακτήν της θαλάσσης:

ν’ ακούει αχνιά της θάλασσας και ταραχή τ’ αγέρα

ν’ ακούει και τους συντρόφους του που λεν τα έια-μόλα».

22.  – Σβήνεις το φως. Γδύνεσαι στα μισοσκότεινα. Το φεγγάρι έχει φτάσει ώς τη μέση του δωματίου. Κινείσαι λίγο σαν φάντασμα, με πολύ αργές κινήσεις. Από κάτω φτάνει μια ελαφριά οσμή εντομοκτόνου.

1abc8a

23. – Σηκώνεις το κεφάλι σου: ερημιά και σκοτάδι. Μόνον ο φάρος στη θέση του. προσηλώνεσαι άθελά σου και μετράς: ένα-δύο-τρία-τέσσερα-πέντε-έξι-εφτά-οχτώ-εννιά-τσαφ! Η πρώτη περιστροφή. Έπειτα πάλι: ένα-δύο-τρία-τσαφ! Η δεύτερη. Κι ύστερα πάλι εννιά, κι ύστερα πάλι τρία. Αισθάνεσαι σιγουριά, σαν κάποιος να σε φυλάει.

24. – Όσο να ‘ρθει ο ύπνος, αφήνεις τη μια και πιάνεις την άλλη σκέψη. Αγάπες, φόβοι, σχέδια που δεν έγιναν, που περιμένεις να γίνουν, που ξέρεις ότι μάλλον δε θα γίνουν· μπερδεύονται, σμίγουν και χωρίζουν, αποτελούν μορφές που εύκολα διαλύονται, και ξαναπλάθονται αλλιώς, ώσπου χάνεις τον ειρμό και βουλιάζεις σ’ ένα κενό γεμάτο τριξίματα ξύλου, γαβγίσματα μακρινά και, σε τακτά διαστήματα, τη φωνή του γκιόνη.

Οδυσσέας Ελύτης, Εν λευκώ, «Τα μικρά έψιλον»