ΣΤΟ BALCÃO DO MARQUES ΜΕ ΤΟΝ ΖΟΖΕ ΣΑΡΑΜΑΓΚΟΥ

«Η μνήμη, που είναι εύθικτη και δεν της αρέσει να την πιάνουν  αδιάβαστη, τείνει να συμπληρώσει όσα ξεχνά με δικά της δημιουργήματα αλήθειας, κίβδηλα προφανώς, λίγο ως πολύ όμως παρακείμενα στα γεγονότα από τα οποία έχει απομείνει μόνο μια αφηρημένη ανάμνηση, σαν αυτό που απομένει από το πέρασμα μιας σκιάς.» José Saramago

116-1614_IMG

Όταν καμιά φορά φτάνουμε σε μιαν άγνωστη πόλη, με κτήρια χρωματιστά και κήπους καλοκαιρινούς, και από τα χείλη των βιαστικών περαστικών οι πρώτες ακατανόητες φράσεις χτυπήσουν, βίαια ή γλυκά, την αδιάκριτη μας ακοή που είναι πάντα ευαίσθητη στον ξένο ήχο και οι δρόμοι ανοίγονται μπροστά μας σαν σιωπηλός μυστηριώδης λαβύρινθος, είναι τότε στην τύχη που πρέπει, για άλλη μια φορά, να εμπιστευτούμε τα βήματά μας και, όπως γίνεται συνήθως, η τύχη δεν θα μας απογοητεύσει. Μπορεί, με τα συνήθη τουλάχιστον τουριστικά κριτήρια, αυτή να μη θεωρείται η ασφαλέστερη και επωφελέστερη μέθοδος για να γνωρίσει κάποιος μια ξένη χώρα, όταν όμως αυτός ο άνθρωπος –εξαιτίας μιας μικρής παραγράφου που γράφτηκε πριν από πενήντα ή εξήντα χρόνια– έχει για πολλούς μήνες ονειρευτεί και τελικά φτάνει να πραγματοποιήσει ένα μακρινό ταξίδι μόνο και μόνο για να βαδίσει στους ίδιους δρόμους που κάποτε περπάτησε ο συγγραφέας της ή για να βρεθεί στις ίδιες πλατείες και στα ίδια καφενεία όπου αυτός συνήθιζε να κάθεται και να χασομεράει, τότε άλλος τρόπος από την άσκοπη και απροσανατόλιστη περιπλάνηση δεν μπορεί να θεωρηθεί περισσότερο ενδεδειγμένος για το ταξίδι αυτό.

Βγαίνουμε λοιπόν από τον όγδοο όροφο του ξενοδοχείου, όπου μόλις τακτοποιήσαμε τις αποσκευές μας, αφήνουμε πίσω μας την πολύβουη στρογγυλή πλατεία Marquês de Pombal, η οποία είναι αφιερωμένη και φέρει το ψηλό άγαλμα του ομώνυμου Μαρκησίου που οργάνωσε την ανοικοδόμηση της πόλης μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1755 και η οποία (ανοικοδόμηση), στους δρόμους γύρω από την πλατεία τουλάχιστον, δεν πρέπει να έχει ακόμη ολοκληρωθεί, και ακολουθούμε τη μικρότερη απ’ όλες τις λεωφόρους που ξεκινούν ή καταλήγουν εκεί, την Avenida Duque de Loulé, με δεδηλωμένη και φανερή πια την πρόθεσή μας να λοξοδρομήσουμε προς ακόμη πιο ήσυχα δρομάκια, όπου μπορεί να εντοπίσουμε, αν σταθούμε από την πρώτη κιόλας μέρα όσο τυχεροί χρειάζεται, ένα από κείνα τα εστιατόρια για τα οποία κάνει λόγο ο Pessoa στην πρώτη-πρώτη παράγραφο από το Βιβλίο του της Ανησυχίας την οποία μάλιστα παράγραφο θα την αντιγράψω σε αυτό το σημείο ώστε να γνωρίζουμε θετικά επιτέλους σε ποιο έδαφος βαδίζουμε και γιατί βαδίζουμε σε αυτό: «Είναι στη Λισαβόνα», σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας μεταφέρει ο Fernando Pessoa, «κάτι μικρά εστιατόρια και μαγειριά όπου, επάνω από μία αίθουσα με όψη αξιοπρεπούς ταβέρνας, υπάρχει ένας ημιώροφος με τη βαριά και οικογενειακή ατμόσφαιρα των πόλεων χωρίς σιδηροδρομικό σταθμό. Σ’ αυτά τα πατάρια, με θαμώνες ελάχιστους, εκτός από τις Κυριακές, συχνά συναντά κανείς ανθρώπινους τύπους παράξενους, φυσιογνωμίες χωρίς κανένα ενδιαφέρον, μια κατηγορία ανθρώπων αποκομμένων από τη ζωή. Η ανάγκη μου για ηρεμία και οι χαμηλές τιμές με οδήγησαν, σε κάποια περίοδο της ζωής μου, να συχνάζω σ’ ένα από αυτά τα πατάρια».

Η αλήθεια είναι βέβαια πως το Balcão do Marqués, όπου τελικά και μάλλον εσπευσμένα καταλήξαμε για το πρώτο μας γεύμα στη Λισαβόνα, ο Εξώστης του Μαρκησίου δηλαδή, όπως είναι το όνομά του, μια και δεν έχουμε ακόμη, καθώς φαίνεται, απομακρυνθεί από τη σφαίρα επιρροής του, απέχει πολύ από την περιγραφή των εστιατορίων που κάνει ο Pessoa, αφού σε καμία περίπτωση η λεωφόρος Duque de Loulé δεν μπορεί να θεωρηθεί απόμερος δρόμος πόλης χωρίς σιδηροδρομικό σταθμό και οι θαμώνες του με πολλή δυσκολία θα χαρακτηρίζονταν αποκομμένοι από τη ζωή. Εκτός βέβαια και αν θεωρήσουμε ως τέτοιους, που δεν είναι καθόλου απίθανο εδώ που τα λέμε, τους άντρες με τα σκούρα κουστούμια και τις γυναίκες με τα βαμμένα μαλλιά που τρώνε μοναχικοί ή συντρώγουν βιαστικά στα μικρά τραπεζάκια του εστιατορίου· το γεύμα τους είναι σχεδόν πανομοιότυπο: μια σούπα απαραιτήτως για αρχή, ένα κύριο πιάτο και μια σαλάτα στη συνέχεια και ένας μικρός πικρός, όπως θα διαπιστώσουμε πολύ σύντομα, καφές για το τέλος, ένα βιαστικό τσιγάρο και πάλι στον δρόμο για τη δουλειά ή για όπου έχει να πάει ο καθένας.

Δεν είναι λοιπόν οι τακτικοί ή περιστασιακοί πελάτες του Balcão που μας έπεισαν να καθίσουμε εδώ ούτε το μακρύ όνομα του περιβόητου, καθώς φαίνεται, Sebastião José de Carvalho e Mello, Marquês de Pombal, που για άλλη μια φορά το βρίσκουμε μπροστά μας και είναι καιρός πια να μάθουμε κι εμείς αυτό που σχεδόν κάθε μαθητής του πορτογαλικού γυμνασίου γνωρίζει, αν και είναι βέβαιο ότι υπάρχουν κάποιοι που τίποτε δεν έμαθαν όλα τα χρόνια που τα πέρασαν καθισμένοι στα θρανία, ότι δηλαδή ο εν λόγω Μαρκήσιος για πάνω από είκοσι χρόνια άσκησε μεν την πρωθυπουργία με σχεδόν δικτατορικό και απόλυτο τρόπο, μα σε αυτό το ίδιο διάστημα κατόρθωσε να καταργήσει τη δουλεία, να αναδιοργανώσει την εκπαίδευση, να συγκρουστεί με την Εκκλησία και τους ευγενείς και να ξαναχτίσει τη Λισαβόνα από την αρχή, φροντίζοντας συγχρόνως αποτελεσματικά για τους χιλιάδες πληγέντες, μετά τον μεγάλο σεισμό του 18ου αιώνα, που τόσο είχε συγκλονίσει τον Βολταίρο. Θα μου έκανε μεγάλη εντύπωση αν πληροφορούμουν ότι ο Ζοζέ Σαραμάγκου δεν έχει ήδη γράψει ή, έστω, κάποτε σχεδιάσει ένα μυθιστόρημα ή ένα θεατρικό έργο γι’ αυτόν ακριβώς τον Μαρκήσιο, στο οποίο να προσπαθούσε να ανιχνεύσει, κατά τη συνήθειά του, ποια θα ήταν η εξέλιξη των πορτογαλικών πραγμάτων, έτσι λέμε όταν δεν ξέρουμε σε ποιον τομέα του επιστητού κυρίως αναφερόμαστε, αν ο διορισμένος από τον βασιλιά πρωθυπουργός, ο μετέπειτα Μαρκήσιος ντε Πομπάλ δηλαδή, επέμενε να τηρεί τη νομιμότητα και υποχωρούσε και τούτος, όπως όλοι οι προκάτοχοί του, στις βαθιά θεμελιωμένες στην παράδοση και το συμφέρον απαιτήσεις του ανώτατου κλήρου και της πλούσιας αριστοκρατίας, σκοπίμως δεν αναφέρομαι σε αυτή την περίπτωση και στα δικαιώματα του λαού, καθόσον κάτι τέτοιο θα αποτελούσε κατά πάσα πιθανότητα ασυγχώρητο ανιστόρητο αναχρονισμό απ’ αυτούς που ο Σαραμάγκου αρέσκεται να διαπράττει, για να έχει την ευκαιρία λίγο παρακάτω να τους διορθώσει από μόνος του.

Προτιμώ όμως να μην οικειοποιηθώ όλα τα χαρακτηριστικά του ύφους του, από τη μία επειδή το λογοτεχνικό βραβείο νόμπελ έχει ήδη δοθεί σε έναν επιδέξιο χρήστη παρόμοιων τεχνασμάτων και μάλιστα σχετικά πρόσφατα, αλλά κυρίως επειδή θεωρώ πως το απλό γεγονός ενός μεσημεριανού γεύματος στο ίδιο με αυτόν εστιατόριο δεν μου εκχωρεί αυτομάτως και το δικαίωμα να αντιγράψω όλους τους τρόπους του – γιατί περί αυτού πρόκειται τελικά κι είναι καιρός να το ομολογήσω: καθίσαμε για φαγητό στον Εξώστη του Μαρκησίου πιεσμένοι μεν από την πείνα μας, καλό είναι, εδώ που φτάσαμε, να μη λησμονούμε την υλική αναγκαιότητα επί της οποίας βασίζεται τόσο η πιο απλή όσο και η πιο σύνθετη ενέργειά μας, αλλά και επειδή πάνω από τη συμπαθητική, ομολογουμένως, όψη του εστιατορίου βρίσκονται τα γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας, κάποια από αυτά τουλάχιστον, γιατί δεν νομίζω σε ολόκληρη την πρωτεύουσα να μην υπάρχουν άλλα πέρα από αυτά εδώ με τα ωραία γαλάζια παράθυρα· σύμπτωση που μας επιτρέπει με μεγάλη ασφάλεια να υποθέσουμε ότι και ο Ζοζέ Σαραμάγκου θα είχε κάποτε στριμωχτεί με τους συντρόφους του σε ένα από τα μικρά πράσινα τραπεζάκια όπου κι εμείς καθίσαμε για να κατασιγάσουμε το έντονο αίσθημα της πείνας που νιώθαμε και συγχρόνως για να έχουμε την ευκαιρία να γευτούμε το πρώτο μας δείγμα της άγνωστης πορτογαλικής κουζίνας.

saramago-jose1

Η βεβαιότητα της παρουσίας του Ζοζέ Σαραμάγκου στο εν λόγω εστιατόριο που αν και φέρει το όνομα ενός Μαρκησίου βρίσκεται εν τούτοις κάτω από τα γραφεία ενός αριστερού κόμματος και, δίχως αμφιβολία, θα δεχόταν και θα δέχεται καθημερινά ορισμένα τουλάχιστον από τα μέλη του είτε για φαγητό είτε για γλυκό είτε για έναν μόνο καφέ ή και για όλα αυτά ταυτόχρονα, ενισχύεται από τη γνωστή και δεδηλωμένη πολιτική τοποθέτηση του συγγραφέα στο Κομμουνιστικό Κόμμα – αν και εσχάτως [βρισκόμαστε στο 2004] δηλώνει φιλελεύθερος κομμουνιστής και στο πρόσφατο βιβλίο του, Περί φωτίσεως, φαίνεται να εγκαταλείπει την κλασική θεωρία της βίαιης προλεταριακής επανάστασης και εξετάζει λεπτομερώς το ενδεχόμενο και τις συνέπειες για τη δημοκρατία μας μιας μαζικής λευκής ψήφου των πολιτών (σε ποσοστό 83%, σύμφωνα με την υπόθεση του μυθιστορήματος) θεωρώντας πως από τη στιγμή που οι άνθρωποι δεν ξέρουν πια πώς να επαναστατήσουν –κοινότατος τόπος της σκέψης όσων νόμιζαν κάποτε ότι ήξεραν πώς να κάνουν επαναστάσεις– το μόνο μέσο για ν’ αλλάξει ο κόσμος είναι, ίσως, ένα τέτοιο ακραίο και ουτοπικό, εδώ που τα λέμε, σενάριο. Πολύ πιθανόν λοιπόν ο Ζοζέ Σαραμάγκου, όταν ήταν ακόμη πολιτικός σχολιαστής σε καθημερινή εφημερίδα της Λισαβόνας ή και αργότερα, μετά το 1976 δηλαδή, αφού είχε πια εγκαταλείψει την ενεργό δημοσιογραφία για να αφοσιωθεί εξ ολοκλήρου στη συγγραφή μυθιστορημάτων, ποιημάτων και θεατρικών έργων, να ερχόταν εδώ για να συζητήσει με τους συντρόφους του την τρέχουσα πολιτική κατάσταση καθώς και τα συνήθη θεωρητικά ζητήματα της αριστερής διανόησης, τον λυσσαλέο και αδιάκοπο ταξικό αγώνα και την αστική κυριαρχία επί των μέσων παραγωγής, για παράδειγμα ή τον ειδωλολατρικό χαρακτήρα του εμπορεύματος και την επανάσταση ή το μεταβατικό στάδιο της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Δεν πρέπει εξάλλου να είναι τυχαίο το γεγονός ότι σε παλαιότερο μυθιστόρημά του, στην «Ιστορία της πολιορκίας της Λισαβόνας», τοποθετεί σε αυτόν ακριβώς τον δρόμο τον εκδοτικό οίκο για τον οποίο εργάζεται ως επιμελητής κειμένων ο πρωταγωνιστής του, τον οποίο σκόπιμα αποφεύγω να ονομάσω ήρωα, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, γιατί είναι βέβαιο ότι αν ο ίδιος (ο επιμελητής βιβλίων, όχι ο Σαραμάγκου) συναντούσε τη λέξη αυτή ως προσωπικό του χαρακτηρισμό, θα τη διέγραφε αμέσως και θα την αντικαθιστούσε με κάποια άλλη, ηπιότερη και μετριοπαθέστερη. Επειδή μάλιστα η εν λόγω παράγραφος του μυθιστορήματος πρόκειται αναπόφευκτα κάποια από τις επόμενες ημέρες να μας χρησιμεύσει κατά τις περιπλανήσεις μας στους δρόμους της πόλης κι επειδή αποτελεί ταυτοχρόνως ένα εξαιρετικό ερέθισμα για κάθε εραστή των άσκοπων και μακρινών περιπάτων, την αντιγράφω σχεδόν ολόκληρη εδώ ώστε να την έχουμε και εμείς και αυτός ανά πάσα στιγμή πρόχειρη: «Ο εκδοτικός οίκος είναι κοντά στη Λεωφόρο Ντουκ ντε Λουλέ, υπερβολικά μακριά, τούτη την προχωρημένη ώρα, για να ανέβει τη Λεωφόρο Λιμπερδάδε, συνήθως από το δεξιό πεζοδρόμιο, ποτέ δεν του άρεσε το άλλο, δεν ξέρει γιατί, μόλο που η εντύπωση αρέσκειας και απαρέσκειας δεν είναι σταθερή, έχει τα σκαμπανεβάσματά της, από τη μια ή από την άλλη πλευρά, αλλά από τη δεξιά πλευρά αισθάνεται πραγματικά καλύτερα. Μια μέρα, αποκαλώντας τον εαυτό του μανιακό, βάλθηκε να σημειώνει σ’ ένα χάρτη της πόλης τα κομμάτια πεζοδρομίου της λεωφόρου που του άρεσαν κι εκείνα που δεν του άρεσαν, και ανακάλυψε με έκπληξη πως ήταν μεγαλύτερο το ευχάριστο κομμάτι της αριστερής πλευράς, αλλά λαμβάνοντας υπόψη και το βαθμό έντασης της ικανοποίησης, η δεξιά πλευρά τελικά προεξείχε, και αποτέλεσμα αυτού ήταν πολλές φορές να ανεβαίνει απ’ αυτή την πλευρά και να κοιτάζει το πεζοδρόμιο της απέναντι πλευράς με λύπη που δεν βρίσκεται εκεί».

Δεν είναι λοιπόν, μετά απ’ όλα αυτά, καθόλου παράδοξο που σπρώξαμε τη γυάλινη πόρτα του εστιατορίου και, αφού πρώτα επισκοπήσαμε προσεκτικά τον χώρο κοιτάζοντας με διερευνητική διάθεση τις άδειες θέσεις τριγύρω, τα άγνωστα πρόσωπα, τα φαγητά και τα γλυκά, τα κρασιά που υπήρχαν σε κοινή θέα μπροστά μας, προχωρήσαμε προς τα δεξιά και βγαίνοντας έξω, στον εξώστη σαν να λέμε, πιάσαμε θέση κάτω από μια πράσινη ομπρέλα με τη φίρμα της ήδη γνωστής μας μπύρας Sagres επάνω και βαλθήκαμε να φανταζόμαστε τον πορτογάλο νομπελίστα να μπαίνει φορώντας τα γνωστά μεγάλα του γυαλιά, στο χέρι του να κρατάει δύο βιβλία και ένα πάκο εφημερίδες, την Diário de Lisboa πάνω-πάνω, με το βλέμμα του ψάχνει να βρει τη συντροφιά του, χαιρετάει με το πλατύ του χαμόγελο το νεαρό ζευγάρι που κάθεται δίπλα μας, ένα λευκό όμορφο αγόρι που καπνίζει το τσιγάρο του έχοντας μπροστά του μια μισοτελειωμένη πρασινωπή σούπα και κοιτάζει στα μάτια το μαύρο κορίτσι με τα μακριά μαλλιά που κάθεται απέναντί του φορώντας μια κοντή φούστα και μια μπλούζα που αφήνει τους ώμους και την πλάτη της γυμνή, το σκούρο δέρμα της γυαλίζει από τη ζέστη της ημέρας, το στήθος της ανεβοκατεβαίνει σε κάθε της ανάσα, το ένα πόδι της με βγαλμένη τη λευκή σαγιονάρα που φορούσε χαϊδεύει αφηρημένα τον αστράγαλο του άλλου, τα μάτια της κοιτάζουν τον καπνό που βγαίνει από τα χείλη του φίλου της, ο Σαραμάγκου επιτέλους μας εντοπίζει και κάθεται στην άδεια καρέκλα δίπλα μας ζητώντας desculpe για την καθυστέρηση – δεν ήταν ανάγκη να το κάνει, είχαμε λίγο χρόνο παραπάνω για ν’ ατενίσουμε την ομορφιά στο διπλανό τραπέζι, τότε λυπάμαι που δεν άργησα ακόμη λίγο, θα πει, και λυπάμαι περισσότερο που δεν ξέρω να γράψω ένα ποίημα για το χέρι της που χαϊδεύει ανεπαίσθητα τον λαιμό κάτω από το αφτί της, όσο περνάν τα χρόνια και γερνώ όλο κάτι τέτοιες λεπτομέρειες παρατηρώ στις γυναίκες και στα κορίτσια που συναντώ στον δρόμο και τις βάζω ύστερα και στα μυθιστορήματά μου – πίστευα ότι μεγαλώνοντας, μας λέει, θα καταντούσα πορνόγερος, γιατί πάντα είχα μια έφεση στα ερωτικά θέματα, μα συνειδητοποιώ κάθε τόσο ότι τελικά έχω μετατραπεί σε ευαίσθητο τροβαδούρο των ρομαντικών ερώτων· τέλος πάντων, ας φάμε.

Ο ομοτράπεζός μας συγγραφέας μάς βοηθάει πια να ερμηνεύσουμε τον κατάλογο που η, ευγενική μεν ακραιφνώς πορτογαλόφωνη δε, σερβιτόρα έβαλε μπροστά μας και για την αποκρυπτογράφηση του οποίου το λεξικό μικρή βοήθεια μάς προσέφερε, έτσι που η εγχώρια γαστρονομική ονοματοθεσία συνηθίζει να κάνει, καθώς φαίνεται, ευρεία και ευφάνταστη χρήση της μεταφοράς και άλλων συναφών σχημάτων: η sopa de pedra είναι μια δημοφιλής σούπα με διάφορα λαχανικά και μικρά κομμάτια κρέατος, το frango piri-piri είναι ψιλοκομμένο κοτόπουλο με τσίλι, συνταγή από τις αφρικανικές πάλαι ποτέ αποικίες, πόσο στοίχισε στους πορτογάλους αυτό το πάλαι ποτέ δεν μπορείτε να φανταστείτε, το γκασπάτσο το γνωρίζαμε ήδη και δεν μας ενδιέφερε, μα το μυαλό του συγγραφέα ήταν ήδη αλλού, ώστε Έλληνες, είπε, λες και δεν το ‘ξερε από την πρώτη στιγμή, θεωρώντας προφανώς ότι αρκετές περί ορέξεως διευκρινίσεις μάς είχε ήδη παράσχει, έχω μεταφράσει εδώ και πολλά χρόνια ένα βιβλίο κάποιου συμπατριώτη σας, Nikos Poulantzas λεγότανε, τον είχα μάλιστα γνωρίσει μια εποχή στο Παρίσι, μα δεν είχε δυστυχώς καλό τέλος, εννοώ η ζωή του όχι η γνωριμία μας, έντιμος άνθρωπος, αναρωτιέμαι τι θα έλεγε σήμερα, αν ζούσε, για την παγκοσμιοποίηση της πολιτικής που με γρήγορα βήματα επέρχεται και είναι, πιστέψτε έναν γέρο άνθρωπο που έχει δει πολλές φορές τον κόσμο να γυρίζει πλευρό και να ξανακοιμάται σχεδόν αμέσως, τρεις φορές πιο επικίνδυνη από την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας που ήδη υφιστάμεθα, μα, δυστυχώς, είμαι αναγκασμένος να φύγω αμέσως για το Lanzarote, μακάρι να μπορούσατε να έρθετε κάποτε από εκεί, η Πιλάρ θα χαιρότανε πολύ να σας γνωρίσει και είμαι σίγουρος ότι θα σας παρακαλούσε να μας διαβάσετε λίγο Πλάτωνα από το ελληνικό πρωτότυπο, είναι πολύ ευαίσθητη στον ήχο των λέξεων, ενώ εγώ ενδιαφέρομαι κυρίως για τη σημασία τους και τις λεπτές εννοιολογικές τους διαφοροποιήσεις, για το άρωμά τους, ας το πούμε έτσι, και μας άφησε να τελειώσουμε το γεύμα πίνοντας τον καφέ μας, ένα μικρό φλιτζανάκι μισογεμάτο με ένα είδος πικρού espresso, από το οποίο οι ντόπιοι πίνουν μεγάλες ποσότητες από νωρίς το πρωί ως αργά το βράδυ.

Πολύ παράξενα όλα αυτά για να είναι πραγματικά: το αγόρι με το τσιγάρο και το υπέροχο κορίτσι που χαϊδεύει τον λαιμό του στο τραπέζι δίπλα μας, ο Πουλαντζάς και ο Πλάτωνας, η παγκοσμιοποίηση και ο τρυφερός Σαραμάγκου, κανείς δεν θα το πιστέψει και πολύ που μας νοιάζει, συζητούσαμε παίρνοντας έναν άλλο δρόμο αυτή τη φορά, που έμοιαζε να οδηγεί και αυτός προς το ξενοδοχείο μας, ξεχνώντας τα δικά του λόγια σύμφωνα με τα οποία «η πραγματικότητα δεν ανέχεται την αντανάκλασή της, την απορρίπτει, στη θέση της, στη θέση της πραγματικότητας που θέλουμε να εκφράσουμε, το μόνο που μπορούμε να προβάλουμε είναι μία άλλη, μια οποιαδήποτε άλλη πραγματικότητα, και καθώς οι δύο πραγματικότητες διαφέρουν, αμοιβαία δείχνουν, εξηγούν και καταγράφουν αφενός την πραγματικότητα ως επινόηση του παρελθόντος και αφετέρου την επινόηση ως μελλοντική πραγματικότητα». Ομολογώ πως δεν περίμενα να μιλάει έτσι ένας γέρος πολιτικός συγγραφέας και ξεκλειδώνω την πόρτα του δωματίου, ο Σαραμάγκου όμως δεν κάνει πολιτική με τα μυθιστορήματά του, τον ενδιαφέρει η υπαρξιακή διάσταση των προσώπων του, ο τρόπος κυρίως που αλλάζει η ζωή τους, επειδή είπαν ένα ανεξήγητο όχι, επειδή πραγματοποίησαν ένα μακρινό ταξίδι, επειδή διάβασαν ένα γυναικείο όνομα σ’ ένα παλιό κομμάτι χαρτί ή πέταξαν μια βαριά πέτρα στο νερό, μπορεί να συμβεί σε μας μόλις κάνουμε ένα ντους και ξαναβγούμε στην πόλη που μάς περιμένει ή μόλις κλείσουμε την πόρτα πίσω μας και πετάξουμε από πάνω μας αυτά τα ρούχα, φίλησέ με τώρα, είναι η πρώτη μας μέρα στη Λισαβόνα.

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

* Οι μεταφράσεις των αποσπασμάτων από τα έργα του Ζοζέ Σαραμάγκου είναι της Αθηνάς Ψυλλιά και κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη

117-1735_IMG