ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΣΗΜΙΝΑΣ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ ΕΠΕΙΔΗ «ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ»

534784_10150920942759618_1633866833_n

«Κάπου στη «Βραδύτητά» του ο Κούντερα αναφέρει: Η αληθινή ουσία του χορευτή έγκειται ακριβώς σ’ αυτή τη μονομανία, να βλέπει την ίδια του τη ζωή σαν υλικό ενός έργου τέχνης – την ηθική δεν την κηρύσσει, τη χορεύει! Θέλει να συγκινήσει και να θαμπώσει τον κόσμο με την ομορφιά της ζωής του! Είναι ερωτευμένος με τη ζωή του, όπως μπορεί να ‘ναι ερωτευμένος ένας γλύπτης με το άγαλμα που σμιλεύει.» Δηλαδή θα πρέπει προηγουμένως να γοητευτείς για να γοητεύσεις, όπως θα πρέπει και να σωθείς για να σώσεις.

Ξεκινώ κάπως ανάποδα, από το μοναδικό υπάρχον πεζό της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Το σώμα του έγινε σκιά», αλλά ένας κατ’ εξοχήν ποιητής, ποιητής παραμένει σε όλα, εξάλλου αυτό ακριβώς κάνει και η ποίηση· δεν κηρύσσει, χορεύει. Με τη δική της πάντοτε, και κατά βάθος, λυτρωτική «βαθιά σκιά». Δίχως βαριά σκιά, ούτε άλγος ούτε και ποίηση. Αλλά και δίχως ποιητική ζωή, ούτε ποίηση. «Την θέλω λευκή ως νεκρική σινδόνη» και νά η ροδομάγουλη δίπλα του, δεν είναι ποίηση. Αλλά για την Ασημίνα Ξηρογιάννη, «Εποχή της είναι η ποίηση», και αυτό θα φανεί απ’ την αρχή.


Στην «Προφητεία του ανέμου», ο έρωτας ως η αναζήτηση του απόλυτου: «Η σκέψη μου / βυθίστηκε στα χέρια σου», και η ποίηση ως η ύψιστη επιδίωξη και όχι ως καταφυγή, «Ξέχασα εσένα μα κέρδισα την Ποίηση». Και η ποίηση στον πρώτο αυτό ποιητικό κύκλο σχεδόν χρησμική: «Έτσι είναι. Οι άνθρωποι χάνονται». Ο άλλος, η μοναδική μας βέβαιη σταθερά: «Χάρτης είν’ η παλάμη σου. Και δείχνει όλο τον κόσμο». Οι δυο τους, από χέρι ήδη ναυαγοί.

«Θα μας προσπεράσει ο καιρός», 2009 και η Μίνα ούτε να το ΄ξερε. Αν και τότε ο πυρήνας της ποίησης ήταν αλλού: «Σκέψου πώς σπαταλούσα το βλέμμα μου πριν σε γνωρίσω». Το τοπίο αυτός, τα δέντρα, το χρώμα, τα λουλούδια κι ο ανθός. Εξαιρετική ως ερωτική ποιήτρια. «Ζήσαμε ό,τι μπορέσαμε να αντιληφθούμε πως μας ανήκει / Και πάλι ένα μέρος μονάχα». Ατμοσφαιρική, σωματική, χαμηλότονη, αισθαντική, με επίγνωση, εν τέλει, στοχαστική και με αποδοχή: «Να περάσεις το ποτάμι. Να ανακυκλώσεις τη ζωή που σπατάλησες». «Μα εγώ. καρφωμένη στη μία όχθη, αρκέστηκα στο να ονειρευτώ την άλλη». «Καρφωμένη» και γι’ αυτό σαν πλάσμα, αναγκαστικά «ποιητική». Αρκετά νέα, νέα, μ’ εκείνο το παρηγορητικό Μαζί γι’ αυτό «Κι ο Χρόνος μας σεβάστηκε».

Στο δεύτερο βιβλίο της και πεζό «Το σώμα του έγινε σκιά» η ζωή δεν μας σεβάστηκε ή μάλλον εμείς είμαστε που δεν σεβαστήκαμε τη ζωή.

«- Θα σε κάνω καλά. Σ’ αγαπώ. Τον φώναξα με πυγμή.

– Σε παρακαλώ, μου κάνεις κακό.

– Θα σε κάνω καλά. Θα δεις».

Η ποιήτρια είχε φάει ήδη απ’ εκείνο το καρπό της γνώσης και για όλους μας έχει αρχίσει η Νέα Εποχή.

Στις «Πληγές» το άλγος ξεκινά ήδη από τον τίτλο. Ποίηση και πάλι, είναι ο δρόμος της, είναι ο τρόπος της. «Γαβριηλίδης» το 2011. Στα περιεχόμενα τα «Σκοτάδια», «η άρνηση», ο πόνος, η αναμονή, τα βράδια – ναυάγια, η ερημία του πλήθους, η αμφιθυμία,
«Εγώ ποτέ δεν είμαι εκεί που θέλω

κι όταν είμαι εκεί που θέλω

Θα ‘θελα να ήμουν αλλού»,

Ο πόνος που ανήκει στους άλλους, ο καθηλωμένος χρόνος, το δέος του θανάτου, όλο αυτό που ερχόταν και να ήδη ήρθε, εκεί. Παρ’ ότι αυτά, ακόμα αυτή η μικρή ελπίδα

«Λίγο ακόμα. και οι γραμμούλες μας θα συμπέσουν».

Υπάρχει ακόμα ή τουλάχιστον ακόμα μας επιτρέπεται η ερωτική «προοπτική»

«Έτσι απλά.

δίχως τα «πώς» και

τα «γιατί».

Ακόμα «οικεία και αγαπημένη περιοχή». Αλλ’ επειδή «Εγώ ποτέ δεν είμαι εκεί που θέλω», ήδη έχει ξεκινήσει η νέα αυτή εποχή.


«Εποχή μου είναι η Ποίηση»
, ο τίτλος του καινούργιου ποιητικού κύκλου της Ασημίνας Ξηρογιάννη και μεγαλύτερη σαφήνεια δεν γίνεται. Σαν να χρειάζεται πια να τα πούμε σταράτα σε τούτη την επώδυνη και μπερδεμένη εποχή. Κι η ποίηση,

«το καταφύγιο που φθονούμε;» ή η ολοδική μας, τελικά, επιλογή; Το σίγουρο είναι το κατεπείγον του εγχειρήματος:

«Σε δύσκολους καιρούς

δεν αναζητούμε

τη μεγάλη  ποίηση

αλλά την επείγουσα».

Αλλά αυτή η κατεπείγουσα φλεγόμενη ποίηση δεν είναι που διασώζει και ενίοτε μεγαλώνει; Αυτό το κατεπείγον μας δεν ξημερώνει το μέλλον μας, το κατεπείγον δεν είναι αυτό που βοηθά το σκοτάδι το κάθε σκοτάδι να ξημερώνει;

«Κανένα σήμερα δεν θα ‘ναι καλύτερο από χθες

Κι η κόλαση είναι τώρα

ο παράδεισος που προσδοκούμε».

Όμως «Μιαν εποχή στην Κόλαση» έζησε κι ο Ρεμπώ, σ’ αυτή την Κόλαση μέσα συνάντησε το «Μεθυσμένο του καράβι». «Έχεις πάντα στο μαξιλάρι σου ένα μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα» γράφει στον Τάσο Λειβαδίτη η Μίνα δηλώνοντας έμμεσα και τον ου-τόπο όπου ζει – δίχως όμως να κάνει τα στραβά μάτια, επιλέγει να ζει επιλέγοντας για εποχή και πατρίδα την ποίηση. Μ’ όλα τα ρίσκα. Να τα πει μόνη της:

«Διαλυμένοι άνθρωποι είμαστε»,

«γιατί να γράφεις ποιήματα

Όταν δεν υπάρχουν αναγνώστες;»

«Οι άνθρωποι απελπίστηκαν

Και βγήκαν στους δρόμους».

Αποφασίζει λοιπόν να μιλήσει για όσους πονούν, βγήκαν δεν βγήκαν στους δρόμους. Για όσους υποφέρουν ή χάνονται Επειδή «αλλιώς κανείς δεν θα τους θυμάται» Διότι «σε λίγο θα χάσεις και τον εαυτό σου». Το δώρο, εξάλλου, εκεί στην κόλασή σου έρχεται και σε καταδέχεται «Σου ‘ρχεται στο στόμα ο τίτλος. Αυτός θα σε οδηγήσει στο περιεχόμενο» γράφει η Μίνα «Στην ποιήτρια που θέλω να γίνω». Αναγνωρίζοντας πως πια «κάθε τοίχος κι ένα σύνθημα Αυτή είναι η ποίηση που διαθέτουμε σήμερα».

«Σε μαύρο φόντο», «Μετανάστης» στον τόπο σου, θα γίνει ό,τι είναι να γίνει. Εξάλλου και πότε δεν ήταν μετανάστης ο ποιητής; «Χωρίς πόνο δεν γράφεται η ποίηση» υποστηρίζει η Μίνα, Και γράφοντας – όπως λέει μόνο για την ποίηση – γράφει για τη ζωή και για την εποχή, για την γενιά των τετρακοσίων ευρώ, για την απώλεια της αξιοπρέπειας για το γενικό ξεπούλημα της χώρας και για το αμφίβολο μέλλον.

Ασημίνα, μόνο ποιητική μπορεί να είναι η «Αντίδραση». Πρώτα ποιητική για να δυναμώσουμε, ε κι ύστερα όλα τ’ άλλα. «Σε μαύρο φόντο» ναι, γράφεται η Φωτεινή Ποίηση.

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

316302_239068602902632_2061560021_n