Ο ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ ΣΤΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ

Ελεάννα Μαρτίνου: Θωμάς Γκόρπας / Vortex II, μεικτή τεχνική, 21Χ30, 2012 (Από τον κύκλο Δώδεκα Φυσιογνωμίες)

Ελεάννα Μαρτίνου: Θωμάς Γκόρπας / Vortex II, μεικτή τεχνική, 21Χ30, 2012 (Από τον κύκλο Δώδεκα Φυσιογνωμίες)

Έφαγε όλα τα φεγγάρια της πατρίδας και της νιότης του

μέσα σε είκοσι χρονάκια για να φάει να πιει και να καπνίσει

Θωμάς Γκόρπας

 

Είχα την εντύπωση ότι ήταν ένα δημιούργημα μυθοπλασίας, ένα αποκύημα της βραχνής φαντασίας του έξοχου Μάριου Χάκκα. Στις σελίδες του Χάκκα είχα διαβάσει γι’ αυτόν, με μάτια έκπληκτα και με μυαλό που έτρεχε προς την περιπέτεια της ζωής και της τέχνης με χίλια χιλιόμετρα την ώρα, στα δεκάξι μου χρόνια, για τον Γκόρπα και τον «γκορπισμό». Ό,τι είχε κατορθώσει να αποτυπώσει στο χαρτί ο Χάκκας το ρουφούσαμε, είχαμε βρει, μειράκια ανήσυχα, μια φωνή που μας μιλούσε με ατόφια ειλικρίνεια, με σκληρό χιούμορ, με πικρή μελαγχολία, με μιαν ελευθερία σπάνια εκείνη την εποχή του εκπεσμού της ποίησης σε μελοποίηση, του πομπώδους comeback μιας Αριστεράς που ήταν λαβωμένη (κάτι που θα έπρεπε πιο ευαίσθητη να την κάνει) μα κοντόθωρη και σκληρυσμένη και κακεντρεχής και βαριάκουγε και επέβαλλε, επέβαλλε, επέβαλλε.

Ο Χάκκας, λοιπόν, μας οδήγησε στον Γκόρπα. Ανακαλύψαμε ότι υπήρχε, με σάρκα και οστά, με ένα μόνιμο μειδίαμα, με ολόγλυκο βλέμμα, βελούδινο θα το ’λεγες, με ανοιχτή ματιά και ορθάνοιχτη καρδιά, με μιαν ασίγαστη προθυμία να μιλήσει, ελεύθερα και ωραία, για ό,τι μπόρεσε κι αυτός να αγαπήσει μέσα στα ερείπια μιας εποχής. Το ότι όντως υπήρχε, και ήταν σπουδαίος ποιητής, το ανακαλύψαμε μέσω του αειθαλούς και αεικίνητου Λεωνίδα Χρηστάκη. Μέσα από τις πάντα ενδιαφέρουσες σελίδες του «Ιδεοδρόμιου». Ήταν, αν δεν με ξεγελάει η μνήμη μου, ένα κείμενο για τους έλληνες μπητ ποιητές, κι εκεί, ανάμεσα στα ονόματα του Πητ Κουτρουμπούση και της Μαρίας Μήτσορα και του Σπύρου Μεϊμάρη και του Τάσου Φαληρέα, έβλεπες και το όνομα «Θωμάς Γκόρπας». Και μετά ήρθε ο πολυσυζητημένος πρόλογος του ποιητή Γκόρπα σ’ ένα βιβλίο που άφησε εποχή, στις «Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας» του Τσαρλς Μπουκόφσκι. Και λίγο μετά, γνώρισα και συνομίλησα και περπάτησα και έφαγα και ήπια, πολύ, με τον Θωμά. Πάλι αν δεν με ξεγελάνε της Μνήμης της Παιχνιδιάρας τα καμώματα, ο Λεωνίδας Χρηστάκης ήταν αυτός που μας σύστησε. Αυτό που σίγουρα θυμάμαι ήταν ότι συναντιόμαστε σ’ ένα καφενεδάκι στην οδό Κιάφας, βαφτίζαμε στο κρασάκι και στο ούζο τις ευαισθησίες μας και κουβεντιάζαμε με τις ώρες – ω, πάντα ήμασταν, και παραμένουμε, πλούσιοι σε σχέση με το Χρόνο, ω πάντα διαθέταμε αφειδώλευτα τα δευτερόλεπτά μας στην μουσική της ποίησης και στην ποίηση της μουσικής, στο χρυσογάλαζο τοπίο της Φιλίας, στο πορφυρό του Έρωτος λιβάδι!

Μου έκανε απ’ την πρώτη στιγμή εντύπωση ένα είδος βαθιάς αμοιβαιότητας ανάμεσα στον Γκόρπα και τους αγαπημένους μας μπητνίκους. Θαρρείς και ήσαντε από την ίδια στόφα καμωμένοι, από τα ίδια υλικά πλασμένοι, στην ίδια ρότα πεισματικά προσηλωμένοι. Διόλου δεν μου φαίνεται τυχαίο το ότι ο Θωμάς προλόγισε τον Μπουκόφσκι, το ότι επέλεξε να κοσμήσει τα ποιητικά του άπαντα με παλιές φωτογραφίες της Αθήνας, με ένα στιγμιότυπο, λίαν μπητνίκικο, από το Καφενείο «Το Νέον», της Ομόνοιας, με ένα πορτρέτο νυχτερινό του Μπαρ «Au revoir», από τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Κι ακόμα, διόλου τυχαία δεν πρέπει να ήταν η αμέριμνη περιβολή του Γκόρπα, τα άνετα, φαρδιά, σχεδόν χαχόλικα ρούχα που σ’ αφήνουν να κινηθείς, να σκεφτείς, να μιλήσεις, να χειρονομήσεις ελεύθερα, χωρίς μέριμνες για το μανικετόκουμπο, δίχως έγνοιες για την κομβιοδόχη, μήτε αγωνίες μάταιες για την τσάκιση. Ναι, μπητνίκος ήταν ο Θωμάς, το βλέπεις και στην ποίησή του πεντακάθαρα αυτό, στους ασθμαίνοντες λαχανιαστούς παλλόμενους στίχους που βραχνιάζουν προσευχόμενοι στο κενό των ημερών, που θέλουν να τραγουδήσουν αυτό που χάθηκε, που θέλουν να βαστάξουν λίγο ακόμη, να μην σιγήσουν, να πούνε κι άλλα, την γνήσια κι αυθεντική στιγμή ωραία να υμνήσουν.

Και ήταν ανυποχώρητος αντιεξουσιαστής. Πολιτικά δεν κουβεντιάσαμε ποτέ, αλλά τον θυμάμαι πάντα να υπερασπίζεται λογοτέχνες που δεν έστεργαν με την εξουσία να έχουν παρτίδες, που επέμεναν να ζούνε μποέμικα, ελεύθερα, όσο πιο ξέγνοιαστα γινόταν, όσο πιο μακριά από κάθε εγκλωβισμό μπορούσαν. Είχαμε μιλήσει κάποτε για τους υπερρεαλιστές, εν μέρει προγόνους των μπητνίκων, και είχαμε διαφωνήσει. Στα είκοσί μου εγώ, επέμενα, όπως και τώρα, ένα τέταρτο του αιώνα μετά, να εκθειάζω τον βίο και την προσωπικότητα του André Breton. Ο Θωμάς, απεναντίας, με μπόλικη ειρωνεία και λόγο αιχμηρό, δεν έπαυε να ψέγει την αυταρχικότητα του ποιητή της «Ελεύθερης Ένωσης» και της «Nadja», να καταγγέλλει τις ακρότητές του, τον τρόπο με τον οποίο διηύθυνε το υπερρεαλιστικό κίνημα, το πώς αναθεμάτιζε, εξοστράκιζε, αφάνιζε τους «εσωκομματικούς» του αντιπάλους. Ματαίως πάσχιζα να του υπενθυμίσω ότι οι εμπροσθοφυλακές είναι πάντα βίαιες, εκρηκτικές, αυστηρές. Αρνιόταν να δεχτεί τη στάση του Breton. Επέμεινε στο να υπερασπίζεται σθεναρά όσους είχε αποπέμψει ο leader, επέμενε να μιλάει με πλησμονή αγάπης για τον Raymond Queneau, για τον Tristan Tzara, και, κυρίως, για τον Jacques Prévert. Αρνιόταν κάθε λογής εξουσία, και ιδίως στον ήδη και εκ προοιμίου αντιεξουσιαστικό χώρο της τέχνης και της ποίησης.

Τελευταία φορά τον είδα στην Εμμανουήλ Μπενάκη. Σ’ ένα ουζερί τα πίναμε με τον Τάσο Γουδέλη και κάποιους φίλους. Πέρασε ο Θωμάς. Του είπαμε να καθίσει, και κάθισε μεμιάς. Μιλήσαμε πάλι για αγαπημένους συγγραφείς και ποιητές, μιλήσαμε και για τον Malcolm Lowry, τον δημιουργό του αριστουργήματος «Κάτω από το ηφαίστειο». Πετάχτηκα στο βιβλιοπωλείο της Γραβιάς, αγόρασα όσα αντίτυπα βρήκα και τα χάρισα στην παρέα. Ο Θωμάς χαμογελούσε όλη την ώρα της κουβέντας και της πόσης, έλεγε ωραίες ιστορίες από το μακρινό παρελθόν της ελληνικής λογοτεχνίας, και κάπνιζε αδιαλείπτως. Τα δάχτυλά του ήσαν κιτρινισμένα. Έδειχνε κάπως κουρασμένος, σωματικά, αλλά πάντα ακάματος στην κουβέντα. Μετά που έφυγε, εκθειάσαμε επί μακρόν ένα του ποίημα. Λέγαμε πόσο αγαπούσαμε το τρυφερό θάρρος του Γκόρπα να εμπλέξει στο ποίημα αυτό το ερωτικό και το πολιτικό στοιχείο, κάτι που μονάχα ο Τάσος Λειβαδίτης ήξερε άριστα και μελωδικά να το κάνει. Ω, ας ακούσουμε ξανά το ποίημα εκείνο:

Η Μαίριλυν

Μαζί με σε θυμάμαι και τον Μπελογιάννη.

Το σώμα σου είχε την παγκόσμια θέα

το σώμα σου φιλοξενούσε την παγκόσμια αγωνία

το σώμα σου το κάναμε γινάτι και ταμπούρι

το σώμα σου αγαπημένη των αγαπημένων

σαν τη ζωή όταν βγαίνει στο παζάρι

σαν τη ζωή όταν μαζεύεται το βράδυ

σαν τη ζωή όταν κυλάει από κρεβάτι σε κρεβάτι

σαν τη ζωή όταν μαχαιρώνεται μα δεν την παίρνουνε τα δάκρυα.

Το σώμα σου το φόρεσαν κονκάρδα

αυτοί που πρόδωσαν αυτοί που ξέχασαν αυτοί που πάνε

αυτοί που έχει στο στόμα τους παγώσει

το λίπος των μελό επιτάφιων λόγων

και των επίκαιρων στίχων.

Οι βιρτουόζοι

των γυναικείων λυγμών

και των ωραίων αναστεναγμών

και των μισθών και των Σας άρεσε;

Καλό δεν ήταν;… Ευχαριστώ!

 

Γλυκιά μου Μαίριλυν κι ακόμα πιο γλυκιά

όταν οι τίμιοι θολώνουν και σε λεν πουτάνα

γλυκιά μου Μαίριλυν μας άφησες ένα στόμα

να σεργιανάει στου κόσμου τις πληγές.

 

Αλησμόνητε Θωμά, να ξέρεις ότι δεν σε λησμονούμε, κι εκεί στους λειμώνες τ’ ουρανού που βρίσκεσαι είθε να πίνεις τα ουίσκι σου με τον Μάριο τον Μαρκίδη, να τσουγκρίζεις το κρασοπότηρό σου με τον Γιώργο τον Καραβασίλη, ουζάκι να σε τρατάρουν με τον Νίκο τον Καρούζο, κι αγκαλιά όλοι μαζί να τραγουδάτε με το χάραμα τα τραγούδια που αγαπάτε!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

[Από το βιβλίο των Γ.Ι. Μπαμπασάκη & Ε. Μαρτίνου ΔΩΔΕΚΑ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΕΣ (εκδ. Γαβριηλίδης) που κυκλοφορεί στις 21 Σεπτεμβρίου]