ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ: Ο ΚΟΛΟΣΣΟΣ ΤΟΥ ΜΑΡΟΥΣΙΟΥ

miller39

Γιατί ο Χένρι Μίλερ συνεχίζει να διαβάζεται και μάλιστα να συζητείται, νομίζω ότι οφείλεται σε τέσσερις τουλάχιστον λόγους: Στην απλότητα της γραφής του που σε οδηγεί στην εύκολη προσέγγιση των σημαινομένων, στην ειλικρίνεια της αλογόκριτης πρωτοπρόσωπης εξομολόγησης, στη σύμπλευση αφήγησης και δοκιμίου στα κείμενά του. Και τέταρτο, στο αποτέλεσμα της μετασχηματιστικής του ματιάς, στη γραφή του δηλαδή και πάλι η οποία, αν και πρόδηλα υποκειμενική, εντούτοις αισθάνεσαι πως είναι αντικειμενικά περιγραφική διότι πιάνει έστω και μέσα από τη διασκευή των βιωμάτων του, τον παλμό, την ουσία των πραγμάτων με τα οποία ασχολείται.

Για όλα αυτά ξαναδιάβασα τον «Κολοσσό τού Μαρουσιού» που μου τον είχε προτείνει ο Μ. -μακριά κι αυτός όπως κι εγώ από τα παλιά μας μέρη-, συζητώντας ένα βράδυ των αρχών τού 1980 στο Μαρούσι, σχολιάζοντας… ελληνικές συμπεριφορές με αφορμή το κείμενο του Μίλερ. Και να που λίγο καιρό πριν, κάτω από άλλες συνθήκες, ήλθε η κουβέντα στο κείμενο πράγμα που φανερώνει τον ανοξείδωτο χαρακτήρα του καθώς μπορεί ακόμη και σήμερα να συνδιαλέγεται με την τρέχουσα πραγματικότητα.

1939 και ο Χ.Μ. βρίσκεται στην Ελλάδα. Συναναστρέφεται τον Λ. Ντάρελ, τον Κατσίμπαλη, τον Γκίκα, τον Σεφέρη κ.ά. και περιηγείται σε πολλούς χαρακτηριστικούς προορισμούς. Το αποτέλεσμα της ετήσιας παραμονής του είναι το κείμενο του 1940 ο «Κολοσσός τού Μαρουσιού», κείμενο εξομολογητικό, ένας εσωτερικός μονόλογος, κάτι σαν ανοιχτή επιστολή-κάλεσμα προς τον οποιονδήποτε αποδέκτη  να γνωρίσει την Ελλάδα. Την Ελλάδα και τον Έλληνα που ομολογουμένως τους βλέπει μέσα από έναν θετικό (παραμορφωτικό) φακό, μέσα από τη γνωστή θετική ματιά τού συγγραφέα η οποία, όπως πάντα, είναι αποκαλυπτική.

Όσο κι αν νιώθεις ότι η αντίληψη και η γραφή τού Χ.Μ. είναι θετικά κατασκευαστική (την ίδια εποχή, το 1937, ο Καζαντζάκης περιηγείται στην Πελοπόννησο καταγράφοντας σε επιστολές τη… φρίκη του και όχι τον θαυμασμό του!), αυτό είναι κάτι που το αντιπαρέρχεσαι διότι στο κείμενο καταγράφονται ιδιότητες του Έλληνα και παρατίθενται εικόνες που αποτελούν αφορμές προς συζήτηση ακόμη και σήμερα, πράγμα πολύ ενδιαφέρον από μόνο του.

Τέλος, το βιβλίο είναι άκρως ελκυστικό έστω γι’ αυτό: Στοιχειοθετώντας ένα ημερολόγιο της ψυχοπνευματικής πορείας τού συγγραφέα μέσω τής επαφής του με τον ελληνικό χώρο, το κείμενο αποτελεί αφενός απομαγνητοφώνηση εξομολόγησης ενός ανθρώπου και αφετέρου προβολή μιας από τις πραγματικές πλευρές ενός τόπου και των κατοίκων του.

[Δες και «Μέρες, Γ’» Γ. Σεφέρη, σ. 131-162]

Δημήτρης Σαραντάρης

0003541_195