ΚΙ ΟΜΩΣ, ΟΜΟΡΦΑ… ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΖΑΖ

Lester-Young-saxophone-520

Geoff Dyer «Κι όμως, όμορφα…», μτφ. Δανάη Στεφάνου, εκδ. Πάπυρος, 2008

Αν, όπως μας διαβεβαιώνει η εμπειρία, για κάθε μορφή τέχνης ισχύει η διαπίστωση ότι ο κόσμος της δεν είναι μόνο τα έργα που παράγονται, αλλά είναι και οι άνθρωποι που τα δημιουργούν και το κοινό που τα απολαμβάνει και οι συνθήκες στις οποίες αυτοί οι δύο συναντιούνται και οι συνειρμοί που προκαλούνται στις συνειδήσεις όλων, αυτό ισχύει πολύ περισσότερο, νομίζω, για την τζαζ μουσική. Δεν είναι μόνο ο ήχος των φωνών και των οργάνων της, είναι και οι ίδιοι οι μουσικοί που παίζουν, η μορφή τους, η προσωπικότητά τους, η ζωή τους και ο θάνατός τους ακόμα, είναι οι χώροι όπου η μουσική αυτή πρωτακούστηκε και οι χώροι όπου σήμερα ακούγεται, είναι οι φωτογραφίες και τα βίντεο όλων αυτών, είναι το κοινό, οι προκαταλήψεις και οι παρανοήσεις που κυριαρχούν, οι εμμονές των φανατικών της – στον κόσμο της τζαζ μουσικής δεν εισάγεσαι αγοράζοντας ένα άλμπουμ, εισέρχεσαι ολόκληρος σε έναν καινούριο σύμπαν ή δεν έχεις καταλάβει τίποτα.

Ο Τζεφ Ντάιερ στο βιβλίο του «Κι όμως, όμορφα…» δεν επιχειρεί απλώς να περιγράψει αυτόν τον κόσμο ή να πληροφορήσει τον αναγνώστη για την τζαζ μουσική, αλλά να ανασυστήσει αυτό το σύμπαν αφηγούμενος στιγμές της ζωής ορισμένων από τους σημαντικότερους τζαζ δημιουργούς του παρελθόντος: του Λέστερ Γιανγκ, του Θελόνιους Μονκ, του Μπαντ Πάουελ, του Μπεν Ουέμπστερ, του Τσαρλς Μίνγκους, του Τσετ Μπέικερ, του Αρτ Πέπερ, του Ντιουκ Έλινγκτον, του Ντίζι Γκιλέσπι.  Αφετηρία του είναι κάποιες γνωστές ή λιγότερο γνωστές ιστορίες γι’ αυτούς και, κυρίως, πολλές φωτογραφίες τους. Εξάλλου, όπως γράφει ο Έρικ Χομπσμπάουμ, «όλοι οι φανατικοί οπαδοί ασφαλώς έχουν κάπου φυλαγμένο ένα λεύκωμα με παλιές κιτρινισμένες φωτογραφίες που απεικονίζουν χαρακτηριστικές σκηνές της ιστορίας της τζαζ». Όλα τ’ άλλα, οι διάλογοι, τα επεισόδια, τα σχόλια, είναι επινοημένα από τον συγγραφέα, ο οποίος χαρακτηρίζει το αταξινόμητο αυτό βιβλίο του «επινοητική κριτική και μυθοπλασία συνάμα».

6a00d83452a98069e200e54f4b15228834-640wi

Αυτή η συγγραφική μέθοδος εξάλλου, του Τζεφ Ντάιερ, είναι και η πιο ταιριαστή κι η πιο πρόσφορη ίσως για να μιλήσει κανείς για την τζαζ μουσική, τόσο ως τρόπος γραφής όσο και ως περιεχόμενο. Απ’ τη μία εστιάζει πολύ σωστά στους ανθρώπους της τζαζ, στους μουσικούς, μια και, σε αντίθεση με τα άλλα είδη μουσικής, η τζαζ στηρίζεται και απογειώνεται κυρίως από τους εκτελεστές της, τους οργανοπαίκτες και όχι –τόσο– από τους συνθέτες ή τους στιχουργούς. Είναι η προσωπικότητα των μουσικών, η ψυχή τους, η προσωπική τους έκφραση, και όχι η τεχνική τους δεξιοτεχνία, που αποτελεί την ουσία αυτού του είδους της μουσικής. Και επίσης ο αυθορμητισμός, η τέχνη του αυτοσχεδιασμού είναι ό,τι πάνω απ’ όλα τούς χαρακτηρίζει. Η ίδια τέχνη δηλαδή που μετέρχεται σε μεγάλο βαθμό και ο Ντάιερ για να συνθέσει το βιβλίο του – αφού βέβαια προηγουμένως, όπως πολύ καλά αντιλαμβανόμαστε διαβάζοντας και τα κριτικά του Επιλεγόμενα, έχει ακούσει, διαβάσει και στοχαστεί πολύ βαθιά τη τζαζ μουσική. Εξάλλου, όπως πολύ σωστά επισημαίνει και ο Τσαρλς Μίνγκους, «δεν μπορείς ν’ αυτοσχεδιάζεις με το τίποτα. Πρέπει ν’ αυτοσχεδιάζεις πάνω σε κάτι».

Ποιο το νόημα τελικά αυτού του ιδιαίτερου βιβλίου; Το λέει ο ίδιος ο συγγραφέας απευθυνόμενος σε έναν από τους ήρωές του, τον Μπαντ Πάουελ: «Μπαντ; Άκουσες τίποτε απ’ ό,τι λέω; Ήταν τίποτε απ’ όλα αυτά έτσι όπως τα είπα; Μπορεί και να είναι όλα λάθος, πάντως προσπάθησα. Ήθελα ν’ ακούσω την ιστορία σου, Μπαντ, όχι να την πω εγώ – κι αν δεν γινόταν αυτό, ήθελα τουλάχιστον να την πω με τον τρόπο που θα ήθελες εσύ να ειπωθεί. Δεν είχα και πολλά εφόδια. Έχω δει ανθρώπους που έπαιξαν μαζί σου, ανθρώπους που έπαιξαν μ’ αυτούς που έπαιζες εσύ. Μέχρι που γνώρισα και κάποιον στο Χάρλεμ που ήταν εκεί όταν πέντε χιλιάδες άτομα μαζεύτηκαν στην κηδεία σου. Αλλά εκτός απ’ αυτά, είχα μόνο τους δίσκους και τις φωτογραφίες σου. Μόνο αυτά έχουν μείνει τώρα πια. Κι αυτό εδώ, Μπαντ. Τώρα, θα υπάρχει κι αυτό.»

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

1232585447