Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΩΝ

Andre_Breton

Αντρέ Μπρετόν, Νάντια, μτφ. Στ. Ν. Κουμανούδη, εκδ. Ύψιλον

Το Νταντά (DADA), γιατί απ’ αυτό πρέπει να ξεκινήσουμε, υπήρξε ένα εικονοκλαστικό, ριζοσπαστικό και αναρχικό κίνημα της πρωτοπορίας, σκοπός του οποίου ήταν να ταράξει τα νερά, να γκρεμίσει οτιδήποτε θα άφηνε όρθιο ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος που μαινόταν στην Ευρώπη, να αναστατώσει και να εκνευρίσει τους αστούς, να πολεμήσει την αδικία, τον εφησυχασμό και την υποκρισία των κοινωνιών, να σαρκάσει και να ανατρέψει όλες τις αξίες της τέχνης, της πολιτικής, της κοινωνίας, του έθνους. Βασικό του όπλο στάθηκε η πρόκληση και άμεσος διάδοχός του ο υπερρεαλισμός, ηγετική μορφή του οποίου ήταν ο Αντρέ Μπρετόν.

Ο υπερρεαλισμός στάθηκε, από την αρχή, ένα κίνημα που είχε θέσει στον εαυτό του μια φιλόδοξη και δύσκολη αποστολή, την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπου, η οποία περνούσε αναπόφευκτα από δύο δρόμους: αυτόν της πνευματικής χειραφέτησης και αυτόν της κοινωνικής επανάστασης. Προσπαθώντας να επιτύχουν και στους δύο αυτούς στόχους τους οι υπερρεαλιστές, για αρκετό καιρό, δοκίμασαν ειλικρινά να συμβιβάσουν τον υπερρεαλισμό με την προλεταριακή επανάσταση ή, τουλάχιστον, να τα υπηρετήσουν και τα δύο ταυτόχρονα και εξίσου καλά. Αποτέλεσμα; Κάποιοι στρατεύτηκαν τελικά στον κομμουνισμό και αποκήρυξαν τις υπερρεαλιστικές τους θέσεις, άλλοι εγκατέλειψαν την πολιτική και αφοσιώθηκαν στην τέχνη και στο κερατένιο επάγγελμα του λογοτέχνη, όπως το διατυπώνει ο Πάουντ, και άλλοι συνέχισαν ως το τέλος να μάχονται με όποιον τρόπο υπήρχε για την πλήρη και ολοκληρωτική απελευθέρωση του ανθρώπου από οποιαδήποτε εξουσία μπορούσε να επιβληθεί.

Οι κάθε λογής τολμηροί πειραματισμοί και οι έρευνες των υπερρεαλιστών πάντως δεν στόχευαν καθόλου ή δεν στόχευαν τόσο να ανανεώσουν τη λογοτεχνία και την τέχνη, όσο να διευρύνουν τα όρια του πνεύματος και να απελευθερώσουν εκ βάθρων τον άνθρωπο· κι ίσως γι’ αυτό τελικά το αποτέλεσμα ήταν και η μεγαλύτερη ανανέωση της λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα. Κύριο εργαλείο του κινήματος, κατά την πρώτη του ηρωική περίοδο, ήταν η αυτόματη γραφή, τροποποιημένη κληρονομιά από τη φροϋδική ανάλυση. Συνδυασμένος ο αυτοματισμός με τη συλλογική εφαρμογή του έγινε ένα πολύ αποτελεσματικό επαναστατικό εργαλείο στραμμένο πάντα ενάντια στη λογοκρατούμενη τέχνη αλλά και στην ίδια την έννοια του δημιουργού ως ξεχωριστού ατόμου. Ύστερα ήταν τα πειράματα με την ύπνωση, όπου οι Ρενέ Κρεβέλ, Ρομπέρ Ντεσνός και Μπενζαμέν Περέ, ιδίως αυτοί, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, περιπίπτουν σε κατάσταση ύπνωσης και αρχίζουν να φθέγγονται προφητικά, να δημιουργούν προφορικά όνειρα και να απαντάνε, σε αποκαλυπτικό τόνο, στις ερωτήσεις των παρισταμένων. Κι ακόμη τα όνειρα, τα οποία φρόντιζαν επιμελώς να καταγράφουν όλοι αυτοί οι φανατικοί νεαροί και να τα δημοσιεύουν επιμελώς, δηλώνοντας και με αυτόν τον τρόπο την περιφρόνησή τους για τη λογοτεχνία και τη λογική.

Μην παραλείψουμε και όσα ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια προς την ίδια πάντα κατεύθυνση, της πλήρους απελευθέρωσης του ανθρώπου: τους  πειραματισμούς με τη γλώσσα, όπως τα περίφημα λογοπαίγνια που δημιουργούσε ο Ντεσνός με το ψευδώνυμο Rrose Selavy και βέβαια τα κολάζ, τα φροτάζ και δεκάδες ακόμα αδοκίμαστες εικαστικές μεθόδους. Επίσης τα λεκτικά και εικαστικά συλλογικά παιχνίδια που πήραν την ονομασία τους, «Θεσπέσιο πτώμα», από την πρώτη φράση που δημιουργήθηκε με αυτόν τον τρόπο. Και ας προσθέσουμε, για να συμπληρωθεί η εικόνα, τη μεγάλη σημασία που δίνεται από τους υπερρεαλιστές στην τρέλα και στη φαντασία της παιδικής ηλικίας και βέβαια την έννοια του αντικειμενικού τυχαίου, όπως αυτή φανερώνεται στη γοητεία των μαγικών συναντήσεων με γνωστούς ή άγνωστους ανθρώπους και στην εύρεση αντικειμένων.

Αυτός ο μυστικισμός των συναντήσεων και η δύναμη του αντικειμενικού τυχαίου είναι δύο έννοιες που ποτέ δεν έπαψε να επεξεργάζεται ο Μπρετόν, δύο καταστάσεις που ποτέ δεν έπαψε να βιώνει, και οι οποίες κυριαρχούν στο πεζογραφικό του βιβλίο «Νάντια». Το βιβλίο δημοσιεύτηκε το 1928 και χωρίζεται σε δύο μέρη, συν έναν σύντομο επίλογο: το πρώτο μέρος έχει τον ελεύθερο δοκιμιακό χαρακτήρα των περισσότερων κειμένων του Μπρετόν και πραγματεύεται τη δύναμη που έχει το τυχαίο και αυτό που αφελώς αποκαλούμε σύμπτωση να μεταμορφώνει την πραγματικότητα όπως τη γνωρίζουμε. Έτσι, η ζωή που καθημερινά ζούμε εμφανίζεται, στα μάτια του υπερρεαλιστή Μπρετόν, γεμάτη από λαβές, από ενδείξεις, από υπαινιγμούς, γεμάτη από πόρτες, κατά την προσφιλή του μεταφορά, που μπορούν να μας οδηγήσουν σε μιαν ανώτερη πραγματικότητα – «είναι αλήθεια πως το υπερπέραν, ολόκληρο το υπερπέραν βρίσκεται μέσα σε τούτη τη ζωή;», αναρωτιέται. Είναι αλήθεια απαντάει ο ίδιος. Το μόνο που χρειάζεται είναι να διαθέτουμε το κλειδί που ανοίγει αυτές τις πόρτες. Φορείς αυτού του κλειδιού, κλειδοκράτορες, είναι κάποια ξεχωριστά πρόσωπα που ζουν ανάμεσά μας. Η Νάντια υπήρξε ένα απ’ αυτά τα πρόσωπα για τον Μπρετόν. Τη συνάντησή τους αφηγείται στο δεύτερο μέρος του βιβλίου του.

"Είδα τα μάτια της σαν τη φτέρη ν' ανοίγουν το πρωί πάνω σ' έναν κόσμο όπου το φτεροκόπημα της απέραντης ελπίδας μόλις ξεχωρίζει από τους άλλους θορύβους."

«Είδα τα μάτια της σαν τη φτέρη ν’ ανοίγουν το πρωί πάνω σ’ έναν κόσμο όπου το φτεροκόπημα της απέραντης ελπίδας μόλις ξεχωρίζει από τους άλλους θορύβους.»

Συνάντησε τη Νάντια στις 4 Οκτωβρίου του 1926, σε μια στιγμή απογοήτευσης από την εφησυχασμένη μετριότητα που αντίκριζε στα πρόσωπα των ανθρώπων γύρω του. Η Νάντια (ή Νάτζα, όπως προφέρεται το όνομά της πιο σωστά, «γιατί στα ρώσικα είναι η αρχή της λέξεως ελπίδα, και επειδή δεν είναι παρά η αρχή της») είναι μια νέα γυναίκα, ξανθή, φτωχικά ντυμένη και απρόσεκτα βαμμένη, που του χαμογελά και του απαντάει χωρίς να διστάσει όταν εκείνος τής απευθύνει τον λόγο. Κι όταν, ώρες αργότερα, ο Μπρετόν την αποχαιρετάει ρωτώντας την ποια είναι, εκείνη απαντάει «Είμαι μια περιπλανώμενη ψυχή». Τις επόμενες εβδομάδες συνεχίζουν να συναντιούνται διατηρώντας μια μη ερωτική σχέση που άλλοτε ενθουσιάζει και άλλοτε απογοητεύει και κουράζει τον συγγραφέα. Οι συμπτώσεις που συμβαίνουν γύρω τους και η μυστηριώδης επίδραση που ασκεί η Νάντια σε όποιον βρίσκεται κοντά της τη μετατρέπουν στα μάτια του Μπρετόν σε ένα μαγικό πλάσμα, ένα πλάσμα που εμπνέει και εμπνέεται, μια ζωντανή ενσάρκωση του υπερρεαλισμού: «Από την πρώτη ως την τελευταία μέρα, πίστεψα πως η Νάντια ήταν ένα πνεύμα ελεύθερο, κάτι σαν ένα κάποιο αερικό που μερικές μαγγανείες επιτρέπουν στιγμιαία να το εξαρτήσω, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσα να το υποτάξω».

Η σχέση τους δεν κράτησε πολύ. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά: «Μόνο ο έρωτας», συνοψίζει ο Μπρετόν, «έτσι όπως τον εννοώ – και μάλιστα ο μυστηριώδης, ο απίθανος, ο μοναδικός, ο συγκλονιστικός και αναμφισβήτητος έρωτας – τέλος πάντων έτσι που να στέκεται σε κάθε δοκιμασία, θα μπορούσε εδώ να επιτρέψει να συντελεσθεί το θαύμα». Λίγους μήνες αργότερα θα πληροφορηθεί ότι τη Νάντια την έκλεισαν σε άσυλο φρενοβλαβών. Ο ίδιος βέβαια ο Μπρετόν δεν θα παραδεχθεί ποτέ τη διάκριση μεταξύ τρέλας και μη τρέλας. Γι’ αυτόν η Νάντια υπήρξε το πλάσμα που ενσάρκωνε στον απόλυτο βαθμό το πνεύμα της περιπέτειας, της φαντασίας, της μαγείας, του ίδιου του υπερρεαλισμού. Το πλάσμα εκείνο που ο καθένας επιθυμεί και μπορεί να συναντήσει, αρκεί να βγει στον δρόμο και να το περιμένει ή να το αναζητήσει με ανοιχτά μάτια. Για τον Αντρέ Μπρετόν αυτός είναι ο μόνος τρόπος: «Ο δρόμος, που τον νόμιζα ικανό να αποκαλύψει στη ζωή μου τις εκπληκτικές στροφές του, ο δρόμος με τις ματιές και τις ανησυχίες του, ήταν το πραγματικό μου στοιχείο».

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος     

Νάντια 001