ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

1374106_10201624516908667_1029484095_n

Ελένη Κοφτερού

Γράμμα στη γενέθλια πόλη

εκδ. Σαιξπηρικόν

Ανοίγοντας την ποιητική συλλογή της Ελένης Κοφτερού «Γράμμα στη γενέθλια πόλη» διάβασα πρώτα το «Παράπονο» : Αχ! να με έλεγαν Σύλβια/ ή έστω Έμιλυ/ ακόμη και το Άνν καλύτερο θα ήταν/ αφού για το «Βιρτζίνια»/ το ξέρω/ πιθανότητα καμία.  Κι αμέσως μετά το «Έμμα»: Όμως εγώ/ για πάντα/ τρυφερά θα αγγίζω/ τη νεύρωση/ που σαν αχλύ  κάθε πρωί/ την Έμμα (Μποβαρύ)/ σκέπαζε. Τα δύο ποιήματα βρήκαν κατευθείαν στόχο. Γύρισα κάμποσα χρόνια πίσω, στην εποχή που σχεδίαζα να εγκαταλείψω τη γενέθλια πόλη για το χατίρι μιας άλλης. Πήρα μαζί μου για ταξίδι, οδικό παρακαλώ, τη «Μαντάμ Μποβαρύ» και την «Κυρία Ντάλογουεϊ», είχα παρέα και το γουόκμαν με τα Instrumentals του Blaine Reininger γραμμένα σε 60άρα κασέτα να παίζουν ξανά και ξανά. Ήταν Οκτώβριος, αλλά έκανε ψόφο και στον πρώτο περίπατο στην  ξένη πόλη αγόρασα από ένα βιβλιοπωλείο, που μπήκα για να ζεσταθώ, έναν τόμο με ποιήματα της Έμιλυ Ντίκινσον. Δεν πρόλαβα  καν να τον ανοίξω. Τα πράγματα δεν πήγαν, όπως τα υπολόγιζα, στην πραγματικότητα πήγαν εντελώς κατά διαόλου. Έπρεπε να γυρίσω πίσω. Δεν ήθελα όμως να συναντήσω τους οικείους μου. Ήταν σαν να γελοιοποιούσα τη συγκίνηση που προκάλεσε η αναχώρησή μου, τα κάποια δάκρυα που έπεσαν εξαιτίας της. Ήταν η πρώτη (και ευτυχώς η τελευταία) φορά που δυσκολευόμουν να κυκλοφορήσω έξω από ντροπή.

Νά, για κάτι τέτοιους λόγους αποφεύγω να γράφω για ποίηση. Όταν βρίσκω ένα ποίημα που με αγγίζει, ξεχνάω το όριο, το ότι πρέπει να κρατήσω αποστάσεις, πως πρέπει να αφήσω την ουρά μου έξω από αυτό, αν θέλω να το εκτιμήσω με μια κάποια σχετική νηφαλιότητα,  να διακρίνω τα καλά από τα αδύναμά του σημεία. Σε ένα ποίημα που με αγγίζει υπάρχει ο κίνδυνος να αρχίσω να ξεφορτώνω πάνω του ό, τι έχω διαθέσιμο: σκέψεις και διαθέσεις της στιγμής, παλιές ιστορίες, φόβους και επιθυμίες.

Τη συλλογή της Ελένης Κοφτερού την πήρα έτσι προσωπικά και όχι μόνο εξαιτίας των κοινών διαβασμάτων, που μου θύμισαν τις παλιές τρέλες. Ούτε καν  γιατί η γενέθλιά πόλη μου είναι και η πόλη στην οποία μεγάλωσε και η ποιήτρια, με έντονη την παρουσία και την ατμόσφαιρά της στον ομώνυμο ποίημα της συλλογής. Εξάλλου o χώρος στην ποίηση της Κοφτερού είναι κυρίως χώρος βιωμένος και όχι μόνο γεωγραφικά προσδιορισμένος. Εκείνο που με έφερε κοντά της είναι τα θέματα που επιλέγει, ο τρόπος που τα διαχειρίζεται: σαν  να πιάνει με τα χέρια της τα υλικά που της δίνει η ίδια η ζωή, το τετριμμένο εκ πρώτης όψεως της πραγματικότητας. Μέσα σε αυτό διαμορφώνει το δικό της κόσμο με οικονομία αλλά και αισθαντικότητα, συναισθηματικό αυτοέλεγχο και χιούμορ, που στην περίπτωσή της παίρνει τη μορφή ενός διακριτικού αυτοσαρκασμού. Ο τόνος της ήπια εξομολογητικός και στοχαστικός και ο λόγος της λιτός και ευθύβολος δίνει τη δυνατότητα για πολλές και διαφορετικές προσεγγίσεις. Ξεχώρισα αμέσως το «Παράπονο» και την «Έμμα» για τα αγαπημένα ονόματα και τα αγαπημένα βιβλία. Το «Φονικό» για την αντίφαση της αγριότητας της λέξης με τα «απαλά αυτάκια ενός λαγού». Το «Γράμμα στη γενέθλια πόλη» κυρίως για τους στίχους: σου γράφω για το μαύρο απουσιολόγιο της απώλειας / Πήρε την πρώτη παρουσία του / στη Γ΄ Γυμνασίου/ κι από τότε προσθέτει νέα φύλλα. Το «Γράμμα στον Χανς Κάστορπ», γιατί θα ήθελα και εγώ να τον συναντήσω στο Μαγικό βουνό. Το «Λαγοί με πετραχήλια». Η Ελένη Κοφτερού γράφει για τα μικρά και μεγάλα δράματα της καθημερινότητας, την επιθυμία και τη διάψευσή της, την αγωνία της γραφής. Γράφει για τα πράγματα της ζωής και γράφει με τόση ειλικρίνεια και αμεσότητα που τα κάνει και πράγματα της ζωής μας.

http://www.youtube.com/watch?v=pSJ_CUN288g

Εύη Καρκίτη

1392079_10201624516948668_1962935829_n